Άννα Ποταμιανού: Ο Φρόυντ και η αρχαία ελληνική σκέψη και μυθολογία

Άννα Ποταμιάνου είναι διδάκτωρ της Φιλοσοφίας και Fellow του Διεθνούς Συμβουλίου Ψυχολόγων


Άννα Ποταμιανού: Ο Φρόυντ και η αρχαία ελληνική σκέψη και μυθολογία

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Οι δύο μύθοι

Η σχέση της σκέψης του Freud με την Ελληνική σκέψη είναι πολύ βαθιά και πολυδιάστατη. Ο Freud είχε γνωρίσει την αρχαία Ελλάδα και τα κείμενά της μέσα από την επαφή, που είχε καταρχήν, με τα πολιτιστικά ρεύματα της Δύσης. Θα πρέπει κανείς να σκεφτεί ότι εκείνη την εποχή, τόσο η γερμανική φιλοσοφική σκέψη όσο και η γαλλική, του πρόσφεραν πολλά ερεθίσματα και ο Freud ήταν από τους ανθρώπους που απορροφούσε οτιδήποτε είχε να του δώσει η πολιτιστική ατμόσφαιρα της εποχής του. Θα έπρεπε μάλλον να θεωρήσει κανείς αυτή τη σχέση, ως συνδεόμενη με τον πυρήνα της ψυχαναλυτικής θεωρίας του, γιατί ο Freud είχε πολύ σαφή τη συνείδηση της ετερότητας και της ασυνέχειας μέσα στη ψυχική μας ζωή. Είναι εκείνος ο οποίος μας έδωσε την αντίληψη, ότι η ψυχική μας ζωή δεν περιορίζεται στην συντηρητή ζωή και ότι μέσα μας κινείτε κάτι το οποίο μας είναι τελείως ξένο, αλλότριο, δηλαδή το ασυνείδητο. Άρα, είχε καταρχήν μία σχέση διαισθητική με την ελληνική σκέψη, αν σκεφτεί κανείς ότι βρίσκουμε στον Ηράκλειτο την καλύτερη φράση που θα μπορούσε να προσδιορίσει το ασυνείδητο: «Πως μπορεί κανείς να κρυφτεί από αυτό που ποτέ δεν κοιμάται.» Αυτή είναι μία φράση που προσδιορίζει ολοκληρωτικά το ασυνείδητο. Μέσα από την αντίληψη του Freud για την ετερότητα, δημιούργησε μία σχέση με την ξένη γι' αυτόν ελληνική σκέψη.

Ο Freud ήταν Εβραίος και είχε πλήρη επίγνωση της ιουδαϊκότητας του. Πάρα πολύ συχνά έλεγε, ότι είναι περήφανος που ανήκει στον λαό ο οποίος έδωσε την Βίβλο. Κάποτε, όταν ο φίλος του Max Graf τον ρώτησε: «Δεν νομίζεις πως με τις συνθήκες που διαμορφώνονται τώρα στην Ευρώπη, θα ‘ταν καλύτερα να βάφτιζα τον γιο μου χριστιανό;» ο Freud του απάντησε όχι, γιατί τότε θα χάσει τις πηγές του, θα χάσει τις ρίζες του και θα χαθεί η ενέργειά του. Είχε μία βαθιά παραδοχή της ιουδαϊκότητάς του, όμως δεν παραδεχόταν τίποτα από τον δογματισμό, τον ιουδαϊσμό και την θρησκεία, γι’ αυτό ακριβώς και ξανοίχτηκε σε άλλους πολιτισμούς. Το γραφείο του ήταν γεμάτο από θησαυρούς που προέρχονταν από έρευνες στην Αίγυπτο, αλλά είχε και αντικείμενα που σχετίζονταν με τον Ελληνικό πολιτισμό, όπως το κεφάλι του Σοφοκλή. Ο Freud, από την ελληνική σκέψη άντλησε πρώτα τους δύο μύθους, που αποτελούν τους άξονες της θεωρίας του. Δηλαδή, τον μύθο του Ναρκίσσου και τον μύθο του Οιδίποδος. Είχε επίσης μία άμεση σχέση με τα διάφορα ρεύματα των μυθικών κοσμογονιών, όπως και της λογικής σκέψεως των Ιώνων φιλοσόφων. Τα ερωτήματα του Freud, συμπίπτουν απολύτως με τα ερωτήματα των φιλοσόφων, ή ακόμα και με τα ερωτήματα, έτσι όπως τα έθεσε, του Ησίοδου. Όπως το: Πώς το σύμπαν έγινε κόσμος. Πως από το άκοσμο χάος βρεθήκαμε σε έναν οργανωμένο κόσμο, ο οποίος έχει μία τάξη και ορισμένους νόμους;


Ο Φρόιντ, βάσισε την αντίληψή του για την οντογέννηση πάνω στα ίδια ερωτήματα, στο πως ένα παιδί για παράδειγμα, ξεκινάει  από ένα σημείο που δεν ξεχωρίζει τον εαυτό από την μητέρα του και δεν ξεχωρίζει καλά αυτό που εμείς ονομάζουμε Εγώ, την συνείδηση δηλαδή του εαυτού του, από αυτό που είναι το μη Εγώ, που είναι ο Άλλος και ο κόσμος. Και προχωρεί σε μία κατάκτηση διαφόρων εσωτερικών διαδικασιών, που του επιτρέπουν ακριβώς να διαφοροποιηθεί μέσα από την εσωτερίκευση του νόμου, της τάξης, και ορισμένων ηθικών αξιών, προερχόμενες από ταυτίσεις με τους γονείς του και με άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός. 

Η H. Doolittle, μία κυρία που ο Freud θεράπευε για ένα διάστημα, είπε κάτι που πραγματικά αντιπροσωπεύει την κλινική του παρουσία, που ήταν κι αυτή πολύ σημαντική, είπε λοιπόν ότι: «Απ’ ότι είναι παγωμένο κι από καρδιές νεκρές, ο Freud μπορεί να βγάλει μια πλειάδα ζωντανών παιδιών» και αυτό προσπάθησε να κάνει όταν χρησιμοποίησε σαν άξονες της θεωρίας του αλλά και της κλινικής του πράξης, τους μύθους του Ναρκίσσου και του Οιδίποδα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι τελικά η χρήση αυτών των μύθων, δεν έγινε μόνο γιατί ο Freud ήθελε περιγράψει μία οντογέννεση. Διαλέγοντας αυτούς τους μύθους μας πρότεινε ορισμένα μορφώματα, τα οποία είναι ουσιαστικά οργανωτικά για την ψυχική μας ζωή. 

Ο Νάρκισσος άφησε τον εαυτό του να πεθάνει γιατί θαύμαζε την εικόνα του, ο Freud λοιπόν μέσα από αυτόν τον μύθο, μας προτείνει να κοιτάξουμε ποιες είναι οι βασικές σχέσεις του ανθρώπου όταν ξεκινάει την ζωή του. Όπως η σχέση με τον εαυτό του, που δεν ξεχωρίζεται από τον άλλον και να δούμε ότι υπάρχουν δύο πορείες, που μπορεί να ακολουθήσει αυτή η βασική, ναρκισσιστική, ψυχική μας οργάνωση. Η μία πορεία είναι μέσα από αυτό που θα ονόμαζα το «alter ego», δηλαδή ο άλλος, σαν εαυτός μας. Να προχωρήσουμε σιγά – σιγά σε σχέσεις που αναγνωρίζουν τον άλλο σαν ξεχωριστό από εμάς, διάφορο, ή και μερικές φορές ως ανησυχητικό ξένο. Για να φτάσουμε τελικά, σε αυτό που είναι η αναγνώριση της ετερότητας του άλλου και η αναγνώριση της ετερότητας μέσα μας. Της αμφισεξουαλικότητάς μας, του ασυνειδήτου μας σε σχέση με την συνειδητή μας ζωή κτλ. Επίσης, μας δείχνει ότι υπάρχει και μια άλλη, πολύ σημαντική και ίσως επικίνδυνη πορεία που μπορούμε να ακολουθήσουμε αν, τρόπον τινά, σπάσουμε τις γέφυρες με τον έξω κόσμο, με την απασχόληση μόνο με τον εαυτό μας, απομακρύνοντας και αρνούμενοι την εξωτερική πραγματικότητα και διαψεύδοντάς την. Οπότε και γινόμαστε έρμαια αυτής της εσωτερικής καταστροφικής ώσης, που ο Freud ονόμασε «Ορμή θανάτου».

Μία άλλη πλευρά, είναι πως ο Freud διάλεξε τον μύθο του Οιδίποδα ως ένα μυθικό μόρφωμα. Μέσα από το οποίο μας προτείνει να δούμε, ότι τελικά η ψυχική μας ζωή έχει ανάγκη από ορισμένες κεντρικές αναπαραστάσεις, που θα μας δίνουν την έννοια της διαφοράς των γενεών, της διαφοράς των φύλλων, του πως λειτουργεί ή δεν λειτουργεί ο νόμος σε σχέση με την ύβρη. Και τελικά, μας προτείνει μέσα από την πορεία του Οιδίποδα, μια δίκη μας σε σχέση με το άλογο των επιθυμιών μας. 


Αν αυτές τις επιθυμίες ούτε τις ξέρουμε, ούτε τις αναγνωρίζουμε ή ακόμη κι όταν μας τις λένε, όπως ο χρησμός τον Οιδίποδα, εμείς τις χρησιμοποιούμε με έναν τρόπο, που καλύπτει την πραγματικότητα πίσω από μία άγνοια,  καταλήγουμε να πληρώσουμε ένα τίμημα πάρα πολύ ακριβό. Ο Οιδίπους το πλήρωσε όταν ξαναβρέθηκε με την γνώση στον Κολωνώ, αλλά τυφλός. Λέει ο Οιδίπους κάτι πολύ σημαντικό στον Κρέοντα: «Κρέον φύγε, δεν θέλω πια να επιτηρείς τον τόπο στον οποίο θα μείνω» που μεταφορικά, ένας ψυχαναλυτής το μεταφράζει σε: «Κρέοντα, αυτήν την στιγμή γνωρίζω πια τον εαυτό μου και μπορώ να μείνω μόνος μου». Ένας ψυχαναλυτής σύγχρονος, πολύ μεταγενέστερος του Φρόιντ, ο Winnicott, μας είπε ότι: «Το πιο δύσκολο πράγμα για έναν άνθρωπο είναι να είναι μόνος μαζί με τους άλλους», αναγνωρίζοντας πως γεννιόμαστε μέσα σε μία μοναξιά και θα πεθάνουμε μέσα στην ίδια μοναξιά. Αλλά έχοντας στο ενδιάμεσο μια μεγάλη πορεία, που μπορούμε να διανύσουμε μαζί με τους άλλους ανθρώπους. Δίνοντάς μας αυτά τα δύο μυθικά μορφώματα, ο Φρόιντ μας κάλεσε να σκεφθούμε κάτι που είναι δοσμένο μόνο στον άνθρωπο, την σεξουαλικότητά μας επί της ιστορίας μας και να δούμε ότι η ψυχική μας ζωή, διέπεται και προσδιορίζεται από κάποιες ενορμήσεις κι επιθυμίες, που είναι άλογες και επομένως περικλείουν την έννοια της παραβάσεως. Αλλά και που συγχρόνως, θα πρέπει να οργανωθούν κάτω από την έννοια της τάξεως και του νόμου.

Κάθε μύθος είναι μία εστία γύρω από την οποία πλέκονται πολλές φαντασιώσεις μας και πολλές επιθυμίες μας. Επομένως, ο κάθε μύθος κινητοποιεί στον άνθρωπο και στην πορεία της ατομικής του ζωής, ορισμένα μνημονικά ίχνη, τα οποία έχουν σχέση με τις φαντασιώσεις που εγγράφονται μέσα στον μύθο. Ένας μύθος όμως είναι και φορεύς στοιχείων, μιας μνήμης συλλογικής. Την ώρα που χρησιμοποιούμε τον μύθο, ξέρουμε πως χρησιμοποιούμε ένα μόρφωμα, το οποίο θα βρει απήχηση στον άλλον και στο ατομικό επίπεδο και στο επίπεδο της ομάδας. Εντός του μύθου εγγράφεται και η κατηγορία του ασυνειδήτου, που είναι μια κατηγορία ανιστορική. Ξεπερνά κάθε έννοια ιστορίας, εφόσον ο μύθος αναφέρεται σε μία αρχή, μας μιλά δηλαδή για το πώς ξεκίνησαν τα πράγματα. 

Ο ψυχαναλυτικός λόγος

Το γεγονός πως ο Φρόιντ, έκανε χρήση των μύθων για να μιλήσει για την ψυχική μας ζωή, μας δίνει την δυνατότητα να σκεφθούμε ταυτόχρονα, τι μας αφορά σε κάθε μύθο και τους μηχανισμούς οι οποίοι δρουν σε έναν μύθο. Μέσα από αυτούς, οι επιθυμίες υφίστανται μία επεξεργασία δευτερογενής, έχουμε δηλαδή τις λέξεις και την διήγηση, να μεσολαβούν ανάμεσα σε αυτό που ο μύθος θέλει να πει και σε αυτό που λέγετε. Κάθε μύθος δηλαδή, μοιάζει να έχει μία σκοτεινή ζώνη και ο ψυχαναλυτικός λόγος, δεν έρχεται να σταθεί στο έκδηλο του μύθου, αλλά προσπαθεί να δημιουργήσει μια γέφυρα στο έκδηλο και στο λανθάνων. Για μας τους ψυχαναλυτές, το νόημα του μύθου βρίσκεται στην διαπλοκή του έκδηλου με το λανθάνων.

Σίγκμουντ Φρόυντ ήταν Αυστριακός ιατρός, φυσιολόγος, ψυχίατρος και θεμελιωτής της ψυχανάλυσης. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ού αιώνα.

Ο ψυχαναλυτικός λόγος συντηρείται από κενά μιας παρουσίας και έρχεται να εγγραφεί σε αυτήν την σκιασμένη ζώνη προκειμένου να διαρθρώσει τα λανθάνοντα με τα έκδηλα στοιχεία. Για τον ψυχαναλυτή, το ερώτημα δεν είναι το τι μου δείχνει αυτός ο μύθος, αλλά τα φαντασιωσικά στοιχεία, που έχουν περάσει μέσα από την διεργασία γλώσσας και διηγήσεως, για να μας γίνουν προσιτά, χωρίς να είναι και απολύτως φανερά. Έχουμε άρα να αναπλάσουμε αυτό που είναι πίσω από το φανερό και το εκπεφρασμένο. Έχει την ίδια σημασία, με αυτό που σημαίνει για έναν θεατή η παρακολούθηση μιας Τραγωδίας. Υπάρχει η μέθεξη και η κάθαρση, ταυτοχρόνως υπάρχει και η απόσταση, η οποία συντηρείται με τον ίδιο τρόπο, όπως όταν ταυτίζομαι με τον ήρωα μιας Τραγωδίας, έχοντας και την συνειδητοποίηση, πως αυτός είναι ένας άλλος. Επομένως, προβάλλοντας επάνω του μερικά δικά μου στοιχεία ή ταυτιζόμενος με μερικά στοιχεία, που εκείνος μου δείχνει, συντηρώ και μία απόσταση, που θα την έλεγα «του παρατηρούντος Εγώ». Είμαι και δεν είμαι ο ήρωας. Το ίδιο γίνεται και με τον μύθο, υπάρχουν πράγματα που βρίσκουν μια συνήχηση μέσα μας παράλληλα. Όπως ο τρόπος που είναι αρθρωμένος ο μύθος, που πολλές φορές μας παρουσιάζει σε μια συγχρονία, στοιχεία τα οποία στην πραγματικότητα αντιστοιχούν σε μία διαχρονία. Μέσα από όλες αυτές τις διεργασίες, που γίνονται εντός της μυθικής διήγησης, κρατάμε και μία απόσταση, η οποία μας επιτρέπει να μην χανόμαστε μέσα στον μύθο και απλώς να λειτουργεί για εμάς.

Το αν σήμερα μπορούν να δημιουργηθούν συλλογικοί μύθοι, θα εξαρτηθεί από ορισμένες επιλογές που θα κάνουν οι άνθρωποι της εποχής μας. Την επιλογή για παράδειγμα, να αρχίσουν να σκέπτονται πάνω στο ποιο είναι το νόημα της υπάρξεώς μας, στο που θέλουμε να πάμε τελικά και τι θέλουμε να γίνουμε. Σήμερα κάπως απαλλοτριώνουμε τις κατηγορίες της σκέψης, του νοήματος, της τάξεως και του νόμου. Σήμερα βρισκόμαστε όλοι, λίγο έως πολύ, μέσα σε ιδεολογίες που τροφοδοτούν την χάλαση των ορίων. Αυτό που υπηρετούμε είναι περισσότερο μία ύβρη, παρά ένα νόμο. Οι ιδεολογίες μας, προβάλλουν προσδοκίες συγχωνευτικές και από την άλλη μεριά, μπαίνουμε σε ιδεολογίες καταναλωτικές, χρησιμοποιώντας τα πράγματα μόνο γι’ αυτό που μας χρειάζονται και στερούμαι τον εαυτό μας από οποιοδήποτε συμβολικό πλαίσιο. Είναι δύσκολο να δημιουργηθούν σήμερα μύθοι, γιατί εμείς ζούμε, το πολύ-πολύ, το δράμα της μοναξιάς μας. Μιας ύπαρξης που πονάει μέσα σε αυτή τη μοναξιά, αλλά προφανώς μας είναι δύσκολο να αναλογιστούμε πάνω στην μοίρα μας και να δεχθούμε τα όριά της.

Δικαιώματα: ΕΡΤ ΑΕ
Από την εκπομπή της ΕΡΤ: «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ», 1990.
Της ψυχολόγου – ψυχαναλύτριας: Άννας Ποταμιανού