Γιώργος Χειμωνάς: Η βιογραφία της όρασής μου


Γιώργος Χειμωνάς, Η βιογραφία της όρασής μου


Γιώργος Χειμωνάς: Η βιογραφία της όρασής μου

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

«Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων. Να τους σκεπάσει μια εικόνα. Απομακρύνθηκε ο ορίζοντας. Η ζωή φάνηκε πρώτα στους τοίχους. Είναι ένας τοίχος αλειμμένος μ’ ένα υλικό σαν σημασία. Αλλού οι τοίχοι εξογκώνονταν και εξείχαν σαν να γεννούσαν αγάλματα κι άμορφα ακόμα, που μόλις σχηματίζονταν, εκρέμονταν απ’ τους τοίχους. Αργά εκατέβαινε ο ουρανός, υπέροχος κεφαλόδεσμος από λοξά βαρειά καλύμματα λύθηκαν κι έπεφταν αργά για να φανεί ξανά πόσο καλό είναι το φως.»

Γεννήθηκα στην Καβάλα και μεγάλωσα στην Θεσσαλονίκη. Εκεί έζησα και εκεί τελείωσα την Ιατρική. Αργότερα, μετά το στρατό, έφυγα στο Παρίσι, στην Γαλλία.

«…Είμαι είκοσι εννέα χρονών. Τον Οκτώβριο του ’65 ένα βράδυ, αποφάσισα να πεθάνω. Τότε έγινε ησυχία, ακούμπησα το κεφάλι στον κορμό της φιστικιάς κι έγειρα το κεφάλι αναπαυμένος. Οι φανταχτερές καλοκαιριάτικες προκυμαίες. Στις στενές ανηφόρες από χαμηλά με κοίταζαν ακίνητα και σκοτεινά παιδιά. Μετά μερικές μέρες σηκώθηκα κι έφυγα στο Παρίσι»

Στην Γαλλία ειδικεύτηκα στην ψυχιατρική και στην νευροψυχολογία. Τώρα μένω μόνιμα στην Αθήνα κι εργάζομαι στο Ευγενίδειο Νοσοκομείο. Είμαι παντρεμένος κι έχω ένα γιο δώδεκα χρονών. Αυτή είναι η βιογραφία μου.

«Επίτηδες ο κήρυκας έχει άγνωστη καταγωγή. Δεν την ομολογεί και την κρατά κρυφή την έσφιγγε θυμωμένος. Την εξαφανίζει και μονάχα σε τρίμματα ονείρων όταν τα όνειρα ανοίγουν. Τότε μονάχα βγαίνει λίγο αίμα απ’ την καταγωγή του και μόλις φαίνεται.»

Αλλά εγώ θέλω να μιλήσω για μια άλλη βιογραφία. Ξεκινάω από έναν ανυπολόγιστο, παιδικό χρόνο κι ‘ναι η βιογραφία της όρασής μου. Η ιδιότητά μου του συγγραφέα ζυμώθηκε μ’ αυτή την ιδιότητα. Έγινε ένα με μία διαρκή, καθημερινή, αυθόρμητη προσοχή. Να προσέχω συνέχεια τους ανθρώπους. Από παιδί έβλεπα. Έβλεπα συνέχεια τους ανθρώπους.

«Αρπακτικές αλήθειες, όμως τα μάτια μου τα έσωσα και ζω με τις απέραντες εικόνες. Κι όπως ο Θεός βλέποντας.»

Την έσχατη λεπτομέρεια των σωμάτων, το πρόσωπό τους. Το δέρμα τους, τα σκισίματά του. Τη στάση τους, την ακινησία τους, τις χειρονομίες τους. Άκουγα την ηχώ των λόγων τους. Περιφερόμουν στους στενούς, λαϊκούς, έρημους δρόμους της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης. Γεμάτοι λάσπη, νερά της βροχής. Σιωπή, ερημιά, ξαφνικά να ανοίγει μια αυλόπορτα και να χυμάει έξω λολίζοντας μια γυναίκα. Έτρεχε, έβγαινε έξω στον δρόμο και άρχιζε να θρηνεί. Ένας πατέρας κάτισχνος, κατάχλωμος, νεαρός, έβγαζε περίπατο το παιδί του στο δρόμο. Ένα παιδί τεσσάρων, τριών χρονών. Ξαφνικά, αυτός ο νεαρός πατέρας να πέφτει κάτω σαν κεραυνοβολημένος. Το παιδί τον κοίταζε εμβρόντητο, δεν καταλάβαινε, δεν καταλάβαινα. Έβλεπα τα πρόσωπα των ανθρώπων πίσω από τα τζάμια και μάντευα την ζωή τους. Τέτοιες εικόνες μιας διάχυτης παντού λαϊκής δυστυχίας. Αισθανόμουν, και δεν θα ήμουν παιδί πάνω από δέκα χρονών, αυτά τα περίεργα συναισθήματα, που μόνο τα παιδιά μπορούν και έχουν που είναι αντιφατικά. Αισθανόμουνα μαζί σαν κάτι πολύ ελκυστικό και κάτι πολύ αποτρόπαιο, την ανάγκη και την επιθυμία αυτές τις εικόνες να τις αναδιπλώσω, να ελευθερώσω την σκοτεινή τους αγωνία. Αλλά εκείνο που από πολύ νωρίς έμαθα, είναι ότι το ανθρώπινο σώμα, ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μιλάει, να μιλάει ακατάπαυστα για όλα τα πάθη των ανθρώπων. Δεν έχεις παρά να το δεις.

Γιώργος Χειμωνάς, Ο γιατρός Ινεότης, 1971

«[…] Η Τενάγκνε είναι πολύ όμορφη. Αισθησιακή και αισθηματική με μια καλοσύνη για τους ανθρώπους που θα την έλεγες αισθησιακή καλοσύνη. Έλεος για τα σώματα των ανθρώπων γιατί τα πρόσωπα και τα χέρια οι λαιμοί τα στόματα είναι σα ζώα πιστά κι αφοσιωμένα και τρομάζουν πηδάν τρομαγμένα γύρω απ’ τα βάσανα.»

Αργότερα οι ιατρικές εικόνες πλάτυναν αυτή την όραση. Την έκαναν πιο βαθιά, πιο δραματική. Χρωστάω σαν συγγραφέας πάρα πολλά στην ιατρική, δεν χρωστάω τίποτα στην ψυχιατρική. Απλά σαν γιατρός, να βλέπω τους συγγενείς των αρρώστων να συνωστίζονται στους διαδρόμους των νοσοκομείων, μπροστά στα κλειστά θυρωρεία των νοσοκομείων. Να τριγυρίζουν τα κρεβάτια των αρρώστων τους, να παραστέκονται. Να βλέπω το ίδιο το σώμα του αρρώστου. Πολλά με έμαθαν όλα αυτά τα λόγια κι όλα αυτά τα σώματα. Γιατί η ιατρική σχέση είναι το ίδιο έντονη, το ίδιο αποκαλυπτική, με όλες τις σημασίες της λέξης, το ίδιο διαπεραστική όσο κι η ερωτική σχέση.

Πιστεύω πως, ο σκοπός της τέχνης είναι ένα πράγμα πάρα πολύ συγκεκριμένο. Η τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όραμα του ανθρώπου. Μια φυσική ίσως αθλιότητα. Δεν είναι απλά κοινωνική ή περιπτωσιακή, που ασφαλώς είναι και αυτά. Αλλά μαζί είναι και κάτι άλλο, πιο οριστικά αδικημένο. Η τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της, αυτή την αθεράπευτη στέρηση του ανθρώπου. Να τη δουλεύει και να την επιστρέφει πάλι στους ανθρώπους. Αλλά αυτή τη φορά να την παραδίδει μέσα σε μια λαμπερή φαντασμαγορία. Τεντωμένη από ένα δίκαιο όσο και συγκινητικό μεγαλείο. Μέσα σε μια απέραντη ευφορία.

«Η άλλη γυναίκα που κάνει την Αύξηση. Ώρες εγύριζε κι  έσκυβε πάνω από την γη και την μετρούσε. Σα να ετοίμαζε μία σπορά κι ώρες την μελετούσε και ξαφνικά εφάνηκε το έργο της. 'Όλη εκείνη ή πλάτη του βουνού είχε γεμίσει σχέδια. Φτιαγμένα με μικρές άσπρες πέτρες στη σειρά κι όπου τελείωναν οι πέτρες η Αύξηση έσκαβε με τα χέρια και χάραζε το χώμα. Με υπομονή εκέντησε την γη με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσε ψηλά μία μεγάλη πέτρα. Λίγο κοκκινωπή και πάνω της είχε χαράξει με καρφί ένα ιλαρό μεγάλο πρόσωπο που είπε πως ήταν η αδελφή της το Χρυσώ όταν ήταν δώδεκα χρονών. Όλος ο λόφος εσκεπάστηκε με σημεία θεώρατα και μισοτελειωμένα. Σα να αποτύπωσε εκεί τεράστιες πράξεις ανθρώπων κι ομιλίες. Αγκώνες από τρίγωνα και νύχια από καμπύλες κι ένας σωρός η πόλη Νινευή. Μεγάλα κεφαλαία και  διάβαζες ΑΠΑΙΟΝΟΝ κι ένας διάδρομος πλατύς. Αγέρωχη προχωρά στον διάδρομο η Αύξηση και φτάνει στην κορυφή. Στέκεται εκεί και τεντώνεται  με μιαν έξαψη. Το πρόσωπό της έχει έναν τυραννισμένο μορφασμό  κι έμοιαζε με γλυμμένο. Με το ένα χέρι υψώνει και κρατεί με θρίαμβο ψηλά το γελαστό  Χρυσώ και στο άλλο χέρι μια μεγάλη και λευκή. Σινδόνα πού πήρε και κυματιζε κι έτσι που άπλωνε και πάλι μαζευόταν.»

Σ’ αυτό το κομμάτι της Αύξησης, μου φαίνεται ότι είναι καθαρά τα δύο κέντρα της γραφής μου. Το ένα το τελετουργικό, που ακριβώς δίνει αυτήν την τάση που έχει η ανθρώπινη ψυχή για μεγέθυνση των πραγμάτων της ζωής της. Γιατί η επαφή με το κείμενο, δεν γίνεται μέσα από μία διαδικασία ταύτισης, είναι ένας απλοϊκός μηχανισμός. Ο αναγνώστης πρέπει να παρακολουθεί μια αγωνιώδη διαδικασία εξύψωσης του ανθρώπινου δυναμικού, μέχρι εκεί που μπορεί να πάει κι εκεί πάνω να συντελεστεί αυτή η ταύτιση. Αυτό είναι το ένα κέντρο αυτής της εξύψωσης, αυτής της μεγέθυνσης. Και το άλλο κέντρο είναι αυτός ο απλοϊκός, ο παιδικός συναισθηματισμός της εξαθλιωμένης αυτής γυναίκας. Όλα αυτά η τέχνη δεν τα κάνει φιλάνθρωπα, παρηγορητικά. Γιατί χρωστάει αυτή τη δικαίωση του ανθρώπου, γιατί κάποιος πρέπει να του τη χρωστάει αυτή τη δικαίωση. Γιατί αυτό το μέγα, αυτή η φαντασμαγορία, αυτό το μέγα του Ελύτη, του Αισχύλου, του Ηράκλειτου, αυτό το μέγα υπάρχει πραγματικά στην ζωή των ανθρώπων. Κι η τέχνη είναι ακριβώς για να το βγάζει στο φως. Να το αποκαλύπτει, να το καθαρίζει, να το παρουσιάζει θα έλεγα επιδεικτικά στους ανθρώπους. Έτσι εκθαμβωτικό, πελώριο, εκκωφαντικό.

Γιώργος Χειμωνάς, Οι χτίστες, 1979

Οι ήρωες μου δεν έχουν καμία σχέση με τους ήρωες ενός κανονικού, συνηθισμένου μυθιστορήματος. Ήρωας είναι πάντοτε οι μάζες, τα πλήθη των ανθρώπων. Φαντάζομαι ένα νέο μυθιστόρημα που δεν θα μιλά πια για ξεχωριστά άτομα. Θα είναι ένας συμπερασματικός λόγος, που θα μιλά για το γένος των ανθρώπων, όπως περίπου στην αρχαία τραγωδία. Αν κάποιο πρόσωπο κεντρικό φαίνεται να ξεχωρίζει στα κείμενά μου, αυτό δεν είναι άλλο παρά ένας θυμωμένος, απαρηγόρητος οδοιπόρος, χωμένος κι αυτός μέσα στο πλήθος. Αλλά είναι ένας οδοιπόρος που έχει πάρει επάνω του την μοίρα όλων των ανθρώπων.

«Εγώ είμαι η αιτία και τους παρασύρω στο σημερινό τέλος κι επισύρω το τέλος τους. Η αιτία είναι γιατί γεννήθηκα μ’ ένα φυσικό σημάδι. Είναι ένα σημάδι εκ γενετής που όταν παρουσιαστεί. Έχω το ανθρώπινο όριο. Όταν εμφανιστεί ο άνθρωπος που να έχει το ανθρώπινο όριο τότε σήμανε το τέλος των ανθρώπων. Σα μια αγρύπνια στάζει μέσα μου η μοίρα των ανθρώπων κι ακριβώς μέσα μου τελειώνουν οι άνθρωποι. Συνορεύω.»

Δεν υπάρχει ένας αμετακίνητος χρόνος και χώρος. Όλα συμβαίνουν σαν να γίνονταν πάντοτε, σαν να γίνονται σήμερα. Εδώ και παντού. Αλλά το πλήθος είναι Έλληνες, ο οδοιπόρος είναι κι αυτός Έλληνας. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού κι εγώ είμαι Έλληνας και μονάχα στα ελληνικά μπορώ και καταλαβαίνω και μιλάω την γλώσσα των ανθρώπων. Μιλώ πάντα για την πραγματικότητα των ανθρώπων. Δεν αμελώ καθόλου αυτά τα ξεχωριστά άτομα που είπα πριν. Την συγκεκριμένη ιστορία τους, τον ρεαλισμό της καθημερινότητάς τους. Το αντίθετο, υπάρχουν παντού τα συναισθήματά τους, οι λύπες τους, η ομορφιά τους, η ασχήμια τους. Παραμικρές λεπτομέρειες μιας ψηλαφητής, υλικής ανθρώπινης ζωής. Μόνο που αυτό το άμορφο, το άταχτο ανθρώπινο υλικό ζυμώνεται, χωρίς εντούτοις καθόλου να εξαφανίζεται. Σκορπίζεται μέσα σε ένα είδος γενικής απεικόνισης της ταραγμένης, ανθρώπινης συνείδησης. Της ταραγμένης από θάνατο, από φόβο, από αρρώστια, από φτώχεια, από σπαραχτική λύπη. Από πόλεμο, από διωγμό. Από ό,τι μπορεί να είναι η πραγματική ιστορία του καθενός μας. Και η πραγματική ιστορία όλων μας.

«[…] η Μαργαρίτα λέει το σπίτι μας είχε λαμαρίνες κι έτρεχε η βροχή η μάνα έβαζε σκάφες κι η μάνα έλεγε το βρόχινο νερό είναι καλό για πλύσιμο και για λούσιμο και τα παιδιά κάθονταν στο κρεβάτι και κρατούσαν από μια λεκάνη μη βραχεί το κρεβάτι κι όταν έκαμνε κρύο η φουφού που βάζαμε σβόλους από καρβουνόσκονη κι ασβέστη και γινόταν σκοτωμός ποιος θα καθόταν πιο κοντά στη φωτιά κι η μάνα μας έβαζε με τη σειρά ένα κάθε μέρα και πηγαίναμε με τάξη και δεν μαλώναμε και το σπίτι μας ήταν ένα δωμάτιο όλο κι όλο με μια μικρή αυλή χωρίς λουλούδια κι έχει μια μικρή ξύλινη εξώπορτα που έπρεπε να τη σηκώσεις λίγο για ν’ ανοίξει και κοντά στη μεγάλη μάνδρα ήταν ένα μάρμαρο που ήταν σαν παγκάκι και το καλοκαίρι πηγαίναμε με τη μάνα και καθόμασταν το βράδυ στο μάρμαρο κι ακούγαμε τραγούδια απ’ την απέναντι ταβέρνα που έπαιζε το γραμμόφωνο του γερο-Βουγιούκα, που γύριζε από ταβέρνα σε ταβέρνα με το γραμμόφωνο και το βράδυ που κηδέψαμε τη μάνα την είδα να έρχεται από μακριά φορτωμένη μ’ ένα πελώριο κυπαρίσσι στον ώμο κι ήρθε και στάθηκε έξω από την αυλή, κοίταζε από κει και είχε πολύ ήλιο έξω αλλά μέσα στο σπίτι ήταν σκοτεινά κι εγώ την έβλεπα από μέσα αλλά εκείνη δεν με είδε και δεν την φώναξα κι ύστερα έφυγε και χάθηκε κουβαλώντας το κυπαρίσσι κι όταν ήμουν παιδί είδα κάποιον να πεθαίνει μόλις έφτασε στην πόρτα του σπιτιού του, το είχε σκάσει από τους εξήντα που είχαν μαζέψει και τους είχανε πάει πολύ μακριά για να τους εκτελέσουν και σύρθηκε πληγωμένος και δεν τον είδαν μέσα στη νύχτα τον έλεγαν πουκαμισά κι έκανε τόσο δρόμο όμως δεν πέθανε στη μέση του δρόμου και μόλις έφτασε στην πόρτα του σπιτιού του φώναξε δυνατά και πέθανε και δεκατριών χρονών πήγα με άνδρα και μ’ άρεσε πολύ και μείναμε μαζί τρία χρόνια και έμεινα έγκυος κι αυτός με πήγε στο σπίτι του στη Λάρισα ταξιδέψαμε με λεωφορείο κι έκαμνε ζέστη και μ’ άφησε στη μάνα του κι έφυγε έκανα ένα παιδί αλλά δεν το είδα και το άκουσα να φωνάζει κι ύστερα μου είπαν πως πέθανε και σηκώθηκα κι έφυγα κρυφά και γύρισα πίσω με τα πόδια ήμουν άρρωστη και περπατούσα στον ήλιο και στο δρόμο μ’ έπιασαν χωροφύλακες και με πήγαν στο τμήμα και με κορόιδευαν κι εγώ δεν μιλούσα και τους άφηνα κι ύστερα πήγα με δυο από αυτούς πήγαινα με τους άνδρες γιατί μ’ άρεζε κι ένα καιρό πήγαινα όλο με παπάδες ήταν αστείο με τα γένια και ποτέ δεν πήρα λεφτά μ’ άρεζε και ήμουν πολύ καλή με εξευτελισμούς αλλά περήφανη συναισθηματική και γράφτηκα στην ΕΠΟΝ και μ’ έπιασαν και μ’ έδερναν κι όμως εγώ δεν έχω την ανθρώπινη αδυναμία κι ενεργώ σαν να μην είμαι άνθρωπος αλλά σαν μοίρα και σαν στρατιώτης και το δικό μου συμπέρασμα είναι ότι οι άνθρωποι αισθάνονται χωριστά κι αυτό κατάλαβα απ’ τη ζωή πως κάθε άνθρωπος είναι άλλο πράγμα κι οι μητέρες των ανθρώπων είναι ολωσδιόλου διαφορετικές μεταξύ τους και μην εμπιστεύεσαι στον άλλον γιατί δεν είναι σαν και σένα είναι άλλο πράγμα κι αυτό είναι το συμπέρασμά μου και δεν έχω άλλο στον κόσμο παρά εσένα και το συμπέρασμά μου και πιο πολύ περήφανη παρά ευτυχισμένη περήφανη κι ευτυχισμένη για σένα και για το συμπέρασμά μου κι ύστερα μ’ έπιασε ένα είδος επιληψίας μου ερχόταν ύπνος και μάλλον μια βαθιά νάρκη πολλές ώρες και δεν μπορούσα να ξυπνήσω κι ούτε καταλάβαινα τίποτα και το στόμα μου γεμάτο σάλια κι όταν σε είδα να μπαίνεις. Κύριε μου είσαι το παιδί μου που πέθανε κι είσαι ο άνδρας μου κι όλη μου η ζωή ήταν για σένα άστραψες τη ζωή μου και πριν από καιρό χτύπησε η πόρτα κι είδα από τη χαραμάδα ήταν ο αδελφός μου κι είπα μέσα μου καλώς ήρθες αδελφέ μου σ’ αγαπώ όμως δεν θα σου ανοίξω δεν μπορώ να σου ανοίξω κι η καρδιά μου ράγισε από αγάπη γιατί θυμήθηκα που είχα πάει να τον δω στο στρατόπεδο τότε που ήταν στρατιώτης κι έβρεχε πολύ κι είχα γίνει μούσκεμα ήταν η πρώτη φορά που έφυγε από το σπίτι κι ήταν φοβισμένος και τον θυμήθηκα με τη σκισμένη χλαίνη λυπημένο μέσα στη βροχή και η καρδιά μου ράγισε αλλά δεν άνοιξα και τον έβλεπα που έφευγε δεν ζήτησες τίποτε από κανέναν και ζήτησες από μένα να σε σκοτώσω μου υποσχέθηκες. Δεν μου υποσχέθηκες;»

Γιώργος Χειμωνάς, Ο αδελφος, 2002

Είπα κάποτε ότι, η τέχνη δεν είναι η πραγματικότητα. Πως η τέχνη είναι ένα σχόλιο πάνω στην πραγματικότητα. Πως η πραγματικότητα δεν μπορεί να εννοηθεί ως τετελεσμένη, αν δεν δευτερολογηθεί από ένα τέτοιο σχόλιο τέχνης. Θεωρώ αυτό το σχόλιο της τέχνης, πολύ πιο πραγματικό από την ίδια την πραγματικότητα. Γιατί ακριβώς αποκαλύπτει όλες εκείνες τις κρυφές, όσο και ουσιαστικές διεργασίες, που αναπαράγουν συνεχώς την συγκινησιακή πραγματικότητα του ανθρώπου. Αυτήν για την οποία μιλάει κυρίως η τέχνη. Αποκλειστικά με την οποία υπάρχει ο άνθρωπος. Θεωρώ τον λόγο σαν ένα χαρισματικό όργανο, περισσότερο από όλα τα άλλα. Γιατί ακριβώς ο λόγος, έχει τη δυνατότητα να συλλαμβάνει και να φανερώνει όλες τις δυνατές νοηματικές και συναισθηματικές αντηχήσεις, που γεννά μέσα στο νου και την ψυχή του ανθρώπου η εμπειρία της ζωής. Εννοώ κάτι σαν την εξαίσια ικεσία της ζωγραφικής ή την δαιμονική κινητικότητα της μουσικής. Εννοώ ακριβώς έναν λόγο που είναι και ζωγραφική και μουσική και όλα όσα μπορεί να εκφράσει ο άνθρωπος, κυρίως, όσα δεν μπορεί.

«[…] έπαινο για τη θάλασσα ποιος θα πει; Από την απέραντη εργασία της θάλασσας γεννιέται το νησί. Κσόι κσόι άσπρα μικρά λουλούδια που δεν είστε λουλούδι. Αλλά όπως θα ήταν των λουλουδιών οι σκελετοί. Ελαφριοί των θάμνων αχινοί τους παίρνει ο αέρας τους σκορπά στη γη. Τους λέμε οι κλέφτες. Εσύ φταις. Που αφήνεις ανοιχτό το αυτί. Ένας τους μπαίνει μέσα και κουφαίνεσαι. Κλέβει την ακοή. Ευφραίνεσαι από τον αέρα που φυσά. Αλλά ο αέρας τα σκορπά και μπαίνει ένα στο αυτί κουφαίνομαι. Λιγοθυμώ και κλαίομαι πήρε την ακογή μου και πετά. Κσόι κσόι κακό πουλί χειρότερο αγκάθι. Ούτε πουλί κι ούτε αγκάθι μου απαντά. Τι είσαι; Αυτί. Που έκλεψε το άκουσμά σου όλο και φεύγει μακριά. Κσόι κσόι κακή χρονιά χειρότερη σοδειά τι θα ακουστείς εκεί μακριά; Το όνομά σου να φωνάζουν μου απαντά. Το όνομά σου το έχασες δεν θα το ακούεις πλια. Κσόι κσόι κουφή Κυρά να μη συγχωρεθεί παρακαλώ της ακογής μου η κλεψιά τι θα το κάνεις το όνομά μου εσύ και ποιος να είναι αυτός που με καλεί; Θα ακροαστώ θεού φωνή. Κσόι κσόι Κυρά κουφή είναι δικιά μου η ακοή με διπλανού ακούς την ακοή; Και σαν ηχώ αντιλαλεί. Μήτε η δικιά σου ζωή είναι εκεί και η ζωή είναι πάντα. Διπλανή.»

Στο κείμενό μου «Ο Γάμος», ανατέλλει μια ανθρώπινη μορφή που λέγεται ο λυπημένος. Τον περιγράφω έτσι: «Ο λυπημένος δεν έδειχνε λύπη. Αλλά το πρόσωπό του είχε μιαν έξαψη και προκαλούσε τρόμο. Αλλά εκείνο που προκαλούσε τρόμο προκαλούσε δέος, η πελώρια εμφάνισή του. Ο λυπημένος είναι στολισμένος εκθαμβωτικά. Ποτέ άνθρωπος στον κόσμο δεν στολίστηκε τόσο και δεν παρουσιάστηκε. Σαν ένας πύργος από αστραφτερά υφάσματα και τεντωμένα. Κεραίες και σκαλωσιές στηρίζουν την πελώρια του πρόσοψη. Σαν ένα πλατύ κι ορθωμένο λοφίο λύγιζε προς τα πίσω και ταλαντεύονταν σε κάθε κίνηση του λυπημένου. Έχει διάμετρο ως δέκα μέτρα κι από τις άκρες ανέμιζαν ξεσκισμένα λάβαρα και φυλαχτά. Κολλημένα σαν μαγνητισμένα δυσδιάκριτα και τρομακτικά πράγματα και ράκη ζώων κι ανθρώπων κι όλα μαζεμένα με μια μανιασμένη φιλαρέσκεια και συνέχεια να ξεκολλάν και πέφτουν καταγής και χαμηλά διακρίνεται το τρομερό του πρόσωπο κι όλο εκείνο το τέμπλο που βάδιζε. Έθρυβε και σιγά-σιγά αφανιζόταν λες και το φως της ημέρας να έτρωγε σιγά-σιγά εκείνο το υπερφυσικό κι υπέροχο ανθρώπινο ικρίωμα […].» Αυτό θα μπορούσε να είναι ο λόγος της τέχνης. Μια ψιθυριακή, πελώρια αμφίεση. Το υπερφυσικό. Και υπέροχο ανθρώπινο ικρίωμα, κολλημένα πάνω του κομμάτια από τον κόσμο. Αλλά εκείνο που πάνω απ’ όλα τον χαρακτηρίζει, είναι ότι πάει να γίνει πάντα, υπερανθρώπινος και υπερσωματικός. Μια δηλαδή στο έπακρο, διεσταλμένη ανθρώπινη μορφή. Που είναι έτσι μεγεθυμένη, ώστε να τη δει μάτι που να μην είναι ανθρώπου. Θέλω να πω, εάν το αίτημα των φυσικών και φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου, είναι να εννοήσει ο άνθρωπος τον κόσμο, η τέχνη αντιστρέφει αυτό το αίτημα. Το τρομαχτικό αίτημα που θέτει η τέχνη είναι να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον κόσμο.

(Δικαιώματα ΕΡΤ ΑΕ)
Από την εκπομπή της ΕΡΤ: «ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ», 1983.