Ζακ Ντεριντά: «Τα αιρετικά δοκίμια για την φιλοσοφία της ιστορίας» του Γιαν Πατότσκα


Ο Ζακ Ντεριντά ήταν Γάλλος φιλόσοφος γεννημένος στην Αλγερία, γνωστός και ως θεμελιωτής της αποδόμησης.


Ζακ Ντεριντά: «Τα αιρετικά δοκίμια για την φιλοσοφία της ιστορίας» του Γιαν Πατότσκα

Απομαγνητοφώνηση: Κωνσταντίνος Σύρμος

τεχνικός πολιτισμός

Θα αναρωτηθούμε βλέποντας ακόμη και τον τίτλο του δοκιμίου, αν και γιατί, ο τεχνικός πολιτισμός βρίσκεται σε περίοδο παρακμής. Η απάντηση είναι σαφής: Αυτή η σημερινή πτώση στο μη-αυθεντικό, στο μη-αληθινό, σ’ ό,τι δεν είναι αληθινό, υποδείχνει μια επιστροφή του οργιακού και του δαιμονικού. Η τεχνική νεωτερικότητα, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουμε, δεν ουδετεροποιεί αλλά επαναφέρει μια μορφή δαιμονολατρείας. Βεβαίως και ουδετεροποιεί μεσ’ την αδιαφορία και την ανία. Αλλά εξαιτίας αυτής της αδιαφορίας και της ανίας και μέσα ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο, καλεί την επιστροφή της δαιμονολατρείας.
Ο ατομικισμός αυτού του περίφημου τεχνικού πολιτισμού, βασίζεται στην ίδια την αγνωσία του ατομικού Εγώ. Πρόκειται για ατομικισμό του ρόλου κι όχι του προσώπου. Μπορούμε να πούμε σε διαφορετική γλώσσα απ’ του Πατότσκα πως πρόκειται για ατομικισμό της μάσκας, του ρόλου κι όχι του συγκεκριμένου προσώπου. Ο Πατότσκα αναφέρεται σ’ ερμηνείες, κυρίως στην ερμηνεία του Μπούκχαρντ, σύμφωνα με την οποία: αυτό που ονομάζουμε σύγχρονο ατομικισμό, που έχει αρχίσει να εξελίσσεται απ’ την Αναγέννηση, ασχολείται αρχικά με το ρόλο που παίζεται κι όχι τόσο με το συγκεκριμένο πρόσωπο, που κρύβει το μυστικό του πίσω από την κοινωνική μάσκα. Κι έτσι όλες οι εναλλακτικές λύσεις είναι συγκεχυμένες. Δηλαδή όλες οι τρέχουσες ή αποδεκτές λύσεις.

Ο ατομικισμός μετατρέπεται σε σοσιαλισμό ή κολεκτιβισμό, γίνεται δηλαδή ψεύτικος ατομικισμός. Είναι το ομοίωμα μιας ηθικής ή πολιτικής μοναδικότητας. Κι ο φιλελευθερισμός επανασυνδέεται με τον σοσιαλισμό. Η δημοκρατία επανασυνδέεται με την απολυταρχία κι όλες αυτές οι μορφές, αδιαφορούν με τον ίδιο τρόπο για ό,τι δεν αποτελεί την αντικειμενικότητα του ρόλου. Ενδιαφέρει μόνο η αντικειμενικότητα του ρόλου, τόσο στον ατομικισμό, όσο και στον σοσιαλισμό, στον φιλελευθερισμό, στην απολυταρχία και στη δημοκρατία. Η ισότητα μεταξύ όλων αυτών –το σύνθημα της αστικής επανάστασης κατά τον Πατότσκα- γίνεται μια αντικειμενική και ποσοτικοποιήσιμη ισότητα των ρόλων κι όχι των προσώπων. Η κριτική λοιπόν της μάσκας, του ρόλου, του ομοιώματος, κυρίως όταν συνδέεται με την αλήθεια ή την αυθεντικότητα ή όταν συνδέεται με μια κριτική της τεχνικής, συναντά φυσικά, μια παράδοση, μια παλιά  παράδοση. Τον Πατότσκα δεν τον αγγίζει ιδιαίτερα αυτή η μονιμότητα, που η λογική της εμφανίζεται σχεδόν ακλόνητη από τον Πλάτωνα ως τον Χάιντεγκερ. Όπως λοιπόν ο ρόλος που παίζεται και κρύβει κάτω απ’ την κοινωνική του μάσκα, την αυθεντικότητα του αναντικατάστατου Εγώ, έτσι ακριβώς κι ο αλληλέγγυος πολιτισμός της ανίας, όπως διαμορφώθηκε απ’ την επιστημονική αντικειμενικότητα, αποκρύπτει το μυστήριο.

η δύναμη, σύγχρονη μορφή του είναι...

Όλα όσα επικρίνει ή καταγγέλλει ο Πατότσκα, όπως την μη-αυθεντικότητα, την τεχνική της ανίας, του ατομικισμού, τη μάσκα, το ρόλο, σχετίζονται μ’ αυτό που ονομάζει μεταφυσική της ισχύος. Η ισχύς έχει γίνει η σύγχρονη μορφή του Είναι. Το Είναι αφέθηκε να προσδιοριστεί σαν ισχύ υπολογίσιμη κι ο άνθρωπος, αντί να αναφερθεί στο Είναι που κρύβεται κάτω απ’ αυτή τη μορφή ισχύος, θεωρεί τον εαυτό του σα μια δύναμη που ποσοτικοποιείται. Θεωρεί τον εαυτό του σα μια δύναμη, αλλά μια δύναμη υπό το καθεστώς της υπολογίσιμης ποσότητας. Ο προσδιορισμός του Είναι, σαν ποσοτικοποιήσιμη ισχύ και του ανθρώπου σα μια απ’ αυτές τις ισχείς και μάλιστα της πιο ισχυρής. Τον προσδιορισμό αυτόν ο Πατότσκα τον περιγράφει σύμφωνα με ένα σχήμα, τουλάχιστον ανάλογο με του Χάιντεγκερ και των κειμένων του πάνω στην τεχνική. Ο Πατότσκα γράφει, για παράδειγμα: «Ο άνθρωπος, έπαψε να είναι η σχέση του ως προς το είναι κι έγινε μια ισχυρή δύναμη, μία από τις πιο ισχυρές». Αυτός ο υπερθετικός βαθμός «μία από τις πιο ισχυρές», σημαίνει πως ο άνθρωπος αυτό-εντάσσεται με ομοιογενή τρόπο, ανάμεσα στις δυνάμεις του κόσμου. Και μάλιστα, σαν την πιο ισχυρή δύναμη ανάμεσά τους. Ο Πατότσκα συνεχίζει: «Ο άνθρωπος, σαν κοινωνικό ον, έχει γίνει πάνω απ’ όλα, ένας τεράστιος πομπός που απελευθερώνει τις κοσμικές δυνάμεις, τις αποθηκευμένες κι υποταγμένες για μια αιωνιότητα. Επομένως ο άνθρωπος έγινε μέσα στον κόσμο των αγνών δυνάμεων, ένας μεγάλος συσσωρευτής…» δηλαδή ένας πομπός, μια μηχανή που συλλαμβάνει και διανέμει δυνάμεις. «…που απ’ τη μια μεριά, εκμεταλλεύεται τις δυνάμεις για να επιβιώσει και να αναπαραχθεί, αλλά απ’ την άλλη, έχει συνδεθεί με το ίδιο κύκλωμα και συσσωρεύεται, υπολογίζεται, χρησιμοποιείται και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, όπως οποιοδήποτε άλλο πεδίο δυνάμεων».

Ο Ζακ Ντεριντά ήταν Γάλλος φιλόσοφος γεννημένος στην Αλγερία, γνωστός και ως θεμελιωτής της αποδόμησης.

Έχουμε λοιπόν ένα παράδειγμα της λογικής του μυστικού, που μας ενδιαφέρει και παρακολουθήσαμε ως εδώ. Δηλαδή πως το μυστικό δεν κρύβεται ποτέ καλύτερα παρά όταν επιδείχνεται. Η απόκρυψη δεν είναι ποτέ καλύτερα κρυμμένη παρά σ’ αυτό το είδος της απόκρυψης, που υποκρίνεται πως επιδείχνεται, πως γυμνώνεται. Με τον ίδιο τρόπο το μυστήριο του Είναι, αποκρύβεται μ’ αυτήν την μη-αυθεντική απόκρυψη, που συνιστάται στο να παρουσιάζει το Είναι σαν ισχύ, να το υπολογίζει, να το αντικειμενοποιεί, να το ποσοτικοποιεί, να το δείχνει μέσα στη μάσκα του, μέσα στη φανταστική του μορφή, στο ομοίωμά του. Δεν ξέρω αν μπορούμε να εκπλαγούμε βλέποντας τον Πατότσκα να επικαλείται εδώ «Το κλεμμένο γράμμα» του Πόε, πάντως μας επιτρέπει να συνδέσουμε όλα τα κείμενα που μας απασχόλησαν απ’ την αρχή του χρόνου. Και να πλησιάσουμε, για ν’ αντιπαραθέσουμε άλλη μια φορά, τη σοβαρότητα της μεσολάβησης του Χάιντεγκερ, σ’ αντίθεση με τη λογική της περιέργειας. Κι απ’ την άλλη, αυτό που ονομάζω Αμερικανική φιλολογία, τον τύπο απόκρυφης φιλολογίας από τον Πόε στον Μελβιβ, στον Χόθρον ή στον Τζέιμς. Χωρίς να ξεχάσουμε να αναφέρουμε και τον Μπωντλαίρ.

προσφέρω στον εαυτό μου τον θάνατο…

Σ’ αυτό το σημείο, και παίρνοντας σα δεδομένο, πως η θέση του νεκρού είναι ουσιαστική στο παιχνίδι «Του κλεμμένου γράμματος», αυτό μας παρέχει μια καλή μετάβαση, προς αυτό που θα ονόμαζα, κατανόηση του θανάτου. Δηλαδή τον τρόπο που «αυτό-θανατώνομαι», πράγμα που διαγράφει την πορεία του σε αυτό το αιρετικό δοκίμιο. Την τελευταία φορά προσπάθησα να δικαιολογήσω την διφορούμενη έκφραση «αυτό-θανατώνομαι». Αυτό που εδώ αποκαλώ κατανόηση του θανάτου, στοχεύει τόσο στη μέριμνα, στην ανήσυχη αναζήτηση της ψυχής ή στην Μελέτη του Θανάτου, του Πλάτωνα, όσο και στη σημασία που δίνουμε στο θάνατο μέσα απ’ την ερμηνευτική τάση, που έχουν διαφορετικοί πολιτισμοί σε διαφορετικές στιγμές. Όπως στα οργιακά μυστήρια, ή στην Πλατωνική Ανάβαση ή στο μυστηριακό τρόμο. Σε κάθε περίπτωση κατανοούν διαφορετικά το θάνατο και αυτό-θανατώνονται με διαφορετικό τρόπο. Προσεγγίζουν διαφορετικά το θάνατο κι υπάρχουν πολιτισμοί του θανάτου. Αυτό που ενδιαφέρει τον Πατότσκα είναι η διαδοχή, η γενεαλογική διαδοχή, ή ο δομικός συγχρονισμός αυτών των διαφορετικών προσεγγίσεων, ή πολιτισμών του θανάτου. Η προσέγγιση ή η κατανόηση λοιπόν του θανάτου, δηλώνουν τόσο την εμπειρία της αναμονής αλλά και τη σημασία του θανάτου που σκιαγραφείται, μέσα σ’ αυτή την αντιμετώπιση της κατανόησης. Είναι ο τρόπος να δω να έρχεται, αυτό που δεν βλέπω ποτέ και να δώσω στον εαυτό μου αυτό που δεν μπορώ ποτέ να του δώσω. Αυτό αποκαλώ «αυτό-θανατώνομαι». Κάθε φορά το «Εγώ» και λέω το «Εγώ», για να μείνω στον κώδικα του Πατότσκα, το «Εγώ» προτρέχει του θανάτου του, δίνοντας του μια άλλη αξία, ή επανιδιοποιείται αυτό που δεν μπορεί να επανιδιοποιηθεί. Δηλαδή, «αυτό-θανατώνομαι» μέσα στην αναμονή, σημαίνει να εξοικειωθώ, να προσεγγίσω, να οικειοποιηθώ αυτό που εξ ορισμού δεν οικειοποιείται.

Ο Ζακ Ντεριντά ήταν Γάλλος φιλόσοφος γεννημένος στην Αλγερία, γνωστός και ως θεμελιωτής της αποδόμησης.

Η φιλοσοφία γεννιέται μέσα απ’ αυτή την υπευθυνότητα. Ο φιλόσοφος γεννιέται ταυτόχρονα μέσα απ’ την προσωπική του υπευθυνότητα. Ο φιλόσοφος δε γίνεται αυτός που είναι, παρά μόνο τη στιγμή που, όχι μόνο η ψυχή αυτοσυγκεντρώνεται στην προετοιμασία του θανάτου, αλλά και στην προετοιμασία που αποδέχεται το θάνατο. Τον αποδέχεται προσφέροντας, μέσα απ’ αυτήν την αποδοχή, η οποία θα την ελευθερώσει απ’ το σώμα αλλά θα της προσφέρει κι αυτή την αυτοσυγκέντρωση. Επιτρέπει στην ψυχή την περισυλλογή. Αλλά απελευθερώνοντας την ψυχή απ’ το σώμα, την απελευθερώνει απ’ τον δαιμονισμό και τον οργιασμό, δηλαδή απ’ το οργιακό μυστήριο. Πράγμα που σημαίνει πως η ψυχή, φτάνει στη δική της ελευθερία απ’ το πέρασμα του θανάτου, ή απ’ τη νέα προσέγγισή του. Αυτή είναι η πρώτη στιγμή, που η κατανόηση του θανάτου περνάει από το οργιακό μυστήριο στην Πλατωνική Ανάβαση. Ο Χριστιανικός μυστηριακός τρόμος, εγκαινιάζει λοιπόν έναν άλλο τρόπο θανάτου. Έναν άλλον τρόπο να προσφέρω το θάνατο στον εαυτό μου. Σημειώσετε πως εδώ, στο κείμενο του Πατότσκα, αναφέρεται η λέξη «δώρο». Αυτός ο άλλος τρόπος κατανόησης του θανάτου –εδώ έχουμε πάλι το θέμα της υπευθυνότητας- προέρχεται από ένα δώρο που δεχόμαστε από κάποιον άλλον. Από αυτόν τον μεγάλο Άλλο, τον απόλυτο Άλλο, τον Θεό, αυτόν που στην απόλυτη υπερβατικότητά του, με βλέπει χωρίς να τον βλέπω. Με κρατάει στο χέρι του, ενώ παραμένει απρόσιτος σε μένα. Και για να καταλάβουμε σε τι το δώρο του νόμου, δεν είναι μόνο η ανάδυσή μιας νέας μορφής υπευθυνότητας, αλλά κι η μορφή ενός άλλου δωρισμένου θανάτου, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το αναντικατάστατο του Εγώ. Της αναντικατάστατης μοναδικότητας του Εγώ, που αναδύεται εκείνη τη στιγμή. Εκείνη τη στιγμή, κι αυτή είναι η προσέγγιση του θανάτου, η ύπαρξη διαφεύγει κάθε δυνατής υποκατάστασης. Γίνεται αναντικατάστατη και βιώνει τη μοναδικότητά της.

μόνον ένας θνητός είναι υπεύθυνος…

Η εμπειρία της υπευθυνότητας, μέσα απ’ το δωρισμένο νόμο, η εμπειρία της απόλυτης μοναδικότητάς μου κι η κατανόηση του θανάτου μου, αποτελούν την ίδια εμπειρία. Εφόσον ο θάνατος είναι το μόνο πράγμα, που κανένας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει στη θέση μου –σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, γιατί το αναντικατάστατο του Εγώ μου έχει παραχωρηθεί, μου έχει προσφερθεί απ’ το θάνατο. Ο θάνατος μου επιτρέπει να είμαι αυτό που είμαι, δηλαδή μοναδικός κι αναντικατάστατος. Ο θάνατος, μου προσφέρθηκε όπως αυτό που μου προσφέρει την μη-υποκαταστήσιμη μοναδικότητά μου. Κι είναι το ίδιο δώρο, η ίδια πηγή, η ίδια καλοσύνη, που μου προσφέρει το θάνατο κι ο ίδιος νόμος. Μόνο μέσα απ’ το θάνατο, σαν τόπο του αναντικατάστατου, δηλαδή της μοναδικότητάς μου, νιώθω πως καλούμαι στην υπευθυνότητά μου. Αφού υπευθυνότητά υπάρχει μόνον εκεί, όπου κανείς δεν μπορεί να κάνει αυτό που κάνω, αντί για ‘μένα. Μ’ αυτήν την έννοια, μόνος ένας θνητός είναι υπεύθυνος. Μόνον ένας θνητός ή κάποιος που ξέρει ότι είναι θνητός, μπορεί να φτάσει στην υπευθυνότητά του, σ’ αυτό που μόνον αυτός μπορεί να κάνει και κανένας άλλος. Κανένας δεν μπορεί να πεθάνει για ‘μένα. Αν το «για μένα», σημαίνει στη θέση μου αντί για μένα. Κι εδώ πρέπει να δούμε τι σημαίνει αυτό το «για μένα». Ο θάνατος είναι, στο μέτρο που είναι, δηλαδή ο θάνατος «είναι». Ο Χάιντεγκερ βάζει τη λέξη σε εισαγωγικά. Ο θάνατος, καθόσον είναι, είναι κάθε φορά δικός μου θάνατος. Είναι πάντα ο δικός μου θάνατος. Στην προσέγγιση του θανάτου, έχω την εμπειρία του δικού μου. Τίποτα δεν είναι περισσότερο δικό μου από το θάνατό μου.

πεθαίνω για τον άλλον…

Πεθαίνω για τον Θεό, για την πατρίδα, για να σώσω τα παιδιά ή για να σώσω αγαπημένο μου πρόσωπο. Αυτή είναι η θυσία του «πεθαίνω για τον άλλον». Προσφέρω τη ζωή μου για κάποιον άλλον. Δεν πεθαίνω στην θέση του, αλλά πεθαίνω για τον άλλον, προσφέρω τη ζωή μου. Ο Χάιντεγκερ επιμένει κι είναι εύλογο, πεθαίνω για τον άλλον δε σημαίνει παίρνω τη θέση του στο θάνατο. Αντίθετα, μόνο στο μέτρο που ο θάνατος παραμένει αναπόφευκτά δικός μου, μόνο τότε μπορώ να πεθάνω για τον άλλον. Μόνο στο μέτρο του αναντικατάστατου, υπάρχει ή μπορούμε να σκεφτούμε, ένα δώρο του εαυτού μας. Μπορώ να δώσω τη ζωή μου ολόκληρη στον άλλον, μπορώ να του προσφέρω τον θάνατό μου, αλλά δεν θ’ αντικαταστήσω και δεν θα σώσω έτσι, παρά μόνο ένα κομμάτι σε κάποια ιδιαίτερη κατάσταση. Τότε θα έχω μια ανταλλαγή ή μια μερική θυσία, μια οικονομία της θυσίας αν θέλετε, δε θ’ απαλλάξω όμως ποτέ τον άλλον απ’ το δικό μου θάνατο σ’ ό,τι ο θάνατος αγγίζει το όλο του είναι. Αυτό το σχόλιο πάνω στο θάνατο, διέπεται απ’ την ανάλυση που ο Χάιντεγκερ ονομάζει, «την ολότητα της ύπαρξης». Εφόσον ο θάνατος αφορά την ολότητα της ύπαρξης, δεν μπορώ να απαλλάξω τον άλλον από το θάνατό του. Μπορώ να προσφέρω στον άλλον τα πάντα εκτός απ’ την αθανασία. Αυτό σημαίνει, αν σκεφτείτε αυτά που έλεγα πριν, πως μόνον ένας θνητός μπορεί να προσφέρει και να είναι υπεύθυνος. Τώρα λοιπόν, πρέπει να προσθέσουμε: Ο θνητός δεν μπορεί να προσφέρει παρά κάτι φθηνό, εφόσον μπορεί να προσφέρει τα πάντα εκτός της αθανασίας.

Από την εκπομπή της ΕΡΤ: «ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ», 1990.
Παρουσίαση: Γιώργος Βέλτσος