Ο Μπέργκμαν για τον Μπέργκμαν

Ο Μπέργκμαν για τον Μπέργκμαν,  Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Εκδόσεις Κάμερα-Στυλό,   Μετάφραση Λουκά Θεοδωρακόπουλου, Απομαγνητοφώνηση: Κωνσταντίνος Σύρμος


Ο Μπέργκμαν για τον Μπέργκμαν

Απομαγνητοφώνηση: Κωνσταντίνος Σύρμος

Ο Μπέργκμαν για τον Μπέργκμαν

Το να κάνω ταινίες είναι για μένα μια φυσική ανάγκη, όπως η πείνα και η δίψα. Άλλοι εκφράζονται γράφοντας βιβλία, κάνοντας ορειβασία, δέρνοντας τα παιδιά τους ή χορεύοντας σάμπα. Εγώ εκφράζομαι κάνοντας ταινίες. Ο σκηνοθέτης που φτιάχνει μια ταινία, πρέπει να υπολογίζει κάθε στιγμή τις αντιδράσεις του κοινού του. Εγώ προσωπικά θέτω διαρκώς στον εαυτό μου το εξής ερώτημα: Μπορώ να εκφραστώ πιο απλά; Πιο καθαρά, πιο λυτά; Μπορεί ο καθένας να καταλάβει αυτό που θέλω να πω τώρα; Μπορεί και το πιο απλό μυαλό να παρακολουθήσει την εξέλιξη των γεγονότων; Και κάτι ακόμη σημαντικότερο, μέχρι ποιο σημείο έχω το δικαίωμα να κάνω παραχωρήσεις; Και που αρχίζουν οι υποχρεώσεις απέναντι στον εαυτό μου; Κάθε πειραματισμός φέρνει κατ’ ανάγκη μέσα του ένα μεγάλο κίνδυνο, γιατί μας απομακρύνει πάντα από το κοινό. Και η απομάκρυνση από το κοινό, μπορεί να οδηγήσει στη στειρότητα και στην απομόνωση του γυάλινου πύργου.

Μερικές από τις ταινίες μου ωριμάζουν γρήγορα και τελειώνουν σε λίγο χρόνο. Είναι αυτές που ανταποκρίνονται στις γενικές απαιτήσεις. Παιδιά πάντα απείθαρχα, αλλά με καλή υγεία, για τα οποία μπορεί να κάνει κανείς αμέσως την πρόβλεψη. Είναι αυτά που θα θρέψουν την οικογένεια. Ύστερα έρχονται οι άλλες ταινίες, αυτές που προχωρούν αργά, που παίρνουν χρόνια, που αρνούνται να υποταχτούν στους τεχνικούς και μορφικούς κανόνες. Αυτές που αρνούνται γενικά κάθε συγκεκριμένη λύση. Είναι οι ταινίες που κατοικούν στο μισόφωτο. Αν θέλεις να τις βρεις, θα πρέπει να τις ακολουθήσεις, να ανακαλύψεις μια υπόθεση, πρόσωπα, καταστάσεις. Κάποιος που, όπως εγώ, έτυχε να γεννηθεί μέσα στην οικογένεια ενός Πάστορα, μαθαίνει από πολύ νωρίς να κοιτάζει πίσω από τα παραπετάσματα της ζωής και του θανάτου. Ο πατέρας πηγαίνει σε μια κηδεία, σε έναν γάμο, σε μία βάφτιση, ετοιμάζει ένα κήρυγμα.

Από πολύ νωρίς γνωρίζεται επίσης με το διάβολο και όπως συμβαίνει στα παιδιά, έχει ανάγκη να του δώσει μια συγκεκριμένη μορφή. Εδώ είναι που μπαίνει στο παιχνίδι ο μαγικός φανός. Εκείνη η τσίγκινη λάμπα πετρελαίου με τις χρωματικές φωτοσκιάσεις –ακόμα νιώθω την μυρωδιά της ζεσταμένης λαμαρίνας- και εκείνο το κόκκινο μεσαιωνικό σκουφί και ο λύκος. Ο λύκος ήταν ο διάβολος χωρίς κέρατα, αλλά με ουρά και ζωηρό κόκκινο στόμα. Παράξενα ψηλαφητός και ωστόσο απρόσιτος. Ο αντιπρόσωπος του κακού και της τιμωρίας, πάνω στην λουλουδάτη ταπετσαρία του δωματίου των παιδιών. Η πρώτη ταινία που είχα στην κατοχή μου, είχε ένα χρώμα μαυριδερό και τρία μέτρα μάκρος. Παρουσίαζε μια νεαρή γυναίκα να κοιμάται σ’ ένα λιβάδι, μετά ξυπνούσε, τεντωνόταν, σηκωνόταν όρθια και με τα χέρια απλωμένα, εξαφανιζόταν από την δεξιά μεριά της εικόνας. Αυτό ήταν όλο. Πάνω στο κουτί της ταινίας, ήταν σχεδιασμένο ένα κοκκινωπό σκίτσο με τις λέξεις «Frau Holle». Κανένας από τους γύρω μου δεν ήξερε ποια είναι η Frau Holle, αλλά αυτό δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Η ταινία προβαλλόταν κάθε βράδυ με μεγάλη επιτυχία, ώσπου σκίστηκε τόσο, που δεν σήκωνε πια επισκευή.

Αυτός ο μικρός, ασταθής κινηματογράφος, υπήρξε το πρώτο μου μαγικό κουτί. Συχνά αναρωτιόμουν παραξενεμένος, πως γίνεται αυτό το μηχανικό παιχνίδι, με τα ανάλλαχτα πρόσωπα και πράγματα, να με γοητεύει τόσο και το ίδιο μου συμβαίνει και σήμερα. Η σκέψη, μου έρχεται συνήθως στο στούντιο ή μέσα στο μισόφωτο της αίθουσας του μοντάζ. Όταν μπροστά στα μάτια μου έχω την μικρή εικόνα και μέσα από τα δάχτυλά μου γλιστράει το φιλμ. Ή ακόμα, κατά τη διάρκεια του νοερού εκείνου τοκετού, που αντιστοιχεί στο στάδιο της ανασύνθεσης. Όταν η τελειωμένη ταινία, αρχίζει να δείχνει σιγά-σιγά το πρόσωπό της. Δεν μπορώ τότε να αποφύγω τη σκέψη ότι, κρατώ στα χέρια μου ένα όργανο τόσο διεισδυτικό, που με τη βοήθειά του θα μπορούσαμε να φωτίσουμε την ανθρώπινη ψυχή, με ένα φως εκτυφλωτικό. Να την αποκαλύψουμε πιο βίαια, προσαρτώντας έτσι καινούρια εδάφη πραγματικότητας στη γνώση μας. Δεν είναι απίθανο μάλιστα, να ανακαλύπταμε και κάποια χαραμάδα, που θα μας επέτρεπε να εισδύσουμε στο σκιόφωτο της  πραγματικότητας και να διηγηθούμε ιστορίες με ένα καινούριο και συναρπαστικό τρόπο.

Διακινδυνεύοντας μια άποψη που δε μπορώ να τεκμηριώσω. Θα ‘λεγα πως κατά τη γνώμη μου, εμείς που φτιάχνουμε ταινίες δεν χρησιμοποιούμε παρά ένα ελάχιστο μέρος από την τεράστια δύναμη που κρατάμε στα χέρια μας. Πως δεν βάζουμε σε κίνηση παρά το μικρό δάχτυλο ενός γίγαντα. Ενός γίγαντα κάθε άλλο παρά ακίνδυνου. Δεν αποκλείεται όμως και να γελιέμαι. Ίσως ο κινηματογράφος να ‘χει κιόλας φτάσει στο απόγειο της εξέλιξής του και να είναι ανίκανος, από τη φύση του, να κατακτήσει καινούρια εδάφη. Ίσως να βρισκόμαστε κιόλας κολλημένοι στον τοίχο κι ο δρόμος να βγάζει σ’ αδιέξοδο. Πολλοί έχουν αυτή τη γνώμη και είναι γεγονός ότι βρισκόμαστε ήδη μέσα σε ένα τέλμα, με τη μύτη έξω απ’ το νερό. Παραλυμένοι απ’ τις οικονομικές δυσχέρειες, τους συμβιβασμούς, την ηλιθιότητα, το φόβο, την αβεβαιότητα και τη σύγχυση.

Ποιος είναι ο σκοπός μου;

Με ρωτούν μερικές φορές, τι ψάχνω να βρω μέσα στις ταινίες μου. Ποιος είναι ο σκοπός μου. Η ερώτηση είναι δύσκολη και επικίνδυνη και συνήθως απαντώ μ’ ένα ψέμα ή μια υπεκφυγή: Ψάχνω να βρω την αλήθεια για τη μοίρα του ανθρώπου, την αλήθεια όπως εγώ τη βλέπω. Η απάντηση αυτή ικανοποιεί τους ανθρώπους, αλλά εγώ αναρωτιέμαι συχνά, πως γίνεται να μην αντιλαμβάνεται κανένας τη μπλόφα μου. Γιατί η αληθινή απάντηση, θα έπρεπε να είναι η ακόλουθη: «Έχω απόλυτη ανάγκη να εκφράζω με τις ταινίες μου και με τρόπο εντελώς υποκειμενικό, ό,τι προβληματίζει τη συνείδησή μου. Συνεπώς, δεν έχω άλλο σκοπό από τον ίδιο τον εαυτό μου. Το καθημερινό μου ψωμί, τη ψυχαγωγία και την εκτίμηση του κοινού. Ένα είδος αλήθειας, που ανακαλύπτω εκείνη ακριβώς τη στιγμή.» Και αν προσπαθήσω να συμπυκνώσω τη δεύτερη αυτή απάντηση, η τελική της μορφή δεν θα ‘χει τίποτα το ενθουσιαστικό. Πρόκειται για μια δραστηριότητα χωρίς μεγάλη σημασία. Δεν θα ‘λεγα πως το συμπέρασμα αυτό με πικραίνει υπερβολικά. Βρίσκομαι κι εγώ στην ίδια θέση με τους περισσότερους καλλιτέχνες της γενιάς μου. Ξέρω πως η δουλειά μας δεν έχει μεγάλο νόημα, η τέχνη για την τέχνη, η προσωπική μου αλήθεια ή μια αλήθεια κατά τα τρία τέταρτα, ή καθόλου αλήθεια, εκτός απ’ το ότι έχει αξία για μένα.

Ξέρω ότι αυτή η άποψη δεν είναι καθόλου δημοφιλής, προπάντων στις μέρες μας. Σπεύδω λοιπόν να διευκρινίσω τη θέση μου, θέτοντας την ερώτηση με άλλο τρόπο: Τι θα θέλατε να έχετε σαν σκοπό φτιάχνοντας τις ταινίες σας; «Διηγούνται πως κάποτε, ο καθεδρικός ναός της Σαρτρ, χτυπημένος από κεραυνό κάηκε ολοκληρωτικά. Τότε λένε, χιλιάδες άνθρωποι κάθε είδους, έτρεξαν απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου. Διέσχισαν την Ευρώπη και βάλθηκαν όλοι μαζί να ξαναχτίσουν το ναό πάνω στα παλιά του θεμέλια. Έμειναν εκεί, ώσπου το τεράστιο κτίσμα τελείωσε. Αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, εργάτες, ταχυδακτυλουργοί, αρχιερείς, ευγενείς, αστοί. Αλλά τα ονόματά τους παρέμειναν άγνωστα. Ακόμα και σήμερα, κανείς δεν ξέρει πως ονομάζονται, εκείνοι που ξανάχτισαν τον καθεδρικό ναό της Σαρτρ.» Χωρίς τα παραπάνω να σας κάμουν να προδικάσετε τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις ή αμφιβολίες, πράγμα άλλωστε που δεν έχει καμιά θέση εδώ, δε μπορώ να μη σκέφτομαι ότι, η τέχνη έχασε τη ζωτική της σημασία από τη στιγμή που χωρίστηκε από τη θρησκεία. Έκοψε τον ομφάλιο λώρο που την έδενε μαζί της και ζει τη δική της ξεχωριστή ζωή, τρομερά άγονη, χωρίς φωτιά, εκφυλισμένη. Η συλλογική, δημιουργική δραστηριότητα, η ταπεινόφρονη ανωνυμία, είναι ξεχασμένα και θαμμένα λείψανα, που δεν έχουν πια καμιά αξία. Οι μικρές πληγές του Εγώ και ο κωλικός της ηθικής, εξετάζονται με το μικροσκόπιο.

Sub specie aeternitatis

Ο φόβος του σκοταδιού, που χαρακτηρίζει τον υποκειμενισμό και τις ανήσυχες συνειδήσεις, έγινε η μεγάλη μόδα της εποχής. Και τελικά, δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να τρέχουμε μέσα σε ένα περιφραγμένο χώρο, φιλονικώντας πάνω στο θέμα της μοναξιάς μας, χωρίς να ακούμε ο ένας τον άλλον. Ούτε να αντιλαμβανόμαστε, ότι πιεζόμαστε αμοιβαία με κίνδυνο να πεθάνουμε από ασφυξία. Αυτός είν’ ο λόγος, που οι ατομιστές δεν έχουν μάτια παρά για τον εαυτό τους. Αρνούνται την ύπαρξη αυτών που βλέπουν και επικαλούνται την παντοδυναμία του ανεξιχνίαστου, χωρίς να δοκιμάσουν ποτέ τη λυτρωτική δύναμη που προσφέρουν οι συλλογικές χαρές. Είμαστε τόσο τοξινομένοι από τους φαύλους κύκλους μας, τόσο φυλακισμένοι μέσα στην ίδια μας την αγωνία, που καταντούμε ανίκανοι να ξεχωρίσουμε το αληθινό από το ψεύτικο, τα ιδανικά των γκάνγκστερ από μία ειλικρινή παραίτηση.

Στην ερώτηση λοιπόν, για τις επιδιώξεις των ταινιών μου, θα μπορούσα να πω: Θέλω να είμαι ένας από τους καλλιτέχνες του καθεδρικού ναού, που υψώνεται πάνω στην πεδιάδα. Θέλω να βγάλω από την πέτρα το κεφάλι ενός δράκοντα, ενός αγγέλου, ενός δαίμονα ή έστω ενός αγίου, αδιάφορο. Σε κάθε περίπτωση νιώθω την ίδια χαρά. Δεν έχει σημασία αν είμαι πιστός ή άπιστος, χριστιανός ή ειδωλολάτρης. Εργάζομαι για το χτίσιμο του ναού μαζί με τους άλλους, γιατί είμαι καλλιτέχνης κι έμαθα να αποσπώ από την πέτρα μορφές, μέλη και σώματα. Δεν με ενδιαφέρει η υστεροφημία, ούτε οι κρίσεις των συγχρόνων μου. Το όνομα και το επώνυμό μου, δε βρίσκονται χαραγμένα πουθενά και θα εξαφανιστούν μαζί μου. Όμως, ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου, θα επιζήσει μέσα στην θριαμβική, ανώνυμη ολότητα του ναού. Ένας δράκοντας ή ένας δαίμονας, ή έστω ένας άγιος, αδιάφορο.

Στοιχεία για την αγορά χαλκού, Γιώργος Κοροπούλης, Τρίτο Πρόγραμμα.
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Εκδόσεις Κάμερα-Στυλό, 
Μετάφραση Λουκά Θεοδωρακόπουλου.