Από την Δημοκρατία στην Μεταδημοκρατία

Από την Δημοκρατία στην Μεταδημοκρατία, Κόλιν Κράουτς (Colin Crouch), Σαντάλ Μουφ. (Chantal Mouffe), Μιγκέλ Αμπενσούρ (Miguel Abensour) Μεταφορά/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος



Από την Δημοκρατία στην Μεταδημοκρατία

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Κρίσεις για την κρίση της δημοκρατίας

Κόλιν Κράουτς  κοινωνιολόγος, καθηγητής στο Warwick Business School και συγγραφέας του βιβλίου «Μεταδημοκρατία»
Κόλιν Κράουτς
κοινωνιολόγος, καθηγητής στο Warwick Business School και συγγραφέας του βιβλίου «Μεταδημοκρατία»



Πλέον, βλέπει κάποιος παντού  την αυξανόμενη σημασία και προβολή των επιχειρήσεων και ατομικά των ηγετικών στελεχών τους στη δημόσια ζωή, κυρίως μέσα από την ανάπτυξη των κρατικών «υπεργολαβιών». Βλέπει παντού τον ανερχόμενο ρόλο του ιδιωτικού τομέα, στη συμπαραγωγή και την ενάσκηση των δημοσίων πολιτικών. Ή την κυριαρχία επιχειρηματικών κριτηρίων στη λήψη αποφάσεων. Να σας δώσω ένα παράδειγμα από την Αγγλία. Η κυβέρνηση αποφάσισε πρόσφατα, ότι όσον αφορά τα ζητήματα της διατροφικής υγείας, θα συμβουλεύεται την εταιρία Mac Donalds και κάποιες άλλες εταιρίες ταχυφαγείας. Οι πολίτες δείχνουν να μην κατανοούν, πως είναι σαν να βάζεις εγκληματίες ως επικεφαλής της αστυνομίας. Μοιάζει να έχει διανυθεί πολύς δρόμος προς την κατεύθυνση αποδοχής ενός επιχειρηματικού καθορισμού, όσον αφορά τα «μέτρα και τα σταθμά» της κοινωνίας. Αυτό είναι ένα ισχυρό σύμπτωμα περάσματος στην μεταδημοκρατία. Ο κυρίαρχος ρόλος δηλαδή, που έχει το επιχειρηματικό κεφάλαιο στην πολιτική. Κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές στις Η.Π.Α, όπου υπάρχουν κόμματα των οποίων η επιβίωση, εξαρτάται από την χρηματοδότησή τους από τις επιχειρήσεις.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε τι προηγήθηκε της κρίσης στον αγγλό-αμερικανικό κόσμο, αλλά και στις χώρες που επηρεάζονται από αυτόν και είναι πολλές. Εξαρτηθήκαμε πολύ από ένα μοντέλο χρηματιστηριακών αγορών για να εξασφαλίσουμε την οικονομική επιτυχία. Κυρίως για να μπορέσουν απλοί άνθρωποι να αποκτήσουν αρκετά χρήματα, ώστε να αγοράζουν ό,τι επιθυμούσαν. Έμοιαζε με ένα πολύ επιτυχημένο μοντέλο, ιδίως για όσους είχαν υποθήκες για στεγαστικά δάνεια. Επανυποθήκευσαν τα σπίτια τους κερδίζοντας χρήματα, πολύ περισσότερα από όσα μπορούσαν να περιμένουν από τους μισθούς τους. Οι τράπεζες θεωρούσαν ότι κάτι τέτοιο ήταν εντάξει γιατί μπορούσαν να «μεταπωλήσουν» το ρίσκο. Τώρα ξέρουμε ότι δεν υπολόγιζαν το ρίσκο αυτό κι έτσι οδηγηθήκαμε στη κρίση. Στο μεταξύ όμως, το μοντέλο αυτό είχε καταστεί ο κύριος τρόπος με τον οποίο η νεοφιλελεύθερη οικονομία, επιχειρούσε να ικανοποιήσει τα μαζικά αιτήματα.  Οι κυβερνήσεις δεν εγγυούνταν πια την πλήρη απασχόληση. Έκαναν πίσω στην υποστήριξη των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά οι άνθρωποι συνέχισαν να καταναλώνουν και να απολαμβάνουν οικονομική ευμάρεια μέσω δανεισμού. Δεν ακολούθησαν όλες οι χώρες αυτό το μοντέλο αλλά πολλές το έκαναν. Τώρα, το μοντέλο αυτό εισήλθε σε κρίση, όμως οι πολιτικές ελίτ, τουλάχιστον στον αγγλό-αμερικανικό κόσμο και στη ζώνη επιρροής του, δεν γνωρίζουν άλλο σύστημα. Τους έλυνε ένα πρόβλημα… το πώς να ικανοποιηθούν οι μάζες του πληθυσμού και να λειτουργούν ως ευτυχισμένοι καταναλωτές. Ακόμα και όταν, η θέση τους στην αγορά εργασίας γινόταν επισφαλής και όταν έφθινε το κράτος πρόνοιας. Γι αυτό νομίζω ότι το ένστικτό των περισσότερων πολιτικών ελίτ, με την εξαίρεση ίσως της Γερμανίας και της Γαλλίας, ήταν να επιχειρήσουν την επανεκκίνηση του ίδιου συστήματος όσο πιο γρήγορα γίνεται. Έπρεπε να δείξουν, για λίγο, ότι τιμωρούν τις τράπεζες, ότι αλλάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Αλλά σταδιακά, επιχείρησαν την επανεδραίωση του συστήματος κι αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό κομμάτι της μεταδημοκρατίας.

Ο χρηματοπιστωτικός, είναι ο κυρίαρχος τομέας του επιχειρηματικού τομέα, αφού όλοι οι άλλοι τομείς μπορούν να κατευθύνουν τους πόρους τους σε αυτόν και να τον χρησιμοποιήσουν. Για τον χρηματοπιστωτικό τομέα ισχύει κάτι, που ακούγεται πολύ κατά τη διάρκεια της κρίσης, ότι «Είμαστε πολύ μεγάλοι για να καταρρεύσουμε.» Αν μια εταιρία είναι πολύ μεγάλη για να καταρρεύσει, είναι μια εταιρία που δεν την κυβερνά η αγορά. Αν είναι πολύ μεγάλη για να καταρρεύσει, και γι’ αυτό να πρέπει να την σώσει η κυβέρνηση, τότε είναι πολύ μεγάλη για να την ελέγχει και να την κυβερνά η πολιτεία. Πρόκειται λοιπόν για ένα κομμάτι της οικονομίας, που δεν υπακούει ούτε στους κανόνες της αγοράς, ούτε στους κανόνες της πολιτικής και της δημοκρατίας.

Σαντάλ Μουφ  πολιτική φιλόσοφος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Westminster, συγγραφέας των βιβλίων «Το δημοκρατικό παράδοξο» και «Επί του πολιτικού»
Σαντάλ Μουφ
πολιτική φιλόσοφος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Westminster, συγγραφέας των βιβλίων «Το δημοκρατικό παράδοξο» και «Επί του πολιτικού»


Ο φιλελευθερισμός είναι απολύτως  ανίκανος να κατανοήσει τη φύση του πολιτικού. Όταν υποκρίνεται ότι μιλά για την πολιτική, καταφεύγει είτε σε ένα λεξιλόγιο δανεισμένο από την οικονομία, είτε σε ένα λεξιλόγιο δανεισμένο από την ηθική. Αυτό ακριβώς με οδήγησε να εξετάσω τα δύο κυριότερα μοντέλα δημοκρατίας που κυριαρχούσαν. Από την μία, έχουμε το αθροιστικό μοντέλο, που υπήρξε –και σε κάποιο βαθμό ακόμα είναι- κυρίαρχο στην πολιτική επιστήμη. Ένα μοντέλο που κατανοεί  την δημοκρατία αποκλειστικά με οικονομικούς όρους. Από την άλλη, έχουμε το διαβουλευτικό μοντέλο, που την κατανοεί με όρους ηθικής. Γι αυτό προσπάθησα να δείξω ότι δεν υπήρχε πολιτική θεωρία που να είχε να πει κάτι για το πολιτικό κομμάτι. Η βασική κριτική που διατυπώνω, όσον αφορά τα δύο αυτά μοντέλα δημοκρατίας, είναι ότι κατά βάσιν είναι ορθολογικά. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποδεχθούν το γεγονός του ανταγωνισμού. Μοιράζομαι την άποψη αυτή με τον Σμιτ, για τα δύο αυτά μοντέλα, που δέσποζαν στη δημοκρατική θεωρία.  Δεν αποδέχονται το ανεκρίζωτο του ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός, αναφέρεται σε μια σύγκρουση που δεν επιδέχεται ορθολογικής επίλυσης. Οι υποστηρικτές του αθροιστικού και του διαβουλευτικού μοντέλου, δεν καταλαβαίνουν το ρόλο αυτού που αποκαλώ «πάθος» στην πολιτική, εξαιτίας φυσικά του ρασιοναλισμού τους. Από τη μια του εργαλειακού και από την άλλη του επικοινωνιακού ρασιοναλισμού τους. Μια από τις σημαντικότερες κινητήριες δυνάμεις της πολιτικής, για μένα, είναι το πάθος. Θα ήθελα να διευκρινίσω στο σημείο αυτό ότι, δεν εννοώ τα ατομικά πάθη, αφού εκείνο που διακυβεύεται είναι η κατασκευή της συλλογικής ταυτότητας. Επομένως, το πάθος έχει να κάνει με τη διάσταση της συγκίνησης, της επιθυμίας, της φαντασίωσης, που ενέχεται σε κάθε συλλογική μορφή ταύτισης. Αυτό είναι εκείνο που ονομάζω πάθος. Αυτό ακριβώς νομίζω πως λείπει παντελώς από τη δημοκρατική, πολιτική θεωρία. Φυσικά οι συνέπειες της αδυναμίας κατανόησης αυτών των δυνάμεων, είναι πασιφανείς όπου κι αν κοιτάξουμε. Για παράδειγμα, ολόκληρη η εξέλιξη των δεξιών λαϊκιστικών κινημάτων, με τα οποία έχω ασχοληθεί, δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί, αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή τη διάσταση του πάθους και των συναισθημάτων στην πολιτική ζωή. 

Το πρόβλημά μου είναι ότι, η άμβλυνση της διάκρισης ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά στην πολιτική ζωή, συνήθως αντιμετωπίζεται ως μια πρόοδος για την δημοκρατία. Αυτή η  άμβλυνση όμως, είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε. Ακούμε ότι η δημοκρατία ωρίμασε και τώρα μπορούμε να έχουμε μια συναίνεση στο κέντρο. Ωστόσο, η συνέπεια είναι ότι τα πάθη για την επίτευξη δημοκρατικών στόχων, δεν μπορούν πια να κινητοποιηθούν μέσα από τη σύγκρουση αριστεράς-δεξιάς. Εκείνο που επιθυμώ να δείξω, είναι ότι αυτό είναι κάτι πολύ αρνητικό για τη δημοκρατία. Αυτά τα πάθη για συλλογικές μορφές ταύτισης, που κινητοποιούν τους ανθρώπους να δρουν συλλογικά, δεν θα εξαφανιστούν επειδή δεν βρίσκουν δημοκρατική εκτόνωση. Θα εκδηλωθούν με άλλες μορφές συλλογικών ταυτοτήτων: εθνοτικές ή εθνικιστικές μορφές ταύτισης. Ή με οργανώσεις γύρω από ηθικά ζητήματα,  κάτι που φυσικά δεν είναι καλό για τη δημοκρατία, ή μπορεί να εκδηλωθούν σε πολιτικό πεδίο. Στην περίπτωση αυτή, είναι τα δεξιά, λαϊκιστικά κινήματα που κινητοποιούν αυτά τα πάθη. Υποστηρίζουν ότι είναι τα μόνα που προσφέρουν μια άλλη επιλογή, που ακούνε το λαό, που προσφέρουν έναν άλλο δρόμο σε σχέση με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Γιατί ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας εδώ, είναι το ερώτημα: γιατί οδηγούμαστε σε μια συναίνεση στο κέντρο; Γιατί επικρατεί ακόμη η πολιτική του «Τρίτου Δρόμου» και η άποψη ότι, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα κεντροδεξιά και τα κεντροαριστερά κόμματα; Μα γιατί η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού γίνεται δεκτή ως κάτι αδιαμφισβήτητο. Έτσι, και τα κεντροαριστερά κόμματα αποδέχονται ότι δεν υπάρχει άλλος εναλλακτικός δρόμος από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. 

Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε γιατί σήμερα, σε πολλές χώρες, η πραγματική αντιπαράθεση συμβαίνει ανάμεσα σε ένα μπλοκ κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων. Τα οποία ομαδοποιούνται ως κόμματα του κατεστημένου, που ισχυρίζονται πως δεν μπορούν να λάβουν περισσότερο ριζοσπαστικά μέτρα, όπως λέει η κεντροαριστερά. Καθώς, δεδομένων των όρων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι πολίτες δεν θα δεχτούν να πληρώσουν υψηλότερους φόρους κι οι πολυεθνικές δεν μπορούν να φορολογηθούν, γιατί θα μετακινηθούν κάπου αλλού. Έτσι το μόνο που μπορεί να γίνει είναι η σχετική εξανθρώπιση του νεοφιλελευθερισμού.

Μιγκέλ Αμπενσούρ  πολιτικός φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού
Μιγκέλ Αμπενσούρ
πολιτικός φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού





Το πρώτο πράγμα που είναι προφανές, είναι η εντελώς ανακριβής ταύτιση της Δημοκρατίας με την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Δηλαδή η ιδέα, η οποία ουσιαστικά υπάρχει από τον 18ο αιώνα, ότι ο λαός είναι καλός για να επιλέγει τους αντιπροσώπους του, αλλά δεν είναι καλός για την πολιτική δράση. Επομένως, η δράση θα πρέπει να παραχωρηθεί στους επιλεγμένους αντιπροσώπους του. Έτσι, υπήρξαν υποστηρικτές της επιτακτικής εντολής, η οποία, θα εισήγε κάποιον έλεγχο των εκπροσωπουμένων πάνω στην δράση των αντιπροσώπων. Συγκεκριμένα υπήρξε ένα άρθρο στην εφημερίδα Λε Μοντ, πριν από λίγο καιρό, μιας νεαρής φιλοσόφου η οποία έλεγε ότι: «το να κυβερνάς συνιστάται στο να καθοδηγείς το λαό με τη συγκατάθεσή του.» Πολύ εντυπωσιακή διατύπωση! Διότι, από πού γεννάται αυτή η συγκατάθεση του λαού; Και βλέπουμε να επανεμφανίζεται, μέσα σε αυτή την αντίληψη, η ιδέα ότι χρειάζονται, αφενός, ομάδες πολιτών με προσόντα –τι σημαίνει άραγε «πολίτες  με προσόντα;» Κι αφετέρου να χρειάζονται και οι ελίτ. Άρα ένας από τους τρόπους για να παλέψει κανείς, είναι αυτό που αποκαλώ «εξεγερσιακή διάσταση της δημοκρατίας», ενάντια σε αυτό που, για ένα χρονικό διάστημα, αποκαλούσαν «δημοκρατικό ελιτισμό.» Δηλαδή, ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να ασκηθεί, παρά μόνο μέσα από την διαμόρφωση κάποιων ελίτ, που θα μοιράζονταν την πίτα. Οι μεν αναθέτοντας στον εαυτό τους την εκπαίδευση, οι δε τον έλεγχο των ΜΜΕ, κτλ, με συμβιβασμούς. Κι όλα τούτα, με φόντο την ιδέα ότι προφανώς οι μάζες δεν είναι ικανές να δρουν, επειδή είναι υπερβολικά παρορμητικές. Επειδή θέλουν πολλά και είναι ανίκανες να κάνουν συμβιβασμούς. Επομένως, μόνο οι ελίτ αυτές θα ήταν ικανές… να λοιπόν, ένας τρόπος, να ευτελίζει κανείς και, ακόμη χειρότερα, να ευνουχίζει τη δημοκρατία.

Αυτό που ο Μίχελς αποκαλούσε «σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας», είναι το ότι, ακόμη και στην καρδιά μιας δημοκρατίας, το παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων θα επέφερε τη διαμόρφωση μιας ολιγαρχίας. Δηλαδή της ολιγαρχίας ενός πολιτικού προσωπικού. Με το διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που ανήκουν στο προσωπικό και εκείνων που δεν ανήκουν. Και μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμη πιο πέρα. Μπροστά σ’ αυτή την ολιγαρχική τάση πρέπει τελικά να αναρωτηθούμε: ποια είναι η σχέση μεταξύ κόμματος και κράτους; Το κόμμα είναι ένα κράτος σε μικρογραφία, έτσι ώστε κατά κάποιο τρόπο αναπαράγει τη δομή του κράτους. Για παράδειγμα, όταν ο Τρότσκι, στο βιβλίο του «Νέα Πορεία», αντιπαρέθεσε τους κρατικούς υπαλλήλους από την μία, με τα μέλη του κόμματος από την άλλη, ήταν μία αντιπαράθεση μάλλον μάταιη. Τα μέλη του κόμματος, αρκετά εύκολα αναπαρήγαν τη νοοτροπία ή και τη στάση των κρατικών υπαλλήλων.


Κόλιν Κράουτς κοινωνιολόγος, καθηγητής στο Warwick Business School και συγγραφέας του βιβλίου «Μεταδημοκρατία»
Κόλιν Κράουτς
κοινωνιολόγος, καθηγητής στο Warwick Business School και συγγραφέας του βιβλίου «Μεταδημοκρατία»



Μιλώ για κοινωνίες στις οποίες οι θεσμοί, οι τυπικές δομές, οι πρακτικές της δημοκρατίας, παραμένουν ισχυρές και ζωντανές. Δεν μιλώ για κοινωνίες όπου η δημοκρατία δεν ήταν ποτέ ισχυρή. Δεν μιλώ για την Ρωσία, δεν μιλάω για κομμάτια της Αφρικής. Μιλώ για κοινωνίες όπου υπάρχει μια πλούσια δομή από δημοκρατικούς θεσμούς, τέτοια ώστε οι άνθρωποι να θεωρούν δεδομένο ότι έχουν δημοκρατία. Παρόλα αυτά, όμως, αυτό που συμβαίνει είναι ότι το κέντρο βάρους, το ενεργειακό κέντρο του πολιτικού συστήματος απομακρύνεται από αυτές τις δομές. Μετακινείται προς ένα παιχνίδι ανάμεσα στις πολιτικές ελίτ και τις επιχειρηματικές ελίτ. Γι' αυτό ακριβώς είναι μεταδημοκρατία. Σε κάποιο βαθμό, προβλέπω το μέλλον όταν λέω ότι βαδίζουμε προς τη μεταδημοκρατία. Δε θα περιέγραφα καμιά από τις κοινωνίες του δυτικού κόσμου ως ήδη μεταδημοκρατική, ακριβώς επειδή ακόμη διατηρούμε ορισμένα πολύ σημαντικά σημεία ενέργειας του δημοκρατικού συστήματος. Για παράδειγμα, το γυναικείο κίνημα και το περιβαλλοντικό κίνημα. Δυο απίστευτα προϊόντα της δημοκρατίας, που είναι ακόμη ζωντανά και δυναμικά. Αυτό αλλάζει όσο περνά ο καιρός και όσο οι πολιτικές αποφάσεις και ο πραγματικός πολιτικός διάλογος παραδίδονται στον κόσμο των πολιτικών και οικονομικών ελίτ.

Οι δυνάμεις που ασκούνται υπέρ της μεταδημοκρατίας είναι πολύ ισχυρές. Ο ρόλος του φιλελευθεροποιημένου κεφαλαίου σε μια παγκόσμια οικονομία, αμέσως μετατοπίζει το ισοζύγιο της εξουσίας από την πολιτική στην οικονομία. Ευθύνεται γι’ αυτό, ο ρόλος των γιγαντιαίων επιχειρήσεων γενικά. Στις περισσότερες δυτικές χώρες, παρατηρείται μια ραγδαία μείωση των ανθρώπων που ανήκουν στην οργανωμένη εργατική τάξη. Επίσης και μια αποτυχία των άλλων τάξεων να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην κυρίαρχη, καπιταλιστική ορθοδοξία. Αυτό δηλαδή, που παρείχε μέχρι πρότινος η εργατική τάξη. Οι δομές είναι πολύ ισχυρές, αλλά είναι ακόμα δυνατόν, σε κοινωνίες όπου επιβιώνουν οι δημοκρατικοί θεσμοί, να οργανωθούν αντιστάσεις, εναλλακτικές, διάλογος… Είναι όμως δύσκολο. Οι ενδιαφέρουσες προκλήσεις  έρχονται όλο και περισσότερο έξω από το τυπικό πολιτικό σύστημα, έξω από το τυπικό κομματικό σύστημα.



Μιγκέλ Αμπενσούρ πολιτικός φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού

Μιγκέλ Αμπενσούρ
πολιτικός φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού




Ο Μαρξ, συλλαμβάνει την έννοια της αληθινής δημοκρατίας. Είναι η πρώτη φορά, όταν διατυπώνει την έννοια της αληθινής δημοκρατίας, που συσχετίζει την έλευσή της με αυτό που αποκαλεί «εξαφάνιση του πολιτικού κράτους». Ο πυρήνας της σκέψης του Μαρξ είναι εξαιρετικά πολύτιμος. Δεν υπάρχει ισχυρή, δημοκρατική στιγμή, χωρίς μια πάλη ενάντια στο κράτος. Η άλλη αντίθεση, αν ξαναγυρίσουμε στα κείμενα του Μαρξ, είναι ότι, γι’ αυτόν, η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι αληθινή, παρά μόνο επειδή ασκεί αυτό που ο ίδιος αποκαλεί αναγωγή. Δηλαδή, αν πάρουμε ως αφετηρία την ιδέα ότι, σε κάθε πολιτικό σώμα υπάρχει μια συντακτική εξουσία, αυτή η συντακτική εξουσία αντικειμενοποιείται. Για παράδειγμα, προτείνοντας… παράγοντας ένα Σύνταγμα, αντικειμενοποιείται. Και το ίδιον της δημοκρατίας, είναι να επιτελεί μια αναγωγή τέτοια ώστε η αντικειμενοποίηση της συντακτικής εξουσίας να μην παρεκκλίνει ποτέ σε αλλοτρίωση. Δηλαδή, να μην παρεκκλίνει ποτέ στην δημιουργία ενός άλλου, ξένου όντος, που θα είναι ακριβώς το κράτος. Στην αντίθεση μεταξύ δημοκρατίας και κράτους, στη μία περίπτωση υπάρχει αυτή η αναγωγή, που παρεμβαίνει με όλα αυτά τα προβλήματα που επιφέρει και μάλιστα με αποτελέσματα εξαιρετικά. Χάρη στο μπλοκάρισμα της παρέκκλισης της αντικειμενοποίησης σε αλλοτρίωση, μπορεί για τον Μαρξ, να εξαπλωθεί η αρχή της δημοκρατίας, δηλαδή η μη κυριαρχία, σε όλες τις άλλες σφαίρες, που δεν είναι άμεσα πολιτικές.

Σαντάλ Μουφ πολιτική φιλόσοφος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Westminster, συγγραφέας των βιβλίων «Το δημοκρατικό παράδοξο» και «Επί του πολιτικού»
Σαντάλ Μουφ
πολιτική φιλόσοφος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Westminster, συγγραφέας των βιβλίων «Το δημοκρατικό παράδοξο» και «Επί του πολιτικού»


Πώς μπορεί να δοθεί μέσο έκφρασης σε μια σύγκρουση, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει πλήρης ορθολογική επίλυσης της διαφοράς, έτσι ώστε οι άνθρωποι να συνεχίζουν να ζουν και να αντιμετωπίσουν την σύγκρουση αυτή; Νομίζω ότι η απάντηση εδώ, τουλάχιστον η απάντηση που δίνω εγώ, είναι ότι, αυτός ο ανταγωνισμός μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους. Υπάρχει βέβαια ο καθαυτό ανταγωνισμός, η σχέση φίλου-εχθρού, αλλά κάθε σύγκρουση είναι δυνατόν να λάβει κι άλλες μορφές. Με μορφή που να διατηρείται ένα κοινό, συμβολικό πλαίσιο μεταξύ των αντιπάλων, κάτι που δεν ισχύει στη σχέση φίλου-εχθρού, όπου ο κάθε αντίπαλος επιθυμεί την καταστροφή του αντιπάλου. Σε συγκεκριμένες περιστάσεις -και αυτό έχει πολύ να κάνει με τους διαθέσιμους θεσμούς, προσφέρεται η δυνατότητα ώστε η σύγκρουση να πάρει μορφή νομιμοποιημένη. Στην περίπτωση αυτή, δεν έχουμε να κάνουμε με μία σύγκρουση του τύπου φίλος-εχθρός με τον ανταγωνισμό καθαυτόν, αλλά με εκείνο που ονομάζω «αγωνισμό», με μια σύγκρουση μεταξύ αντιπάλων. Η βασική διαφορά είναι ότι οι αντίπαλοι, ενώ γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει ορθολογική επίλυση της διαφοράς τους. Δηλαδή ότι ο ένας εκ των δύο θα κερδίσει, αποδέχονται τη νομιμότητα των αιτημάτων των αντιπάλων τους. Η σύγκρουση επομένως διεξάγεται με έναν διαφορετικό τρόπο. Αυτό ακριβώς καθιστά δυνατή, τόσο την αναγνώριση του ανταγωνισμού, ως κάτι το ανεκρίζωτο, όσο και τη δυνατότητα μιας δημοκρατικής, πλουραλιστικής συνύπαρξης.

Κόλιν Κράουτς κοινωνιολόγος, καθηγητής στο Warwick Business School και συγγραφέας του βιβλίου «Μεταδημοκρατία»
Κόλιν Κράουτς
κοινωνιολόγος, καθηγητής στο Warwick Business School και συγγραφέας του βιβλίου «Μεταδημοκρατία»



Ποτέ δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Ποτέ μα ποτέ δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω το διεθνές περιβάλλον, η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας αλλάζει. Υπάρχει κάτι που συνέβαινε από παλιά, αλλά το συνειδητοποιήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες: την δυνατότητα των ανθρώπινων όντων να καταστρέψουν το πλανήτη τους, πέρα από οτιδήποτε μπορεί να κάνει οποιαδήποτε πολιτική αρχή γι αυτό. Μια σειρά από ζητήματα, που δείχνουν πως οι θεσμοί του παρελθόντος δεν είναι πια χρήσιμοι. Είναι μικρή η ελπίδα, αλλά διακρίνω κάτι ελπιδοφόρο σε εκείνο που ονομάζω πολιτική γύρω από τις επιχειρήσεις. Επίσης θα έπρεπε να εξετάσει κανείς την ανάπτυξη πολιτικών θεσμών, που θα κινούνται πάνω το επίπεδο τους έθνους-κράτους. Και γι αυτό, παρόλα τα λάθη και τα προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πιστεύω σε αυτήν. Χρειαζόμαστε υπερεθνικές αρχές, που να είναι σε θέση να πολιτικοποιηθούν. Οι τράπεζες, στη σημερινή συγκυρία, είναι σε θέση να πουν ότι «αν μας ρυθμίσετε σε αυτή τη χώρα θα πάμε σε μια άλλη». Αν όμως η πλειονότητα των κρατών ήταν σε θέση να οργανωθούν από κοινού, θα μπορούσαμε να αποτρέψουμε κάτι τέτοιο. Θα υπήρχαν κοινοί κανόνες. Αν μετακινούνταν σε χώρες εκτός των κανόνων, θα ήταν δυνατή η διακοπή των εμπορικών σχέσεων με αυτές. Μπορεί να υπάρξει τέτοια ρύθμιση. Δείτε πως δέχθηκε όλος ο κόσμος, και πολύ σωστά, τις παρεμβάσεις μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Η.Π.Α. Κατέστη δυνατός ο έλεγχος της ροής των τραπεζικών λογαριασμών και των χρηματικών ροών σε όλον τον κόσμο. Όσοι δεν συμμορφώθηκαν αντιμετωπίστηκαν ως παρίες. Στάθηκε δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο με αφορμή την τρομοκρατία. Στην πραγματικότητα, οι εκτός ελέγχου επιχειρήσεις και οι εκτός ελέγχου τράπεζες, βλάπτουν περισσότερους ανθρώπους από όσους μπορεί η τρομοκρατία, αποτελούν σοβαρότερο πρόβλημα. Λείπει όμως η πολιτική θέληση για να γίνει κάτι γι αυτό.

Οι ομάδες της κοινωνίας πολιτών είναι συχνά πολύ μικρές και ανίσχυρες σε σχέση με τις επιχειρήσεις. Αλλά, όλο και περισσότερο επιδεικνύουν μια δυνατότητα παγκόσμιας δράσης, πολύ περισσότερο από όσο τα πολιτικά κόμματα. Ένα πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα, στη Γερμανία ή την Ολλανδία, οφείλει πάντα να εκπροσωπεί τον ελληνικό λαό, τον γερμανικό ή τον ολλανδικό λαό. Ομάδες όπως η Διεθνής Αμνηστία ή οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, που δραστηριοποιούνται αναφορικά με μια σειρά ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν περιορίζονται σε ένα έθνος, δεν δεσμεύονται από καμιά εθνική πολιτεία. Μπορούν έτσι να αντιμετωπίσουν τις παγκόσμιες επιχειρήσεις στο γήπεδό τους, που είναι παγκόσμιο. Ενώ, λοιπόν, παραμένουν μικρές και αδύναμες, προσφέρουν μεγάλες ελπίδες για το μέλλον.

Σαντάλ Μουφ πολιτική φιλόσοφος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Westminster, συγγραφέας των βιβλίων «Το δημοκρατικό παράδοξο» και «Επί του πολιτικού»
Σαντάλ Μουφ
πολιτική φιλόσοφος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Westminster, συγγραφέας των βιβλίων «Το δημοκρατικό παράδοξο» και «Επί του πολιτικού»


Με τον Ρανσιέρ, φυσικά μοιραζόμαστε πολλά σημεία σύγκλισης σχετικά με τη σημασία της διαφωνίας. Θα έλεγα ότι εναντιωνόμαστε στους ίδιους ανθρώπους, ασκούμε κριτική στα ίδια πρόσωπα, φυσικά στον Χάμπερμπας, αλλά και στον Χαρντ και τον Νέγκρι. Όταν όμως ερχόμαστε στην οριοθέτηση μιας πρότασης, διαφωνούμε. Νομίζω ότι ο Ρανσιέρ είναι κατά βάση αναρχικός. Δεν έχει ψηφίσει ποτέ στη ζωή του και πάντοτε περηφανευόταν γι’ αυτό. Μου αρέσουν πολύ όσα λέει για τις καλλιτεχνικές πρακτικές, με τα οποία και συμφωνώ. Όταν όμως ερχόμαστε σε ζητήματα πολιτικής στρατηγικής, δεν νομίζω ότι υπάρχει καμιά πολιτική στρατηγική σε όσα λέει. Αυτό που ονομάζει «πολιτική» είναι απλώς μια στιγμή. Κάτι που συμβαίνει στιγμιαία και δεν παρουσιάζει καμιά συνέχεια. Επίσης, κι αυτό για μένα είναι το πλέον σημαντικό, δεν υπάρχει θέση στον Ρανσιέρ για κάτι που θεωρώ απολύτως κομβικό. Εννοώ τις «αγωνιστικές» διεκδικήσεις. Γιατί στον Ρανσιέρ, έχουμε είτε «αστυ-νομία», και εννοεί με τον όρο αυτόν την κυριαρχία της συναίνεσης, είτε έχουμε εκείνο που αποκαλεί «πολιτική» και που εγώ ονομάζω «το πολιτικό». Δηλαδή τις στιγμές της διαφωνίας και της σύγκρουσης. 

Η δυνατότητα της συγκρουσιακής συναίνεσης, δεν είναι νοητή από τη σκοπιά του Ρανσιέρ, είτε θα υπάρχει σύγκρουση είτε συναίνεση. Για αγωνιστικό διάλογο δεν υπάρχει χώρος στον Ρανσιέρ. Για μένα όμως, αυτό ακριβώς είναι η δημοκρατία. Όσον αφορά επομένως τη δημοκρατία έχουμε πολύ διαφορετικές απόψεις. Για μένα η δημοκρατία εξακολουθεί να είναι μια μορφή, οπωσδήποτε ριζοσπαστικοποιημένης, αλλά πάντως πλουραλιστικής δημοκρατίας. Για τον Ρανσιέρ κάτι τέτοιο αντιστοιχεί σε ό,τι ονομάζει «αστυ-νομία» και η «πολιτική» περιορίζεται μόνον σε εκείνες τις μοναδικές στιγμές, όπως η Κομμούνα. Δεν μπορεί όμως να οργανωθεί μια κοινωνία σε αυτή τη βάση. Πρώτα απ’ όλα δεν προκύπτει έτσι καμιά πρόταση στρατηγικής για το πώς μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, απλώς αρκείται κανείς να περιμένει. Πρόκειται, εξάλλου, για στιγμές εξαιρετικές και είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς την δημοκρατική οργάνωση μιας κοινωνίας σε αυτή τη βάση. Η γενική ιδέα είναι να προσπαθήσουμε να αμφισβητήσουμε τη συναίνεση, να αναδείξουμε όλα εκείνα που προσπαθεί να αποκρύψει η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, να δώσουμε φωνή σε εκείνες τις ομάδες που δεν μπορούν να ακουστούν.

Μιγκέλ Αμπενσούρ πολιτικός φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού
Μιγκέλ Αμπενσούρ
πολιτικός φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού





Ζούμε σε μία δημοκρατία ή σε δημοκρατίες; Είναι ένα πρόβλημα. Σκέφτομαι για παράδειγμα, πως στη γαλλική κατάσταση, μολονότι έχουμε ένα σύνταγμα, ένα συνταγματικό συμβούλιο, ένα συμβούλιο του κράτους κι οτιδήποτε άλλο θέλετε, δεν βρισκόμαστε στη δημοκρατική παράδοση. Ζούμε σε μια ολιγαρχική κοινωνία. Ολιγαρχική κοινωνία η οποία επιπλέον, έχει ενισχυθεί σημαντικά από θεσμούς, οι οποίοι βρίσκονται σε ρήξη με τη ρεπουμπλικανική παράδοση. Άρα, θα έλεγα πως δεν βρισκόμαστε σε έναν δημοκρατικό κόσμο αλλά μάλλον σε ολιγαρχίες, που υιοθετούν το όνομα της δημοκρατίας. Πώς να ζήσουμε σε αυτόν τον κόσμο; Θα έλεγα ως σκοπιωροί. Δηλαδή ότι πρέπει να είμαστε συνεχώς σε επαγρύπνηση, για το τι θα μπορούσε να βαδίσει προς την κατεύθυνση μιας επιστροφής της δημοκρατίας με την έννοια της μη-κυριαρχίας. Κι από την άλλη, να είμαστε πάντα σε επιφυλακή ως προς την αύξηση της κυριαρχίας. Πάνω σε αυτό έχουμε καθημερινά εμπειρίες. Παίρνω για παράδειγμα κάτι που πρόκειται να εφαρμοστεί στη Γαλλία. Ξέρετε, έχουμε ένα σύστημα διδασκαλίας της φιλοσοφίας στο τέλος των σπουδών, πρόκειται να αποδομηθεί, κάτι που δεν έχει γίνει από τον 19ο αιώνα. Να λοιπόν ένα σημάδι. Κάτι άλλο: υπήρξαν, πριν λίγους μήνες, απολύτως σκανδαλώδη περιστατικά όπου απολύθηκαν εργάτριες. Στις οποίες ειπώθηκε ότι δεν θα απολύονταν, μόνο αν δέχονταν να εργασθούν στην Ρουμανία με ρουμανικό μισθό ή στην Ινδία με ινδικό μισθό. Αυτά, παραδείγματος χάρη, είναι πράγματα τόσο εξωφρενικά που είναι σημαντικό να καταλάβουμε τη θέση του ατόμου που επαγρυπνεί.

Παραγωγή/Δικαιώματα: EΡT3