Μίλαν Κούντερα: Το καθήκον της μνήμης

Ο Μίλαν Κούντερα κι οι μνήμες του, Απομαγνητοφώνηση: Κωνσταντίνος Σύρμος


Μίλαν Κούντερα: Το καθήκον της μνήμης

Απομαγνητοφώνηση: Κωνσταντίνος Σύρμος

Το φιλμ της αποβλάκωσης

Αυτό που επινόησαν οι αδελφοί Λιμιέρ το 1895, δεν ήταν μία τέχνη αλλά μία τεχνική. Επέτρεπε να συλλαμβάνουμε, να δείχνουμε, να διατηρούμε και να αρχειοθετούμε την οπτική εικόνα της πραγματικότητας. Όχι σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, αλλά στην κίνησή της και στη διάρκειά της. Χωρίς αυτήν την ανακάλυψη της φωτογραφίας εν κινήσει, ο σημερινός κόσμος δεν θα ήταν αυτό που είναι. Η καινούρια τεχνική έγινε, πρώτον: βασικός παράγοντας αποβλάκωσης και δεύτερον: παράγοντας παγκόσμιας αδιακρισίας. Η αλήθεια είναι, πως υπάρχει και το φιλμ σαν τέχνη, αλλά η σημασία του είναι πολύ πιο περιορισμένη από την σημασία που έχει το φιλμ σαν τεχνική. Και η ιστορία του, σίγουρα είναι η πιο σύντομη από όλες τις ιστορίες των τεχνών.

Θυμάμαι ένα βραδινό τραπέζι στο Παρίσι, πάνω από είκοσι χρόνια τώρα. Ένας συμπαθητικός και ξύπνιος νεαρός, μιλάει για τον Φελίνι με ανάλαφρα περιπαιχτικό, περιφρονητικό τόνο. Βρίσκει πως η τελευταία του ταινία είναι ειλικρινά αξιοθρήνητη. Τον κοιτάζω σαν υπνωτισμένος, γιατί γνωρίζω καλά την αξία της φαντασίας κι έτσι αισθάνομαι, πριν από οτιδήποτε άλλο, έναν ταπεινό θαυμασμό για τις ταινίες του Φελίνι. Ξαφνικά, μπροστά σε αυτόν τον λαμπρό νεαρό, στην Γαλλία των αρχών της δεκαετίας του ογδόντα, δοκιμάζω για πρώτη φορά μία αίσθηση που δεν είχα γνωρίσει ποτέ στην Τσεχοσλοβακία ούτε τα χειρότερα Σταλινικά χρόνια. Την αίσθηση πως βρίσκομαι στην εποχή της μετά-τέχνης. Σε έναν κόσμο όπου η τέχνη εξαφανίζεται, γιατί εξαφανίζεται η ανάγκη για τέχνη, η ευαισθησία, η αγάπη για την τέχνη. Έκτοτε, διαπίστωνα όλο και πιο συχνά πως ο Φελίνι δεν άρεσε πλέον. Παρόλο που ο Φελίνι, κατόρθωσε να δημιουργήσει με το έργο του μία ολόκληρη μεγάλη εποχή της ιστορίας της σύγχρονης τέχνης. Παρόλο που ο Φελίνι υλοποίησε με την απαράμιλλη φαντασία του, τη συγχώνευση ονείρου και πραγματικότητας, αυτό το παλιό πρόγραμμα-επιθυμία των υπερρεαλιστών. Παρόλο που ο Φελίνι, την τελευταία του και ιδιαίτερα υποτιμημένη περίοδο, προίκισε το ονειροπόλο βλέμμα του με μία ενάργεια, που ξεμπροστιάζει ανελέητα τον σημερινό μας κόσμο. Την τελευταία αυτή περίοδο, ο Φελίνι συγκρούστηκε βίαια με τον Μπερλουσκόνι, αντιδρώντας στην τακτική του να διακόπτονται οι ταινίες στην τηλεόραση από διαφημίσεις.

Σε αυτήν την σύγκρουση, εγώ διέκρινα ένα βαθύτερο νόημα. Καθώς το διαφημιστικό σποτ, είναι κι αυτό κινηματογραφικό είδος είχαμε σύγκρουση ανάμεσα στις δύο κληρονομιές των αδελφών Λιμιέρ. Σύγκρουση ανάμεσα στο φιλμ σαν τέχνη και στο φιλμ σαν παράγοντα αποβλάκωσης. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό, το φιλμ σαν τέχνη έχασε. Ο επίλογος της σύγκρουσης γράφτηκε το 1993, όταν η «Μπερλουσκονική» τηλεόραση, πρόβαλε στις οθόνες της το σώμα του Φελίνι γυμνό, ανυπεράσπιστο, στις τελευταίες του στιγμές. Η ιστορική στροφή ολοκληρωνόταν, τα ορφανά του Φελίνι δεν σημαίνουν πια πολλά σαν κληρονόμοι των αδελφών Λιμιέρ. Η Ευρώπη του Φελίνι είχε παραμεριστεί από μία εντελώς άλλη Ευρώπη. Εκατό χρόνια κινηματογράφος; Ναι, αλλά εγώ δεν γιορτάζω.

Η φιλία

Το φθινόπωρο του 1968, όταν κατάφερα να περάσω δύο εβδομάδες στο Παρίσι, είχα την τύχη να μιλήσω δυο-τρεις φορές επί ώρα με τον Αραγκόν στο διαμέρισμά του, στην οδό Βαρέν. Όχι, δεν του είπα τίποτα σπουδαίο, άκουγα. Καθώς δεν κράτησα ποτέ μου ημερολόγιο, οι αναμνήσεις μου είναι αόριστες. Από τα λόγια του θυμάμαι μόνο δύο θέματα που επανέρχονταν, μου μίλησε πολύ για τον Αντρέ Μπρετόν, ο οποίος προς το τέλος της ζωής του συμφιλιώθηκε μαζί του. Και, μου μίλησε για την τέχνη του μυθιστορήματος. Ακόμα και στον πρόλογό του για «Το Αστείο», που τον είχε γράψει ένα μήνα πριν τις συναντήσεις μας, είχε πλέξει το εγκώμιο του μυθιστορήματος. «Το μυθιστόρημα είναι απαραίτητο στον άνθρωπο, σαν το ψωμί» έλεγε. Στις επισκέψεις μου, με προέτρεπε να υπερασπίζω πάντα αυτήν την τέχνη, αυτήν την συκοφαντημένη τέχνη, όπως γράφει στον πρόλογό του. Από τις συναντήσεις μας, μου έμεινε η εντύπωση πως ο βαθύτερος λόγος της ρήξης του με τους υπερρεαλιστές, δεν ήταν πολιτικός αλλά αισθητικός, η αφοσίωσή του στο μυθιστόρημα τη συκοφαντημένη από τους υπερρεαλιστές τέχνη. Και μου φάνηκε επίσης πως είχα διακρίνει το διπλό δράμα της ζωής του, το πάθος του για την τέχνη του μυθιστορήματος και τη φιλία του με τον Μπρετόν. Σήμερα ξέρω, την εποχή του απολογισμού, η πιο επώδυνη πληγή είναι η πληγή από τις κατεστραμμένες φιλίες και δεν υπάρχει τίποτα πιο ηλίθιο, από το να θυσιάσεις μια φιλία στην πολιτική. Αυτό που με σόκαρε περισσότερο, στις μεγάλες σταλινικές δίκες, ήταν η ψυχρή επιδοκιμασία με την οποία δέχονταν οι κομμουνιστές πολιτικοί, την θανάτωση των φίλων τους, Γιατί, ήταν όλοι φίλοι, εννοώ πως γνωρίζονταν όλοι πολύ καλά. Είχανε ζήσει μαζί δύσκολες στιγμές, εκπατρισμό, διώξεις, μακρόχρονο πολιτικό αγώνα. Πώς μπόρεσαν λοιπόν να θυσιάσουν, και με τόσο μακάβρια τελεσίδικο τρόπο, τη φιλία τους;

Στην εποχή μας μάθαμε να υποτάσσουμε την φιλία σε αυτό που αποκαλούμε πεποιθήσεις. Και μάλιστα, με την περηφάνια μίας ηθικής ευθύτητας. Χρειάζεται όντως μεγάλη ωριμότητα για να καταλάβουμε ότι, η άποψη την οποία προασπιζόμαστε είναι απλώς ένας ευσεβής πόθος, μία ιστορία αναγκαστικά ατελής, πιθανόν εφήμερη, που μόνο οι φοβέρα στενόμυαλοι παρουσιάζουν σαν βεβαιότητα ή αλήθεια. Αντίθετα με την παιδαριώδη πίστη σε μια πεποίθηση, η πίστη σ’ ένα φίλο είναι αρετή, ίσως η μοναδική, η ύστατη. Κοιτάζω την φωτογραφία του Ρενέ Σαρ, πλάι στον Χάιντεγκερ. Ο ένας, εξυμνήθηκε σαν αντιστασιακός κατά της Γερμανικής κατοχής, ο άλλος, διασύρθηκε για τις συμπάθειες που είχε για τον εκκολαπτόμενο φασισμό, σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του. Η φωτογραφία είναι από τα μεταπολεμικά χρόνια. Τους βλέπουμε πλάτη, με τραγιάσκα στο κεφάλι. Ο ένας ψηλός, ο άλλος κοντός, περπατάνε στη φύση. Αυτή η φωτογραφία μου αρέσει, πολύ!

Ο Επιζών της Βαρσοβίας

Κάνα δυο χρόνια μετά τον πόλεμο, έφηβος ακόμα, συνάντησα ένα νεαρό ζευγάρι Εβραίους, κάπου πέντε χρόνια μεγαλύτερούς μου. Είχαν περάσει τα πρώτα νεανικά τους χρόνια στο Τέρεζιν κι έπειτα σε κάποιο άλλο στρατόπεδο. Ένιωσα τρόμο μπροστά στη μοίρα τους, η οποία με ξεπερνούσε. Θύμωσα με την αντίδρασή μου. «Για στάσου, για στάσου», μου είπαν και με μεγάλη επιμονή μου έδωσαν να καταλάβω, πως η ζωή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης διατηρούσε όλη της την ποικιλία. Με τα δάκρυα αλλά και με τα αστεία, με την φρίκη αλλά και με την τρυφερότητα. Από αγάπη ακριβώς για την ζωή τους, αρνιόνταν να μεταμορφωθούν σε θρύλο, σε αγάλματα δυστυχίας, σε τεκμήριο της μαύρη βίβλου του Ναζισμού. Τους έχασα εντελώς από τότε, αλλά δεν ξέχασα αυτό που προσπαθούσαν να μου δώσουνε να καταλάβω.

Τέρεζιν στα τσέχικα, Τερέζιν στα γερμανικά. Μία πόλη μεταμορφωμένη σε γκέτο, που τη χρησιμοποίησαν οι ναζί σαν βιτρίνα. Όπου άφηναν τους κρατούμενους να ζουν σχετικά πολιτισμένα, για να μπορούν να τους παρουσιάζουν στους μπούφους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Στο Τέρεζιν, ήταν συγκεντρωμένοι οι Εβραίοι της Κεντρικής Ευρώπης και ειδικά του Αυστροτσέχικου τμήματός της. Ανάμεσά τους πολλοί διανοούμενοι, συνθέτες, συγγραφείς της μεγάλης γενιάς που είχε ζήσει στο φως του Φρόιντ, του Μάλερ, του Γιανισεκ, της βιενέζικης σχολής του Σένμπεργκ, του στρουκτουραλισμού της Πράγας. Δεν έτρεφαν ψευδαισθήσεις, ζούσαν στον προθάλαμο του θανάτου. Η πολιτιστική ζωή τους επιδεικνυόταν από την ναζιστική προπαγάνδα σαν άλλοθι. Θα ‘πρεπε γι’ αυτόν τον λόγο να αρνηθούν αυτή την επισφαλή και απατηλή ελευθερία; Η απάντησή τους υπήρξε απολύτως σαφής. Οι δημιουργίες τους, οι εκθέσεις τους, οι συναυλίες τους, οι έρωτές τους, όλο το φάσμα της ζωής τους, είχε ασύγκριτα μεγαλύτερη σημασία από τη μακάβρια κωμωδία των δεσμοφυλάκων τους. Αυτό ήταν το στοίχημά τους.

Σήμερα, η πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητά τους μας αφήνει άφωνους. Δεν σκέφτομαι μόνο τα έργα που κατόρθωσαν να δημιουργήσουν εκεί. Σκέφτομαι, ίσως περισσότερο, αυτή τη δίψα για τέχνη, που μέσα σε φρικώδεις συνθήκες κυριάρχησε σε όλη την κοινότητα του Τέρεζιν. Τι αντιπροσώπευε γι αυτούς η τέχνη; Τον τρόπο να κρατήσουν εντελώς ανοιχτή τη βεντάλια των συναισθημάτων και των σκέψεων, για να μη περιοριστεί η ζωή στη διάσταση μόνο της φρίκης. Και για τους κρατούμενους καλλιτέχνες; Αυτοί έβλεπαν την προσωπική τους μοίρα να ενώνεται με τη μοίρα της σύγχρονης τέχνης, της εκφυλισμένης, όπως είχε χαρακτηριστεί τέχνης. Της κυνηγημένης, χλευασμένης, καταδικασμένης σε θάνατο τέχνης.

Κοιτάζω μια αφίσα μίας συναυλίας στο Τέρεζιν, της εποχής εκείνης. Στο πρόγραμμα: Μάλερ, Τσεμλινσκι, Σένμπεργκ, Χάμπα. Υπό την επιτήρηση των δημίων οι καταδικασμένοι έπαιζαν μια καταδικασμένη μουσική. Σκέφτομαι τα τελευταία χρόνια του περασμένου αιώνα, η μνήμη, το καθήκον της μνήμης, το έργο της μνήμης, ήταν οι λέξεις σημαίες της εποχής εκείνης. Η δίωξη των περασμένων πολιτικών εγκλημάτων ως τα τελευταία τους ίχνη, ως τις τελευταίες ρυπαρές κηλίδες, θεωρούνταν πράξη τιμής. Κι όμως, αυτή η εντελώς ιδιαίτερη, ενοχοποιητική μνήμη, πρόθυμη υπηρέτρια της τιμωρίας, δεν είχε τίποτα το κοινό με την μνήμη για την οποία νοιάζονταν με τόσο πάθος οι Εβραίοι του Τέρεζιν. Που αδιαφορούσαν πλήρως για την αθανασία των βασανιστών τους κι έκαναν τα πάντα για να διατηρήσουν στη μνήμη τους τον Μάλερ και τον Σένμπεργκ. Μια μέρα, συζητώντας γι αυτό το θέμα μ’ έναν φίλο τον ρώτησα: «Τον επιζώντα της Βαρσοβίας τον ξέρεις;», «Τον επιζώντα; Ποιον ακριβώς;» Δεν ήξερε για τι πράγμα μιλούσα κι όμως, «Ο Επιζών της Βαρσοβίας» το ορατόριο του Άρνολντ Σένμπεργκ, είναι το μεγαλύτερο μνημείο που αφιέρωσε η μουσική στο ολοκαύτωμα. Όλη η υπαρξιακή ουσία του δράματος των Εβραίων του 20ου αιώνα, διατηρείται ζωντανή μέσα σε αυτό το έργο, σε όλο της το φρικτό μεγαλείο, σε όλη της τη φρικτή ομορφιά. Δίνουν μάχη να μη λησμονηθούν οι δολοφόνοι και τον Σένμπεργκ, τον λησμόνησαν.

Πηγή: Μίλαν Κούντερα, Συνάντηση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Μετάφραση Γιάννη Η. Χάρη. - Υλικό Ονείρων, Πέννυ Τομπρή, 9,58.