Κώστας Αξελός: Τα αποσπάσματα του Κόσμου


Ο Κώστας Αξελός (26 Ιουνίου 1924 - 4 Φεβρουαρίου 2010) ήταν σύγχρονος Έλληνας στοχαστής και φιλόσοφος και καθηγητής φιλοσοφίας

Κώστας Αξελός: Τα αποσπάσματα του Κόσμου

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Παρίσι 1992

«Αυτό τον κόσμο, που είναι για όλους
ούτε κανείς θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε,
αλλ’ ήταν από πάντα και είναι
και θα είναι αιώνια φωτιά,
που ανάβει με μέτρο
και σβήνει με μέτρο.»
Ηράκλειτος

Το πρόβλημα της καταγωγής της σκέψης, είναι ένα από τα κεντρικότερα προβλήματα της ίδιας της σκέψης. Τα μικρά παιδιά, συνηθίζουν να ρωτάνε πως γεννιούνται τα παιδιά. Τα ενήλικα παιδιά, οι σκεφτόμενοι άνθρωποι, ρωτάνε πως άρχισε η σκέψη. Υπάρχει μία, η πρώτη, η Ευρωχριστιανική εκδοχή, ότι η σκέψη άρχισε με το περίφημο μήλο, αφού κόπηκε και φαγώθηκε απ’ το δέντρο της γνώσης κι ότι η σκέψη αρχίζει σαν γνώση και σαν κατάρα, Παλαιά διαθήκη στο βιβλίο της Γενέσεως. Εάν δεν παραδεχθεί κανείς αυτήν την μυθολογική προοπτική, θα έλεγα ότι η σκέψη εισβάλλει στο σύμπαν σαν μια καταστροφή. Την λέξη καταστροφή την παίρνω εδώ στην αρχαία ελληνική έννοια, σαν μια στροφή, σαν κάτι που οδηγεί κάπου, σε μια λύση είτε θετική είτε αρνητική. Η καταστροφή, δηλαδή αυτή η ριζική στροφή που είν’ η σκέψη, είναι αυτό που έκανε το ζώο, άνθρωπο. Έχουμε βέβαια σήμερα μια νέα καταστροφή που μας απειλεί, την μη-σκέψη. Θα μπούμε σε εποχές μακρινές όπου δε θα σκεφτόμαστε, αλλά ωσότου γίνει αυτό και αν γίνει αυτό, δεν παύει να μας απασχολεί το πρώτο ερώτημα που θέσανε οι πρώτοι Ευρωπαίοι στοχαστές. Το τονίζω, οι πρώτοι Ευρωπαίοι στοχαστές, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης: «Τι το ον;», ποιος ο λόγος του όντος; Αυτό το ερώτημα έχουμε να το ξαναπάρουμε στα χέρια μας, να το ξαναδουλέψουμε, αλλά όχι όπως το δούλεψαν αυτοί αλλά με το δικό μας τρόπο.

«Μέσα μας είναι ίδια,
ζωντανό και νεκρό, ξύπνιο και κοιμισμένο
νέο και γηραιό.
γιατί αυτά όταν μεταβάλλονται,
είναι εκείνα κι εκείνα,
όταν με την σειρά τους μεταβάλλονται,
είναι αυτά.»
Ηράκλειτος

Τους Προσωκρατικούς, τους πήραμε από μια εποχή και πέρα, το 19ο αιώνα, σαν αντικείμενο σκέψης και ο ένας τους μετέφραζε και τους ερμήνευε λογικά, ο άλλος ψυχολογικά, ο άλλος κοινωνιολογικά, ο άλλος αισθητικά, ο άλλος καλλιτεχνικά και θα υπάρχουνε κι άλλοι τρόποι πρόσβασης. Όλοι αυτοί οι τρόποι παρουσιάζουνε κάποιο ενδιαφέρον, απασχολούνε κι ορισμένους ερευνητές και φοιτητές, αλλά αστοχούν ως προς τον στόχο τους. Γιατί ο στόχος της σκέψης των Προσωκρατικών, ιδίως του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη, είναι μία σκέψη που ξετυλίγεται, πριν να αρχίσει η σκέψη να απλώνεται σε αυτά τα κανάλια: της ψυχολογίας, της λογικής, της ηθικής. Η πρώτη σκέψη του μήλου, δεν θα έπρεπε καν να ονομάζεται φιλοσοφία, θα πρέπει να ονομάζεται: η πρωταρχή της δυτικοευρωπαϊκής σκέψης, θα πρέπει να επερωτάται διαρκώς αλλά ως προς το δικό της ερώτημα. Θα έλεγα ότι όλη η σκέψη, προτιμώ τον όρο σκέψη σαν πιο γενικό από τον όρο φιλοσοφία, από τον Παρμενίδη ως τον Χάιντεγκερ, ήταν η απάντηση στο «Τι το ον;». Στο ενδιάμεσο όμως αυτής της πορείας που κράτησε δυόμιση χιλιάδες χρόνια, υπήρξανε εδώ κι εκεί, ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης, ο Χέγκελς ορισμένες στιγμές, ο Πασκάλ, ο Νοβάλις, ο Νίτσε, που δεν έστρεψαν όλη την προσοχή στο ερώτημα «Τι το ον;». Για ‘μένα προσωπικά, το πρόβλημα της σκέψης που μας απασχολεί, εμάς τους ανθρώπους του τέλους του εικοστού αιώνα, είναι, να σκεφθούμε μεν πως σκέφθηκαν αυτοί το Ον, αλλά εμείς, να μην μείνουμε κολλημένοι στο Ον σαν το στρείδι στον βράχο του. Ή έστω, να δούμε το Ον σαν μια αιώνια κίνηση, αλλά να θέσουμε ένα άλλο ερώτημα που ξεπηδάει κι ‘ναι πολύ βασικότερο: πως ξετυλίγεται ο κόσμος; Το Ον είναι για ‘μένα μία από τις φιγούρες, ένα από τα προσωπεία του κόσμου.

Αυτό που ο Ηράκλειτος ονομάζει λόγος, είναι αυτό που εμείς θα μπορούσαμε σήμερα να ονομάσουμε μαζί γλώσσα και σκέψη του ανθρώπου και του κόσμου, στο πιο απόλυτο και σχετικό με όλα τα πράγματα άνοιγμά του. Και χωρίς να δίνετε απάντηση στο τι είναι αυτός ο λόγος. Γιατί η σημαντικότερη απάντηση που μας δίνει ο Ηράκλειτος, είναι ότι ο λόγος αυτός ταυτίζεται με τον χρόνο, με τον αιώνα κι ‘ναι σαν ένα παιδί που παίζει. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά, στην πιο αντιδικτατορική αντί-ολοκληρωτική σχέση, σκέπτεται το όλον αλλά όχι ολοκληρωτικά.

«Ο χρόνος είναι ένα παιδί
που παίζει ρίχνοντας ζάρια,
ενός παιδιού η βασιλεία.»
Ηράκλειτος

Σε έναν άνθρωπο που θα μου έλεγε, ότι υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στον Ηράκλειτο-Παρμενίδη και τον Πλάτωνα-Αριστοτέλη, θα του απαντούσα όχι, υπάρχει κυρίως ρήξη. Σε έναν άνθρωπο που θα μου έλεγε, υπάρχει ρήξη ανάμεσα στον Ηράκλειτο-Παρμενίδη και τον Πλάτωνα-Αριστοτέλη, θα ‘λεγα όχι. Αυτό που προσπαθώ να σκεφθώ, είναι την συνοχή, τον χρόνο, σαν ενότητα και ρήξη μαζί. Είναι απάνω στον ίδιο δρόμο, αλλά πάνω στον ίδιο δρόμο έχει γίνει μία ποιοτική αλλαγή, ούτε προς το καλύτερο ούτε προς το χειρότερο. Και περνάμε από μία αρχαϊκή περίοδο, η οποία δεν ξέρει τη λέξη φιλοσοφία ως ουσιαστικό. Την οποία χρησιμοποιεί για πρώτη φορά ο Πλάτωνας και την κάνει σχολή, σχολή που υποδιαιρείτε στην λογική, στην φυσικά και στην ηθική. Έτσι, θα τόνιζα περισσότερο το στοιχείο της ρήξης, αλλά της παραγωγικής ρήξης, σαν ένα ζευγάρι δηλαδή που χωρίζει αλλά παραμένει πάρα πολύ φιλικά δεμένο.

Το παιχνίδι ως παιχνίδι του κόσμου, είναι θα μπορούσα να πω ο άξονας της στοχαστικής μου προσπάθειας. Γιατί αυτό που κάνει πιο πολύ ο στοχαστής, είναι να μένει μέσα σε μια στοχαστική προσπάθεια. Το παιχνίδι του κόσμου θα μπορούσα να το ονομάσω με τον ίδιο τρόπο, παιχνίδι του χρόνου ή με τον ίδιο τρόπο, μεταμορφώσεις αποσπασμάτων του όλου. Για να καταλάβουμε κάπως τι εννοώ ως παιχνίδι, πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος όλες τις ψυχολογικές-κοινωνιολογικές ερμηνείες του παιχνιδιού, που αφορούν τμηματικά παιχνίδια. Το φλερτ ή το φουτμπόλ, ένας πόλεμος ή ένα ματς τένις. Είναι τμηματικά παιχνίδια, που γίνονται μέσα στον κόσμο, είναι δηλαδή ενδοκοσμικά. Εγώ μιλάω για ένα παιχνίδι, που είναι το παιχνίδι του κόσμου του ίδιου, ο οποίος δεν υπόκειται σε καμιά αρχή.

Το βασικό ερώτημα είναι: Γιατί ξετυλίγεται ο κόσμος; Επειδή ξετυλίγεται. Αυτή είναι η απάντηση γιατί έτσι παίζει το παιχνίδι του κόσμου, ως παιχνίδι του χρόνου. Κι εμείς οι άνθρωποι, είμαστε και οι παίκτες και τα παίγνια και οι εμπαιζόμενοι από τον κόσμο. Δεν υπάρχει μια γενική απάντηση στο γιατί ξετυλίγεται ο κόσμος, ξετυλίγεται γιατί είναι παιχνίδι. Αυτό όμως που κάνουμε ως προς τον Κόσμο, είναι να τον μετατρέπουμε σε έναν μικρό κόσμο. Έναν κόσμο της ψυχικής, κοινωνικής, αισθητικής μας δράσης. Έτσι τον στενεύουμε και μέσα σε αυτά τα στενά όρια πνιγόμαστε οι ίδιοι, αγωνιούμε. Νομίζω ότι θα ωφελιότανε πάρα πολύ η ανθρωπότητα, αν καταλάβαινε ότι το έδαφος τρίζει κάτω απ’ τα πόδια της. Ότι ο ορίζοντας ανοίγεται κι ότι ο άνθρωπος, αντί να θέλει να καταδυναστεύει τον εαυτό του, τους άλλους, τα πράγματα, τον κόσμο, πρέπει να παίζει με ρυθμό το παιχνίδι του κόσμου. Υπάρχει καμιά ειδική μέθοδος γι’ αυτό; Όχι, δεν υπάρχει ένα κιτάπι που θα μπορούσα να μοιράσω ως μέθοδο. Ας στη λέξη μέθοδο, αντιθέσω την αρχαία ελληνική λέξη που ‘ναι και στα νέα ελληνικά: οδός. Υπάρχει μια οδός, μια οδός η οποία είναι βατή, είναι ένα μονοπάτι, που έχει τις δυσκολίες της και αν οδηγεί κάπου, είναι προς το ανοιχτό όλον, στο οποίο μπορούμε να ενταχθούμε. Όχι πιο μεθοδικά, αλλά πιο ρυθμικά, υπακούοντας τον ρυθμό του χρόνου.

Ο μύθος, σημαίνει μια ιστορία, μια περιπέτεια, κάτι που εκτυλίσσεται ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. Οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι είχανε τους μύθους, χρησιμοποιούσαν σαν συνώνυμο της λέξης μύθος, την λέξη μυθολογία. Δηλαδή γι’ αυτούς η μυθολογία, δεν ήταν αυτό που έγινε για ‘μας, ήτανε η ίδια η έκφραση, ο λόγος του μύθου. Μετά ο λόγος έτεινε προς μια σχετική αυτονόμηση. Εγώ θα έγραφα την λέξη μυθολογία με μια παύλα: μυθό–λογία. Όπου κι εκεί πάλι, θα βρίσκαμε και την ένωση μύθου και λόγου και το χωρισμό μύθου και λόγου. Αυτό ίσχυε πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια και ισχύει και σήμερα. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η εποχή μας είναι ρασιοναλιστική, ότι υπακούει στα πλάνα, στα προγράμματα, ότι αυτό που κυριαρχεί είν’ η επιστήμη. Λέγοντας όλα αυτά έχουνε δίκιο, μόνο που σκέπτονται πολύ ρηχά και επίπεδα, γιατί δεν βλέπουν πως η κινητήρια δύναμη της εποχής είναι μυθικοτεχνολογική. Γιατί ζει ο άνθρωπος; Γιατί θέλει να πάει στα άλλα άστρα; Δεν υπάρχει δογματική απάντηση. Γιατί τον σπρώχνει η μυθικοτεχνολογική δύναμη, η οποία απ’ τα παλιά ήταν στα σπάργανα και σήμερα εκδηλώνεται με τον πιο ριζικό και συχνά βίαιο τρόπο.

Χάιντεγκερ και Σχολή της Φρανκφούρτης: Τεχνική και Τεχνολογία

Η μεν Σχολή της Φρανκφούρτης, που θα μπορούσε να ονομαστεί ένας Εγελιανισμομαρξισμός σημερινός, βλέπει την τεχνική, βλέπει την κοινωνία, βλέπει όλα τα πράγματα να γίνονται εμπόρευμα και αντικείμενο, μόνο που η προοπτική της είναι στενά κοινωνιολογική. Άμα μιλάει για κόσμο, για τεχνική, για άνθρωπο όλη η Σχολή της Φρανκφούρτης, μιλάει για τον κοινωνικό άνθρωπο, για την υπάρχουσα κοινωνία, για το υπάρχον παιχνίδι αν θέλετε. Δηλαδή η άποψή της, δεν είναι κεντρικά στοχαστική, δεν αφορά το όλον σαν όλον, αλλά τμηματικά, κοινωνιολογικά με ορισμένες προσφορές και πολλές φορές με σοφιστικά επιχειρήματα. Ο Χάιντεγκερ βλέπει στην τεχνική, σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει «ουσία της τεχνικής», την κεντρική ουσία της εποχής μας. Με τον Χάιντεγκερ ξεχωρίζω απ’ το ότι δεν πιστεύω ότι έχει μια ουσία η τεχνική. Πουθενά, σε κανένα ουρανό και σε καμιά γη δεν είναι γραμμένη ποια είναι η ουσία της τεχνικής. Μιλάω για το αίνιγμα της τεχνικής, που είναι και για μας και για τους ανθρώπους. Και, ο Χάιντεγκερ πιστεύει, ότι η τεχνική μπορεί ίσως να ξεπεραστεί μια φορά από έναν επερχόμενο Θεό. Ενώ εγώ, δε νομίζω ότι η τεχνική μπορεί να ξεπεραστεί παρά μόνο με μία λίγο μεγαλύτερη συμφιλίωση με το όλον και το μηδέν.

Αυτό που ονομάζω μικρή αλλαγή, είναι όπως θα μπορούσε κανείς να ονομάσει μικρή αλλαγή το ότι γεννήθηκε μια μέρα ο πλανήτης γη ενώ ήταν κάτι το τεράστιο. Είναι μια μεγάλη υπόθεση, όπου ο άνθρωπος δεν είναι ο μόνος πρωταθλητής, δεν παίζεται το παιχνίδι μόνο απ’ τον άνθρωπο αλλά παίζεται κι από τον κόσμο, όχι τον κόσμο των ανθρώπων. Πρέπει να μας ανοιχτεί ριζικότερα ο ίδιος ο ορίζοντας του κόσμου, για να μπορέσουμε να παίξουμε λίγο πιο συμφιλιωμένοι μαζί του. Αλλά αυτό το λίγο είναι ένα πάρα πολύ. Όπως το ελάχιστο δευτερόλεπτο που γέννησε το σύμπαν, το μπιγκ μπανγκ ήταν κάτι το τεράστιο και το ελάχιστο σύγχρονα.

Στο Παρίσι φτάσαμε να γίνουμε φίλοι με τον Χάιντεγκερ, να είμαι μεταφραστής του σε ένα συνέδριο, να έχουμε στενές φιλικές σχέσεις, οι οποίες διακόπησαν άμα είδα καλύτερα και καθαρότερα ότι υπήρχε σε αυτόν τον άνθρωπο μία στενότητα στο να αναγνωρίσει το ναζιστικό στοιχείο, που περνάει σαν νήμα από όλο του το έργο, χωρίς να μπορούμε να τον ορίσουμε ναζιστή ή να τον προσδιορίσουμε απ’ αυτό και μόνο. Ένα δεύτερο θέμα ήταν πως στην θέση του Είναι, του Είναι των Όντων για το οποίο μιλάει, εγώ μιλάω για τον κόσμο, για ένα κόσμο ο οποίος περικλείει όλους τους κόσμους και είναι ανοιχτός. Τρίτον, ο τελευταίος Χάιντεγκερ, οι τελευταίες λέξεις που έγραψε ήτανε: «Μόνος ένας Θεός μπορεί να μας σώσει».


Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ ήταν Γερμανός φιλόσοφος. Υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές αλλά και αμφισβητούμενες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα

«Ο άνθρωπος είναι το δεινόν.
το πιο ανοίκειο από τα ανοίκεια.»
                                      Χάιντεγκερ

Η ιδιοκτησία κι η καταστροφή

Πιο νέος ονόμαζα την σκέψη τραγική, ή τύχαινε να μιλήσω και για την κωμωδία του κόσμου. Στη σημερινή εποχή, στην εποχή που τελειώνει ενώ σύγχρονα αρχίζει μια άλλη εποχή, δεν θα χαρακτήριζα την σκέψη πια, ούτε ως τραγική ούτε ως κωμική, απλώς ως ανοιχτή. Το άνοιγμα ακριβώς αυτό, είναι η περιπλάνηση. Δεν είν ‘ ο άνθρωπος που πλανάται απάνω στην γη. Πλάνης είν’ ο πλάνης αστήρ, μας λεν τα αρχαία ελληνικά. Το άστρο που μέσα στον ουρανό ενώ υπακούει σε μία κίνηση δεν κινείται όπως θέλει, μένει πλάνης. Όλη η ανθρώπινη περιπλάνηση δεν μπόρεσε ποτέ να πάψει να είναι αυτό που είναι, δηλαδή περιπλάνηση. Και δημιούργησε φραγμούς, δηλαδή η αλήθεια, το ωραίο, το σωστό, το καλό, το δίκαιο. Όλοι αυτοί οι θεσμοί κι όλα αυτά τα μεγάλα ονόματα, είναι τώρα και μερικές δεκάδες χρόνια που γκρεμίζονται συνεχώς κάτω από τα πόδια μας και μπροστά στα μάτια μας. Εμείς δεν θέλουμε να ειδούμε ακόμα αυτό το σύνολο ερειπίων, που αποτελείται από τον σημερινό κόσμο. Δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει μια απλή αναγέννηση αλλά μπορούμε, όπως ο Οιδίποδας, αναγνωρίζοντας την καταστροφή. Αναγνωρίζοντας αυτήν την πρώτη καταστροφή, που είναι η σκέψη και η περιπλάνηση του ανθρώπου, να οδηγηθούμε σε μια εποχή που θα ξεφύγει απ’ την τυραννία του ωραίου, του αληθινού, του σωστού, του καλού. Όχι για να πέσουμε βέβαια στην δημοκρατία του οτιδήποτε, αλλά να φτάσει σε ένα στοχαστικό άνοιγμα, όπου τον άλλον δε θα νομίζουμε ποτέ ότι τον κατέχουμε. Το μυστικό της αλλαγής θα έλεγα είναι στην ιδιοκτησία. Μόνο όταν ο άνθρωπος πάψει να θεωρεί τον εαυτό του ιδιοκτησία, την σύντροφο ή τον σύντροφο ιδιοκτησία του, τους φίλους του ιδιοκτησία, την χώρα του ιδιοκτησία, τις ιδέες ή τα καλλιτεχνικά του έργα ιδιοκτησία και να θεωρεί τον ίδιο τον εαυτό του και όλα τα πράγματα ιδιοκτησία, τότε θα δει ότι ο ίδιος, δεν είναι παρά ιδιοκτησία του κόσμου. Του κόσμου που αγνοεί κάθε έννοια ιδιοκτησίας.

Είναι δυόμιση χιλιάδες χρόνια, που είναι η ανθρωπότητα σαν να περιμένει μια μεγάλη καταιγίδα, καταιγίδα με την διπλή έννοια επίσης. Της καταστροφής αλλά και του φωτίσματος του κεραυνού, που σκίζει στα δύο τον ουρανό. Και αυτή δεν είναι μια ελπίδα, είναι μια αναμονή πέρα από τον κοινό λόγο, ο οποίος γίνεται συχνά κοινοτοπία. Θα έλεγα, ούτε πια ένας λόγος, γιατί η εποχή του λόγου τείνει να κλείσει με τη φιλοσοφία. Αλλά για μια ανοιχτή, φιλική σκέψη που να ξεπερνάει κάθε αίσθηση ιδιοκτησίας ως προς όλα τα πράγματα, όλα τα πρόσωπα. Ο άνθρωπος δεν είναι υποκείμενο, ο άνθρωπος είναι το ομιλούν απόσπασμα του κόσμου, τα αντικείμενα που βρίσκονται μπροστά μας, δεν είναι αντικείμενα πεταγμένα και τοποθετημένα έτσι ή αλλιώς, αλλά είναι επίσης αποσπάσματα του κόσμου.

Κάθε εποχή έχει ένα δικό της πεπρωμένο, που δεν έχει καμία σχέση με την μοίρα, και είναι η εποχή που έχει τον άνθρωπο κι όχι ο άνθρωπος την εποχή. Ο άνθρωπος που σκέφτεται το πεπρωμένο, δεν είναι ένα άλλοθι ως προς αυτό που γίνεται, γιατί είναι σύγχρονα και μία πράξη. Η ανοιχτή αυτή πράξη εμφανίζεται στα όλα, στις επαγγελματικές του σχέσεις, στις ερωτικές του σχέσεις, στις πολιτικές του σχέσεις. Μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα βήμα προς τα μπρος, όχι ξεπερνώντας την περιπλάνηση αλλά αναγνωρίζοντάς την κι αυτό θα άλλαζε την επαφή. Το ποτήρι που έχω απέναντι μου, δεν είναι ένα αντικείμενο το οποίο απλώς μπορώ να σπάσω, απ’ το οποίο απλώς μπορώ να πιω, είναι ένα δώρο του κόσμου, είναι ένα απόσπασμα του κόσμου και οι σχέσεις μας αυτές αν αλλάξουν, το άλλαγμα αυτό θα δημιουργήσει ένα νέο κλείσιμο με τη σειρά του. Γιατί, δεν υπάρχει ένα τελικό happy end. Δεν θα ήτανε μια υπεκφυγή του κόσμου αλλά θα ήτανε ίσως, η ριζικότερη σιωπηλή και αθόρυβη εισβολή, στα πεπρωμένα τα σημερινά και τα μέλλοντα.

Το τέλος της τέχνης

Με τις φράσεις που έχω πει και γράψει για το τέλος της τέχνης, το τέλος της φιλοσοφίας, το τέλος της πολιτικής, έχω δημιουργήσει αφάνταστες παρεξηγήσεις. Όλοι νομίζουνε ότι τα πράγματα όλα θα σταματήσουνε, σαν ένα οποιοδήποτε λεωφορείο που θα σταματήσει σε μία ορισμένη στάση. Πρώτον, μιλάω για το τέλος της μεγάλης τέχνης, της μεγάλης πολιτικής, της μεγάλης φιλοσοφίας. Δεύτερον, το τέλος διαρκεί, το τέλος δεν είναι στιγμιαίο. Το τέλος μπορεί να διαρκέσει ακόμα περισσότερο απ’ όσο διήρκησε το ίδιο το πράγμα. Η καταγωγή της τέχνης, της σκέψης, της πολιτικής, χάνονται στα βάθη του ορίζοντα και των χρόνων. Αυτό που βλέπουμε και ζούμε σήμερα χωρίς να θέλουμε να το αναγνωρίσουμε, είναι ότι η πολιτική έχει πάψει να είναι μεγάλη πολιτική κι έχει γίνει, τεχνική της γραφειοκρατικής διάρθρωσης των συνόλων. Ότι η μεγάλη τέχνη έχει γίνει περισσότερο καλλιτεχνική ευρεσιτεχνία. Ότι οι σκεπτόμενοι οι ίδιοι, άμα παίρνουνε στα σοβαρά, στα σοβαρά εννοώ με πολύ χιούμορ τον ρόλο τους, δεν αυτονομάζονται φιλόσοφοι αλλά στοχαστές. Ο Χάιντεγκερ επέμενε συνέχεια λέγοντας, πως δεν υπάρχει Χαιντεγκεριανή φιλοσοφία.

Έτσι λοιπόν μια σκοτεινή καταγωγή, μας οδηγεί προς ένα τέλος που θα διαρκέσει. Για να τολμήσω μια προφητεία, θα ‘λεγα ότι το τέλος αυτό θα διαρκέσει αιώνες. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα θα γίνονται γεγονότα, και πολιτικά και φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά, δεν θα έχουν όμως την σημασία που είχαν. Δεν θα έχουν πια το νόημα που είχανε ως σήματα του κόσμου. Αντίθετα, το άνοιγμα για το οποίο μιλάω, το ξεπέρασμα της πολιτικής, το ξεπέρασμα της παραδοσιακής φιλοσοφίας, το ξεπέρασμα της ιστορίας, μας οδηγεί σε μια πιο φιλική σχέση με τα πράγματα και σύγχρονα μας οδηγεί όχι προς ένα παράδεισο, αλλά προς μία κατάσταση, που θα ‘χει τα δικά της τα ανοίγματα. Θα υπακούει στο δικό της άνοιγμα και θα έχει και τα κλεισίματά της. Έτσι, όλοι θα ‘πρεπε σύγχρονα να τρέμουνε, ακούγοντας περί του τέλους του Α’ ή Β’ ή Γ’ πράγματος. Να σκέφθονται ότι αυτό που κάνουνε θα συνεχίζεται επί αιώνες. Και οι πιο τολμηροί να σκεφτούν, ότι οδηγεί σε έναν δρόμο πιο πέρα αυτό το στενό μονοπάτι, αυτό για το οποίο μίλησα πριν.

Αυτό το στενό μονοπάτι, οδηγεί όχι προς την φιλοσοφία, όχι προς ένα σύστημα αλλά προς μια ανοιχτή σκέψη. Η πολιτική πράξη ,αντί να θέλει να είναι τεχνική της διακυβέρνησης, θα μπορούσε να γίνει τεχνική της συνεύρεσης των ανθρώπων. Τέλος, η ίδια η τέχνη, αντί να θέλει να μας στήνει ωραία αγάλματα ή πίνακες, θα μπορούσε να εγγραφεί περισσότερο στην ποιητικότητα του κόσμου, που δεν στηρίζεται σε αριστουργήματα αλλά που μπορεί να διαπεράσει τη στιγμή. Δυο βλέμματα ανθρώπων που συναντιούνται, το κοίταγμα ενός δέντρου, ενός στοιχείου της φύσης, ένα αίσθημα που μας διαπερνάει, η σκέψη που μας προκαλεί ένα κείμενο. Δηλαδή η ανοιχτή σκέψη κι η ποιητικότητα για την οποία μιλάω, ως ξεπέρασμα του τέλους. Όσο το τέλος αυτό θα διαρκεί, θα έπρεπε να κάνει τους ανθρώπους να πάψουνε να είναι απαισιόδοξοι, όχι για να γίνουν αισιόδοξοι αλλά για να δούνε ότι η ανοιχτή σκέψη και η  ποιητικότητα του κόσμου, είναι πέρα από κάθε οπτιμισμό ή πεσιμισμό.


Κώστας Αξελός, Προς την πλανητική σκέψη (1996)

Προς την πλανητική σκέψη

Ως δάσκαλος, για όσα χρόνια δίδαξα στην Σορβόννη, προσπάθησα ακριβώς να μην έχω αυτή τη σχέση ιδιοκτησίας. Δεν έλεγα ποτέ οι φοιτητές Μου, το πανεπιστήμιό Μου. Δεν θεωρούσα εγώ ότι βαθμολογούσα. Είχα εφαρμόσει ένα σύστημα, όπου οι ίδιοι βαθμολογούσαν τον εαυτό τους και συνήθως πιο αυστηρά απ’ ότι έπρεπε. Δηλαδή υπάρχουνε σπέρματα, στοιχεία μιας άλλης συμπεριφοράς και στη σχέση δασκάλου με μαθητή, από την στιγμή που ο μαθητής παύει να είναι μαθητής και γίνεται δάσκαλος, αλλά πάντα μαθητευόμενος κι αυτός. Θα ευχόμουνα στους τηλεθεατές ή στους αναγνώστες, την εγκατάλειψη των στηριγμάτων των δογματικών, όποιων και να είναι. Να τα δούνε ως κάτι το τρεμάμενο, αλλά όπως ένα φύλλο που τρέμει στον αέρα, όχι ως κάτι το αρνητικό. Αυτό που θα ευχόμουνα, είναι η σκέψη που με κυριαρχεί να με κυριαρχεί όλο ένα και περισσότερο, δηλαδή να μην είμαι εγώ αυτός που παράγει αυτή τη σκέψη, αλλά η σκέψη που με διαπερνάει να κυριαρχεί περισσότερο, τόσο εμένα όσο και τους άλλους. Σύγχρονα, την εγκατάλειψη κάθε ιδέας ή ιδιοκτησίας του Μου που δημιουργεί, και όλες τις εθνικές ενέργειες. Και προς τον εαυτό μας κι ως προς τους άλλους και προς τα αποσπάσματα του κόσμου. 

Επίσης θα ήθελα το ξεπέρασμα κάθε οντολογίας, σχεδόν το ξεπέρασμα της κλασσικής φράσης. Η κλασσική φράση, μαθαίνουμε στην γραμματική, είναι: το ρόδο είναι κόκκινο, το «ρόδο» υποκείμενο, το «είναι» το συνδετικό ρήμα. Ο Χάιντεγκερ, ο τελευταίος μεγάλος στοχαστής μέχρι σήμερα, στάθηκε γύρω στο «είναι» και προσπάθησε κάπου – κάπου να το ξεπεράσει το ίδιο. Εγώ προσπαθώ να δουλέψω μία σχέση και στα γραπτά και στα προφορικά, αλλά και στην ίδια μου την έμπρακτη καθημερινή ζωή, που να μην υπάρχει το: «είναι». Να μην είναι κανείς προσκολλημένος σε αυτό που «είναι», ή να λυπάται γι’ αυτό που δεν «είναι». Μια σύνταξη σχεδόν θα έλεγα αλλιώτικη, που κάθε φράση θα μπορεί και να αντιστρέφεται και να ξεπεράσουμε αυτό το κόλλημα το οντολογικό, που μας δέρνει από τον Παρμενίδη σχεδόν μέχρι σήμερα, σαν να υπάρχει για κάθε πράγμα ο λόγος του «είναι». Το «είναι», με έψιλον κεφαλαίο, δεν είναι παρά ένα από τα πρόσωπα ή τα προσωπεία του κόσμου, σε μια εποχή που η διάκριση η ίδια του προσώπου και του προσωπείου τείνει στην εξάλειψή της.

Από την εκπομπή της ΕΡΤ: «ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ», 1990.
Έρευνα – Συνέντευξη: Γιάγκος Ανδρεάδης