Αντρέι Ταρκόφσκι: Η τέχνη γεννιέται από τις κακοτεχνίες του κόσμου


Αντρέι Ταρκόφσκι: Η τέχνη γεννιέται από τις κακοτεχνίες του κόσμου

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Ευτυχία

Δεν ξέρω ποιος είμαι. Πιστεύω ότι, αυτή είναι για όλους μας η δυσκολότερη γνώση. Κρίνουμε πολύ πιο εύκολα τους άλλους, για τους εαυτούς μας ελάχιστα γνωρίζουμε. Μας είναι αδύνατο να αναλύσουμε εντελώς την εσώτερη υφή του ανθρώπου. Κι η έκφραση ευτυχισμένος είναι λάθος. Δεν μπορούμε να ζούμε ευτυχισμένοι σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν δημιουργήθηκε με σκοπό την ευτυχία του ανθρώπου. Έστω κι αν πολλοί πιστεύουν, ότι αυτός είν’ ο σκοπός της ύπαρξής τους. Νομίζω ότι, ήρθαμε στον κόσμο για να αγωνιστούμε, για να συγκρουστούν μέσα μας το καλό και το κακό και να υπερισχύσει το καλό, πλουτίζοντας το πνεύμα μας. Δύσκολα μπορούμε να πούμε αν είμαστε ευτυχισμένοι, δεν έγκειται στην επιθυμία μας. Κάποιες φορές η ζωή είναι τόσο σκληρή, ώστε μετανοείς που γεννήθηκες. Άλλοτε πάλι μας επιφυλάσσει εκπλήξεις, που και μόνο γι’ αυτές αξίζει να ζεις. Δεν μπαίνει για μένα ζήτημα ευτυχίας, η ευτυχία καθεαυτή δεν υπάρχει.

Παιδικά χρόνια

Τα παιδικά μου χρόνια τα θυμάμαι πολύ καθαρά, ολοκάθαρα. Ήταν η πιο σημαντική εποχή της ζωής μου, που σημάδεψε όλη μου την ύπαρξη. Είναι γενικά η εποχή, που συνδέεται με τα εσωτερικά και ψυχολογικά προβλήματα, που καθορίζει όλο το μέλλον του ανθρώπου και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την καλλιτεχνική δραστηριότητά του. Η Άννα Αχμάτοβα, η μεγάλη Ρωσίδα ποιήτρια, τόνιζε τη σπουδαιότητα της παιδικής της ηλικίας, που έθρεψε όλο το μελλοντικό της έργο. Κι αυτό ισχύει για κάθε δημιουργική δραστηριότητα του ανθρώπου.

Ζούσα με την μητέρα, την γιαγιά και την αδελφή μου, αυτή ήταν η οικογένειά μου. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια χωρίς άντρες. Ίσως το γεγονός ότι με ανέθρεψε η μητέρα μου, να επηρέασε σημαντικά τον χαρακτήρα μου. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει, αυτό συνέβη το 1935, ή το ΄36. Η Μαρίνα η αδελφή μου κι εγώ, μείναμε με τη μητέρα μας. Το σπίτι των παιδικών μου χρόνων, είναι για ‘μένα ένα μικρό σπιτάκι στα δάση, 90 με 100 χλμ. από τη Μόσχα. Κοντά σ’ ένα χωριουδάκι, το Ιγκνάτεβο, πάνω στο ποτάμι. Εκεί ζήσαμε για 4-5 χρόνια πριν από τον πόλεμο το 1935, ’36, ’37. Ήταν μια δύσκολη εποχή, γιατί οι γονείς μου είχαν προβλήματα μεταξύ τους. Τότε ο πατέρας μου μας άφησε. Θυμάμαι ένα περιστατικό ένα βράδυ, που ήρθε ο πατέρας μου και ήθελε να με πάρει μαζί του. Θυμάμαι ότι οι κουβέντες τους με ξύπνησαν, η μητέρα μου έκλαιγε κι έκλαψα κι εγώ μαζί της, σιγανά για να μην μ’ ακούσουν. Το ‘χα πάρει απόφαση να μην πάω να ζήσω μαζί του, ακόμα κι αν μου το ζητούσε η ίδια μου η μητέρα, έτσι όμως δεν γνώρισα ποτέ πατέρα. Ήταν μία δύσκολη εποχή για όλους μας, γιατί συνεχώς τον περιμέναμε να επιστρέψει. Το ίδιο έγινε κι όταν ξέσπασε ο πόλεμος, περιμέναμε να γυρίσει από το μέτωπο. Είχε φύγει εθελοντής. Ο πόλεμος ήταν μία δύσκολη εποχή, ο πατέρας ήταν στο μέτωπο και τον είχα αποθυμήσει. Περιμέναμε τα γράμματά του μα ήταν σπάνια, ωστόσο γύρισε. Του είχαν κόψει το πόδι, μια δύσκολη εγχείρηση σε ένα νοσοκομείο της πρώτης γραμμής, όμως γύρισε. Ρίζωσε μαζί μας. Επέστρεψε με τον βαθμό του λοχαγού και μία από τις υψηλότερες στρατιωτικές διακρίσεις, το παράσημο του Ερυθρού Αστέρος.

Τα παιδικά χρόνια είναι πάντα υπέροχα. Κανείς δεν μπορεί να τα επικρίνει, αφού ακόμα κι η χειρότερη παιδική ηλικία, παραμένει μέσα μας ως η πιο όμορφη εποχή της ζωής μας. Όταν σκέφτομαι τα παιδικά μου χρόνια, βλέπω μία εποχή που είχα όλον τον καιρό μπροστά μου, ήμουν αθάνατος και όλα ήταν δυνατά. Ποιος ξέρει άραγε αν χάθηκαν τα παιδικά μου χρόνια, ή ζουν ακόμα μαζί μου. Όταν σκεφτώ ότι εξαφανίστηκαν, νιώθω χαμένος. Πιστεύω όμως, μόνο οι παιδικές μου αισθήσεις χάθηκαν κι ότι τα παιδικά μου χρόνια είναι δίπλα μου, κινητήρια δύναμη της δημιουργικότητάς μου, υπόβαθρο κάθε έργου. Αν είχαν χαθεί στο κενό, δεν θα μπορούσα να κάνω καμιά ταινία.

Η μητέρα

Όταν με ρωτούν τι ονειρευόμουν παιδί, έχω μια μοναδική απάντηση, διαρκώς περίμενα να τελειώσει ο πόλεμος. Μονάχα δύο σκέψεις τριγύριζαν στο παιδικό μου μυαλό, να τελειώσει ο πόλεμος και να γυρίσει ο πατέρας μου. Ήταν και ακόμα κάτι, στη διάρκεια του πολέμου, το φαγητό… το φαγητό. Πεθαίναμε της πείνας κι ο πόθος της τροφής, μας ήταν έντονος. Φυσικά δεν ήταν η μόνη μας σκέψη, έτσι όμως εξηγείται, γιατί τα παιδικά μου όνειρα ήταν τόσο περιορισμένα. Τα παιδικά μου χρόνια είναι συνδεδεμένα με τη μητέρα μου, είναι ευνόητο. Έζησα μαζί της κι αυτή μας φρόντιζε, αυτή μας ανέθρεψε. Η ζωή της στάθηκε δύσκολη, είχε τελειώσει το σημερινό Ινστιτούτο Λογοτεχνίας, μαζί με τον πατέρα μου. Εκεί γνωρίστηκαν. Όταν όμως μας εγκατέλειψε, αυτή παράτησε τη λογοτεχνία κι ασχολούνταν με τα δυο της παιδιά. Έτσι τα παράτησε κι έγινε διορθώτρια στο τυπογραφείο του Ζντάνοφ, στην οδό Βαλιόγιαβνα, της Μόσχας. Δούλεψε εκεί μέχρι να πάρει σύνταξη. Η ζωή μας ήταν πραγματικά δύσκολη πολύ κι ό,τι έχω στη ζωή μου, όλα τα ωραία πράγματα –αν υποθέσουμε ότι τα έχω-, το ότι είμαι σκηνοθέτης, το ότι δουλεύω στο σινεμά, όλα τα οφείλω στην μητέρα μου, που οι θυσίες της με έκαναν αυτό που είμαι.

Θυμάμαι μια πολύ δύσκολη στιγμή της ζωής μου, είχα μπλέξει με κακές παρέες. Ήμουν πολύ νέος, σχεδόν 20 χρόνων κι η μητέρα μου με έσωσε με ένα δικό της τρόπο. Μ’ έστειλε να δουλέψω στη Σιβηρία για ένα ολόκληρο χρόνο, με μια ομάδα γεωλόγων. Εκεί δούλεψα ως απλός εργάτης. Διέσχισα με τα πόδια όλη τη χιονισμένη, απέραντη τάιγκα. Ακόμη και τώρα, η Σιβηρία, είναι από τις ποιο ευχάριστες αναμνήσεις μου, ήταν η καλύτερη εποχή της ζωής μου. Ήμουν μόλις 20 χρόνων.

Η αρχή

Σαν παιδί κάτι έψαχνα, ένιωθα ότι κάποτε θα έκανα κάτι, σαν να ήμουν βέβαιος για το πεπρωμένο μου. Για να πω την αλήθεια, πάντα πίστευα ότι εύκολα πείθεσαι για το πεπρωμένο σου. Αργότερα έκανα πράγματα, που θα ήταν λάθος να τα χαρακτηρίσω παιδικά, ήταν απόπειρες προετοιμασίας μου για τη ζωή. Για τη μελλοντική μου δραστηριότητα, τότε δεν το ήξερα. Η μητέρα μου το ήξερε όμως, Εγώ ήμουν πολύ επιπόλαιος για να καθορίσω τους στόχους μου. Παρά την δύσκολη κατάστασή μας, κατάφερα να τελειώσω τις σπουδές μου στο πιάνο κι αργότερα τη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας. Προφανώς η μητέρα μου ήθελε να αφιερωθώ στην τέχνη, ή και να συνδέσω τη ζωή μου μαζί της. Το παράδειγμα του πατέρα μου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Τον αγαπούσε ακόμα και στα τελευταία της και ήθελε να του μοιάσω. Κι έτσι βρέθηκα στο χώρο της τέχνης, παρόλο που δεν έγινα πιανίστας ή διευθυντής ορχήστρας όπως ήθελα. Ούτε ζωγράφος, ούτε γλύπτης κι ας είχα σπουδάσει. Μερικές φορές με ρωτούν αν μετάνιωσα, δεν ξέρω. Έχω μετανοήσει που δεν έγινα μουσικός ή διευθυντής ορχήστρας, γιατί θα μου ήταν πιο εύκολο. Πάντως, αμφιβάλω αν θα αφιερωνόμουν τόσο σοβαρά στη σκηνοθεσία, χωρίς το ολιστικό υπόβαθρο που μου προσέφεραν το Κονσερβατόριο και η Σχολή Καλών Τεχνών. Από την άλλη δε μπορώ να πω ότι βρήκα τα όσα έψαχνα στη παιδική μου ηλικία. Τότε δεν ήθελα να γίνω τίποτα, ο χαρακτήρας μου ήταν χαρακτήρας φυτού. Δεν σκεφτόμουν αλλά ένιωθα, προσελάμβανα.

Η πρώτη μου εντύπωση από τον κινηματογράφο ήταν πολύ παράξενη, δεν μπορούσα να καταλάβω περί τίνος πρόκειται. Ήταν πολλοί αυτοί που είχαν γραφτεί στη σχολή κινηματογραφίας, ξέροντας ήδη τι είναι κινηματογράφος. Για ‘μένα ήταν αίνιγμα. Ακόμα κι όταν τελείωσα τη σχολή, δεν είχα εννοήσει την σημασία του, δεν τον ένιωθα, δεν τον αντιλαμβανόμουν, δεν ήμουν στα μέτρα του. Τον θεωρούσα ένα επάγγελμα, που απαιτεί σοβαρές τεχνικές γνώσεις, όμως, δεν είχα ακόμα καταλάβει ότι ο άνθρωπος μπορεί να εκφραστεί με τον κινηματογράφο. Όπως ακριβώς χρειάζεται να εκφράζεται με την ποίηση, την μουσική ή τη λογοτεχνία. Ακόμα κι όταν γύριζα «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» (1962), δεν διδάχθηκα ποιος είναι ο ρόλος του σκηνοθέτη. Ήταν μια αναζήτηση, μια τυφλή αναζήτηση, για σημεία επαφής με την ποίηση. Και μόνο όταν τελείωσα αυτήν την ταινία, κατάλαβα ότι ο κινηματογράφος μπορεί να σε φέρει σε επαφή με την πνευματική ουσία. Αυτή η ανακάλυψη στάθηκε σημαντική καθώς προηγουμένως, δεν είχα ιδέα τι είναι ο κινηματογράφος. Ακόμα και τώρα όμως, δεν είμαι απόλυτα πεπεισμένος για το τι είναι. Είναι ένα τεράστιο μυστήριο, όπως και κάθε μορφή τέχνης.

Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν

Συχνά, ο κόσμος συσχετίζει τις δικές μου παιδικές εντυπώσεις με αυτές του Ιβάν, όμως η αναλογία αυτή δεν στέκει, αφού τα μόνα μας κοινά στοιχεία είναι η ηλικία κι ο πόλεμος. Η δική μου μοίρα δεν ήταν τόσο τραγική, εγώ ζω ενώ αυτός πέθανε. Πολέμησε, ενώ εγώ πήγα στην εξοχή, στο σπίτι της γιαγιάς μου στο Γιρεβέζ. Τώρα δεν υπάρχει πια. Έχουν υψώσει τις όχθες του ποταμού, για να χτίσουν τον ενεργειακό σταθμό του και ο Βόλγας το σκέπασε. Μόνο το καμπαναριό βγαίνει έξω από τα νερά.

Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν 1962 ‧ Δραματική ταινία/Ταινία πολέμου

Οι βασικοί πόλοι της διαμάχης για την ταινία του Ιβάν, ήταν ο Σαρτρ και ο Μοράβια. Ο Μοράβια με επέκρινε και ο Σαρτρ με υποστήριζε. Διάβασα το άρθρο του Μοράβια με μεγάλη προσοχή, πράγματι κατέλυε την ταινία μου. Το διάβασα με ευχαρίστηση, οι επικρίσεις του ήταν υψηλού επιπέδου, η σκέψη του οξεία. Ήταν σχεδόν ευχάριστο να σε επικρίνει. Είχα μάθει στις τυποποιημένες επικρίσεις και για να πω την αλήθεια, δεν είχα ακόμα συνηθίσει. Ήταν η πρώτη μου ταινία κι ο Μοράβια είχε δίκιο να την επικρίνει. Ο Σαρτρ, πάλι, με υπερασπιζόταν με τρόπο υπερβολικά φιλοσοφικό, που δε με έπειθε.

Οι δημιουργοί

Ποτέ δεν διαχώρισα τη ζωή μου από τις ταινίες μου. Οι ταινίες ήταν πάντα τμήμα της ζωής μου και όποτε έπρεπε να γυρίσω μια ταινία, όφειλα να πάρω ζωτικές αποφάσεις. Πολλοί διαχωρίζουν τη ζωή τους από τις ταινίες τους. Ξέρω ανθρώπους, που ζουν με έναν τρόπο και οι ταινίες τους εκφράζουν καταστάσεις και απόψεις που είναι εντελώς διαφορετικές. Καταφέρνουν να διαχωρίσουν τις συνειδήσεις τους, από τη δουλειά τους. Αυτό ποτέ δεν το κατόρθωσα, ο κινηματογράφος δεν είναι το επάγγελμά μου, είναι η ζωή μου. Με ευχαριστεί να δημιουργώ τις ταινίες μου, να γράφω το σενάριο, να επινοώ τις σκηνές, να ψάχνω για χώρους. Μ’ άλλα λόγια, ν’ ανασύρω απ’ το μυαλό μου τα αναγκαία για τη δημιουργία μιας ταινίας. Όμως κατά τη γνώμη μου, το γύρισμα δεν είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Όταν όλα έχουν πια μελετηθεί, αυτά που σκέφτηκες πρέπει να γίνουν με τεχνικά μέσα κι αυτό είναι βαρετό.

Οι ταινίες και οι εμπειρίες του Ντολσένκο, μου στάθηκαν σημαντικές, όμως, αν με ρωτούσαν για τον αληθινό μου δάσκαλο, οφείλω να απαντήσω ο Μιχαήλ Ρομ. Υπήρξε πραγματικός μου δάσκαλος καθώς διεύθυνε για πολλά χρόνια τη σχολή κινηματογραφίας. Μου έμαθε πώς να είμαι ο εαυτός μου. Του χρωστώ πάρα πολλά. Πιστεύω ότι αυτοί που θα μείνουν στην ιστορία του κινηματογράφου, θα είναι οι ποιητές. Υπάρχει κάποιος νόμος: ο κινηματογράφος των δημιουργών γίνεται από ποιητές κι όλοι οι μεγάλοι σύγχρονοι σκηνοθέτες, είναι ποιητές. Όμως, τι είναι ο ποιητής στον κινηματογράφο; Είναι ο σκηνοθέτης, που δημιουργεί τον δικό του κόσμο και δεν προσπαθεί να αναπαράγει την πραγματικότητα που τον περιβάλει. Αυτός είναι ο ποιητικός κινηματογράφος, ο κινηματογράφος των δημιουργών.


Αρσένι Ταρκόφσκι

Αναμφισβήτητα ο πατέρας μου, είναι ο μεγαλύτερος ζων, Ρώσος ποιητής. Έχει ένα δυναμικό λυρισμό κι ένα πνευματικό σφρίγος, που τον καθιστούν ποιητή στην πιο αμιγή του μορφή. Γι’ αυτόν ως ποιητή, το κυρίαρχο είναι η ενδότερη, η πνευματική έννοια της ζωής κι η αίσθηση του πνευματικού χρέους απέναντι στον τόπο του, τη χώρα του και το ρόλο του. Είναι μετριόφρων, ποτέ δεν έγραψε κάτι για να γίνει διάσημος, για να βγει στην επιφάνεια, για να σταδιοδρομήσει στην ποίηση. Έζησε δύσκολα χρόνια, η πρώτη του συλλογή έπρεπε να εκδοθεί, όταν ο Ζντάνοφ εξαπέλυσε σταυροφορία εναντίον των εφημερίδων Αστέρας και Λένινγκραντ, μια σκληρή και κατά τη γνώμη μου άδικη κριτική. Κατηγορούσε την ποίηση της Αχμάτοβα, του Ζόσενκο, τις ταινίες του Αϊζενστάιν. Ήταν δύσκολοι καιροί, έτσι το βιβλίο του πατέρα μου δεν εξεδόθη. Τα βιβλία και τα ποιήματά του, άργησαν πολύ να εκδοθούν, μόνο πρόσφατα άρχισαν να εμφανίζονται, πολύ αργά.

Αρσένι Ταρκόφσκι, Ποιητής, Γέννηση: 25 Ιουνίου 1907

Των συναντήσεων μας την κάθε στιγμή,
γιορτάζαμε σαν ευλογία,
μόνοι εμείς στον κόσμο ολάκερο. Κιʼ από
φτερό πουλιού πιο τολμηρή κι ανάλαφρη ήσουν,
σα παραζάλη στη σκάλα,
πηδούσες τα σκαλιά και
μέσα απʼ την υγρή την πασχαλιά
πήγαινες στη δική σου επικράτεια
Απʼ του καθρέφτη την άλλη την πλευρά.

Σαν έπεφτε όμως η νυχτιά με της ευμένειας
το δώρο οι πύλες άνοιγαν
του θυσιαστηρίου, μεσʼ στο σκοτάδι έλαμπες,
αργά γέρνοντας η γδύμνια,
κι, αποκοιμιόσουν: «Ας είσαι ευλογημένη!» –
έλεγα ξέροντας πως η ευλογία μου
είναι παράτολμη: κοιμόσουν,
και για νʼ αγγίξει τα βλέφαρα της βαθυγάλανης οικουμένης
σέρνονταν από το τραπέζι η πασχαλιά,
και τα βλέφαρα που γαλανάδα άγγιξε
κοιμούνταν ήρεμα, το χέρι ήταν ζεστό.

Κρυστάλλινος ο σφυγμός των ποταμών,
Νεφελώδη τα βουνά, ανήσυχες οι θάλασσες,
Μα συ κρατούσες τη γήινη σφαίρα στην παλάμη σου
κρυστάλλινη, και κοιμόσουν στο θρόνο,
και – Ω δίκαιε Θεέ! – ήσουν δική μου.
Ξύπνησες και ξανάγραψες
το καθημερινό ανθρώπινο λεξικό,
κι η φωνή στο λαρύγγι μισοσβησμένη
γέμισε, και έδωσες στη λέξη
μια νέα έννοια που σήμαινε: Τσάρος.

Κι όλα στο κόσμο μεταμορφώθηκαν, ακόμη
και τα απλά πράγματα – η λεκάνη, – όταν
στεκόταν ανάμεσα μας, σα φρουρός,
το γάργαρο μα και σκληρό νερό.

Μας παρέσυρε άγνωστο που.
Μπροστά μας περνούσαν, σαν οφθαλμαπάτες.
πόλεις χτισμένες από θαύμα θαρρείς,
η μέντα απλώθηκε κάτω απʼ τα πόδια μας
και πουλιά ανταμώναμε στο δρόμο μας,
και από το ποτάμι ψάρια πετάγονταν
Κι ο ουρανός άνοιξε μπροστά στα μάτια μας …

όταν η μοίρα τα ίχνη μας ακολούθησε
σα τρελός με το ξυράφι στο χέρι.

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Τέχνη

Πριν ορίσουμε τι είναι τέχνη, πρέπει να απαντήσουμε μία ευρύτερη ερώτηση: Ποιο νόημα έχει η ζωή του ανθρώπου στη γη; Ίσως να βρεθήκαμε εδώ για να ανυψωθούμε πνευματικά. Αν η ζωή μας τείνει σε έναν πνευματικό πλούτο, τότε ίσως η τέχνη είναι ένας τρόπος προσέγγισης αυτού του σκοπού. Αυτό πιστεύω με τον τρόπο που ορίζω τη ζωή. Η τέχνη πρέπει να βοηθά τον άνθρωπο στην πνευματική του εξύψωση. Δεν ξέρω, μερικοί λένε ότι η τέχνη βοηθά τον άνθρωπο να κατανοήσει τον κόσμο, ότι είναι γνώση, όπως και κάθε διανοητική δραστηριότητα. Δεν πείθομαι από την εκδοχή της γνώσης, με αυτήν την έννοια, είμαι σχεδόν αγνωστικιστής. Η γνώση μας απομακρύνει όλο και περισσότερο από τον βασικό σκοπό της ζωής μας, όσο πιο πολλά μαθαίνουμε, τόσο λιγότερα ξέρουμε. Αφού όσο εμβαθύνουμε, ο ορίζοντας στενεύει. Η τέχνη εξυψώνει τον άνθρωπο, για να ξεπεράσει τον εαυτό του και να φτάσει σε αυτό που θα ονομάζαμε: ελεύθερη βούληση. Οι πιέσεις που δέχεται ο «Ρουμπλιόφ», δεν είναι εξαίρεση. Κάθε καλλιτέχνης δέχεται πιέσεις, ποτέ δεν έχει ιδανικές συνθήκες εργασίας. Μα κι αν υπήρχαν αυτές οι συνθήκες, ίσως τότε να μην επιζούσε η δουλειά του, επειδή ο καλλιτέχνης δε ζει στο κενό, πρέπει να δέχεται κάποια πίεση. Δεν ξέρω τι είδους, μα πρέπει να υπάρχει. Ο καλλιτέχνης υπάρχει γιατί ο κόσμος δεν είναι τέλειος. Κανείς δεν θα είχε την ανάγκη της τέχνης, αν στον κόσμο βασίλευαν η ομορφιά κι η αρμονία. Ο άνθρωπος δεν θα έψαχνε την αρμονία σε άλλες δραστηριότητες, θα ζούσε μέσα της. Η τέχνη γεννιέται από τις κακοτεχνίες του κόσμου κι αυτό είναι το θέμα της ταινίας μου «Αντρέι Ρουμπλιόφ» (1966). Η αναζήτηση δεσμών και εννοιών, που εκφράζονται στις αρμονικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, μεταξύ τέχνης και ζωής, χρόνου και ιστορίας. Αυτό είναι το θέμα της ταινίας μου.

Εμπειρίες

Κάτι ακόμη που θεωρώ σημαντικό, είναι οι εμπειρίες του ανθρώπου. Το μήνυμα της ταινίας μου, είναι ότι δεν γίνεται να μεταβιβάσεις τις εμπειρίες ή να διδαχθείς την ζωή από κάποιον άλλον. Το μόνο που μένει, είναι να ζεις και να αντλείς συμπεράσματα, που δυστυχώς δεν μπορείς να τα κληροδοτήσεις. Συχνά ακούμε να λένε, ας εκμεταλλευθούμε την πείρα των πατέρων μας, τότε όλα θα ‘ταν εύκολα. Όμως ο καθένας μας, πρέπει να αποκτήσει την προσωπική του εμπειρία και μόλις το κατορθώσουμε, φτάνει η ώρα να πεθάνουμε και δεν προλαβαίνουμε να τη χρησιμοποιήσουμε. Και εν τω μεταξύ, μεγαλώνουν οι νέες γενιές, που αρνούνται να ακούσουν τους μεγαλύτερους κι έχουν δίκιο. Γιατί κι αυτοί αναζητούν την δική τους εμπειρία κι όταν την αποκτήσουν πεθαίνουν. Αυτός είναι ο νόμος της ζωής, το νόημά της. Θέλω να πω ότι, δεν γίνεται να επιβάλλουμε τις εμπειρίες μας στους άλλους. Δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε κανέναν να συμμεριστεί συναισθήματα που υποβάλλονται από άλλους. Μόνο με την προσωπική εμπειρία μπορούμε να ελπίζουμε, ότι θα κατανοήσουμε τη ζωή. Αυτή είναι κι η εμπειρία ζωής του αδελφού Ρουμπλιόφ. Σπούδασε με τον Σεργκέι Αντονέφσκι στη μονή της Αγίας Τριάδας, έζησε όμως τη δική του ζωή, που διέφερε από τα όσα είχε διδαχθεί και μόνο στο τέλος κατόρθωσε να δει τον κόσμο με τα μάτια του πατρός Σεργκέι. Μόνο αφότου έζησε με το δικό του τρόπο.

Ο κινηματογράφος

Ο κινηματογράφος είναι η πιο δυστυχής τέχνη, γιατί εξαρτάται υπερβολικά απ’ το χρήμα. Κι όχι μόνο επειδή οι ταινίες είναι ακριβές, αλλά κι επειδή βγαίνουν στην αγορά σαν τσίχλες και τσιγάρα. Μια ταινία είναι καλή όταν πουλάει. Όμως, αν πιστεύουμε πως ο κινηματογράφος είναι τέχνη, η άποψη αυτή γίνεται παράλογη, διότι θα ήταν σαν να ισχυριζόμαστε, ότι η τέχνη είναι καλή όταν πουλάει. Δεν παραπονούμαι για τον εαυτό μου. Αυτό το έμαθα πια καλά κι έτσι δεν απαιτώ ιδιαίτερους όρους για τις ταινίες μου, αφού οι όροι αυτοί δεν υπάρχουν. Αν θέλουμε να προσελκύσουμε τις ευρείες μάζες, το πλατύ κοινό, δεν μπορούμε να περιμένουμε υψηλά ποιητικά έργα. Υπήρξαν περιπτώσεις που εκατομμύρια άνθρωποι είδαν υπέροχες ταινίες, όμως αυτό έγινε στην αυγή του βωβού κινηματογράφου, όταν κάθε νέα ταινία τραβούσε την περιέργεια. Σήμερα το κοινό δύσκολα εκπλήσσεται, κι επομένως, δεν μπορούμε να περιμένουμε, ότι εκατομμύρια άνθρωποι θα πάνε να δουν μια καλή ταινία.

Η επιστήμη

Μπορούμε να μιλήσουμε για αυτά και να αξιολογήσουμε τα επιτεύγματα της επιστημονικής προόδου, όμως πιστεύω ότι η επιστήμη δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο. Επομένως, δεν μπορούμε να πούμε αν είναι καλή η κακή. Μπορούμε όμως να πούμε, ότι μετά από μακροχρόνιες, ιστορικές διαδικασίες, ο πολιτισμός μας έφτασε σε ένα στάδιο δραματικής, εσωτερικής σύγκρουσης του ανθρώπου. Υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην επιστημονική, τεχνολογική του εξέλιξη και στην πνευματική του ανάπτυξη και το χάσμα αυτό διαρκώς διευρύνεται. Αυτός είναι ο βασικός λόγος, που οι συνθήκες σήμερα είναι δραματικές. Ο πολιτισμός μας βρίσκεται στο χείλος του πυρηνικού ολέθρου, ακριβώς εξαιτίας του χάσματος ανάμεσα στις δύο σφαίρες του ανθρώπου. Πιστεύω ότι και ο Αϊνστάιν και ο Γαλιλαίος, είχαν άδικό.

Σολάρις

Νομίζω ότι το «Σολάρις» (1972), είναι η χειρότερη ταινία μου, δεν μου αρέσει και ούτε το θυμάμαι καλά. Αντίθετα με τον Λεμ, τον συγγραφέα του βιβλίου, δε με ενδιέφερε τόσο το ζήτημα της γνώσης, της σύγκρουσης ανάμεσα στον άνθρωπο-νου και τη γνώση. Αλλά μάλλον το βαθύτερο, ψυχολογικό ζήτημα. Μπορεί ο άνθρωπος να ζει σε απάνθρωπες συνθήκες και να παραμένει άνθρωπος; Ο βασικός χαρακτήρας, τόσο του βιβλίου, όσο και της ταινίας μου, μου κίνησε το ενδιαφέρον γιατί έπρεπε να παραμείνει ανθρώπινος, παρότι οι καταστάσεις που ζούσε ήταν απάνθρωπες. Έτσι αντιμετώπισα τον χαρακτήρα του βιβλίου και έτσι τον απεικόνισα στην ταινία μου. όμως η ταινία αυτή δε μου αρέσει, γιατί δεν κατάφερα να απαλλαγώ, απ’ όλα τα συμπράγκαλα της επιστημονικής φαντασίας. Τις διάφορες λάμπες κτλ., που δεν είχαν τίποτα κοινό με την άποψή μου.

Σολάρις 1971 ‧ Δραματική ταινία, Σκηνοθέτης: Αντρέι Ταρκόφσκι

Κόσμος

Η προσέγγιση μου ως προς τον κόσμο, είναι με τρόπο συναισθηματικό και στοχαστικό. Δεν προσπαθώ να σκεφτώ στοργικά, αλλά να τον συλλάβω όπως ένα παιδί ή ένα ζώο κι όχι σαν ενήλικας, που μπορεί να μελετήσει την ζωή και να αντλήσει τα συμπεράσματά του. Αγαπώ πολύ τα παιδιά και τα ζώα, είναι αθώα. Τα ζώα εξαιτίας της φύσης τους, περισσότερο απ’ τα παιδιά. Όμως ο άνθρωπος, που μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στο καλό και στο κακό, σιγά-σιγά μαθαίνει να ψεύδεται, γιατί έτσι πιστεύει ότι μπορεί να ζήσει ευκολότερα και να κερδίσει περισσότερα πράγματα. Αρχίζει φερόμενος διπλωματικά και προχωρά στα πραγματικά ψεύδη. Γι’ αυτό τα παιδιά και τα ζώα τα αγαπώ περισσότερο, είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Μα δεν είμαι ο μόνος που νιώθει έτσι, όλοι μας αγαπούμε τα παιδιά περισσότερο από τους ενήλικες. Θα μου άρεσε αν οι νέοι μάθαιναν να αγαπούν τη μοναξιά, το να μένουν μόνοι με τον εαυτό τους. Νομίζω ότι τα προβλήματα των νέων έγκεινται στο γεγονός, ότι συναθροίζονται για να κάνουν θορυβώδεις ή και επιθετικές πράξεις, κι αυτό επειδή δεν θέλουν να νιώσουν μόνοι, πράγμα θλιβερό. Ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να ζει μόνος από παιδί, γιατί το να ζεις μόνος, δεν σημαίνει ότι νιώθεις μοναξιά.

Ο εαυτός μου

Πάντα πίστευα κι ένιωθα, πως ό,τι κάνω στην ζωή μου έχει ήδη προαποφασιστεί, από τότε που ήμουν παιδί. Ίσως σας φαίνεται παράξενο μα είναι αλήθεια. Έτσι δεν διαψεύστηκα σε όσα έκανα στη ζωή, ή στη δουλειά μου, δηλαδή στον κινηματογράφο. Μου φαίνεται ότι τον εαυτό μου, δεν τον αγαπώ αρκετά, εξάλλου αυτό ισχύει για όλους μας. Αν αγαπούσαμε τον εαυτό μας, θα μπορούσαμε ν’ αγαπήσουμε και τους άλλους. Αυτός που δεν αγαπά τον εαυτό του, δεν ξέρει τον σκοπό της ύπαρξής του. Δεν μπορεί να νιώσει αγάπη, ούτε για τους άλλους, ούτε για την ίδια την ζωή. Δεν αγαπώ αρκετά τον εαυτό μου κι επομένως, δεν αγαπώ αρκετά και τους άλλους, μα θα το ήθελα. Ένα από τα βασικά μου ελαττώματα, είναι η ανυπομονησία και διαρκώς προσπαθώ να απαλλαγώ, μα φοβάμαι ότι θα αποτύχω. Δεν είμαι αρκετά ανεκτικός για την ηλικία μου. για να πω την αλήθεια, αυτό με κάνει να υποφέρω, γιατί δεν μπορώ να πλησιάσω τους άλλους με συμπάθεια. Οι άνθρωποι μ’ ενοχλούν. Δεν είμαι χαρωπός άνθρωπος, κι ύστερα με τα τόσα δύσκολα, σοβαρά και σχεδόν άλυτα προβλήματα, που μαστίζουν τον κόσμο μας, δεν νομίζω ότι είναι καιρός για χαρές. Δεν μου αρέσει το γέλιο. Δεν μου αρέσει γιατί όταν γελώ, νιώθω μια ενοχή, που με υποχρεώνει να μεμφθώ τον εαυτό μου ως άκαιρο και παράλογο. Το ίδιο ισχύει και για τις ταινίες μου. Δε μπορώ να τις ξαναδώ, νιώθω την ίδια ντροπή, που θα ‘νιωθα αν διάβαζα το ημερολόγιο που έγραφα παιδί, μ’ όλες εκείνες τις ανώριμες σκέψεις. Βλέπω τις ταινίες μου μόνο τη βραδιά της πρεμιέρας.

Ο Καθρέφτης

Πολλοί πιστεύουν ότι «Ο Καθρέφτης» (1975), είναι η αγαπημένη μου ταινία. Σίγουρα είν’ αυτή που μ’ αγγίζει περισσότερο, αφού βασίζεται σε αληθινά περιστατικά των παιδικών μου χρόνων και δεν υπάρχει ούτε μια επινοημένη σκηνή. Είναι η πραγματική βιογραφία της οικογενείας μου. Κι όμως, δεν νομίζω ότι η ταινία αυτή, εξέφρασε όλες τις αισθητικές μου αρχές. Στάθηκε πολύ δύσκολο να κάνω την ταινία, δεν μπορούσα να κάνω μοντάζ. Όλα τα επεισόδια είχαν γυριστεί με τέτοια δραματουργική αίσθηση και τόση προσήλωση στο σενάριο, που όταν έφτασε η ώρα του μοντάζ, όλη η ταινία κατέρρευσε μπροστά μου. Έτσι έκανα δεκαεννέα διαφορετικές στο μοντάζ, μετατοπίζοντας σκηνές ολόκληρες, προσπαθώντας να καταλάβω τι είδους ταινία είχε προκύψει. Δε θυμάμαι πως τα κατάφερα στο τέλος, όμως αυτό αποδεικνύει, ότι η ταινία δεν μονταρίστηκε με τον παραδοσιακό τρόπο. Πρόσφατα κατόρθωσα να απλοποιήσω τη δομή των ταινιών μου, για παράδειγμα, στο «Στάλκερ» (1979), ή στη «Νοσταλγία» (1983) την τελευταία ταινία που γύρισα στην Ιταλία, πιστεύω ότι πέτυχα κάποια απλότητα, έναν ασκητισμό στο αφηγηματικό μου ύφος. Πιστεύω ότι ο Καθρέφτης έχει υπερβολικές λεπτομέρειες: μέσα, τόνους κι αποχρώσεις και δεν είναι η αντιπροσωπευτική ταινία των αισθητικών μου αρχών.

Ο καθρέφτης 1975 ‧ Δραματική ταινία, Σκηνοθέτης: Αντρέι Ταρκόφσκι

Η φύση

Θα ήθελα να ζω όσο πιο κοντά στη φύση, στην εξοχή, όπου οι άνθρωποι δεν είναι πολλοί. Η ζωή μας, η εγκλωβισμένη στις μεγαλουπόλεις, είναι αποτέλεσμα μιας λανθασμένης εξέλιξης του πολιτισμού μας. Στην αρχή οι άνθρωποι χρειάστηκε να ενωθούν μεταξύ τους για να επιζήσουν, όμως τώρα, αντί να ζουν χώρια και να συναντιούνται για την απλή ευχαρίστηση της ανθρώπινης επαφής, πληγώνουν ο ένας τον άλλον, με τις σχέσεις που αναπτύσσουν οι τεράστιες ανθρώπινες μάζες στις μεγαλουπόλεις. Θα έπρεπε να ζούμε πιο κοντά στην φύση, πιο ελεύθερα και βλέποντας, όσο το δυνατόν λιγότερους ανθρώπους. Παρόλο που στην κοινωνία μας οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους, πιστεύω ότι αυτός ο τρόπος ζωής, μας έχει επιβληθεί από τον πολιτισμό. Κάπου στο παρελθόν, ο άνθρωπος θα πρέπει να έκανε κάποιο λάθος, αλλιώς ο κόσμος θα ήταν άλλος από αυτόν που ζούμε.

Το νερό

Μ’ αρέσει το νερό, τα ρυάκια, τα ποταμάκια. Αυτό είναι το νερό που με συγκινεί. Η θάλασσα μου είναι κάτι ξένο, είναι πολύ μεγάλη. Δεν με φοβίζει, απλώς θεωρώ την επιφάνειά της μονότονη. Από θέμα χαρακτήρα, μου αρέσουν τα μικρά πράγματα, ο μικρόκοσμος αντί του μακροκόσμου. Οι τεράστιες επιφάνειες έχουν λιγότερο νόημα από τις μικρές. Έτσι, μ’ αρέσει και ο τρόπος των Γιαπωνέζων απέναντι στην φύση, περιορίζονται σε ένα μικρό κομμάτι και βλέπουν εκεί την ανάκλαση του απείρου. Ο περιορισμένος χώρος, μου είναι πιο αγαπητός. Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει τόσο, αυτό το στοιχείου του νερού. Το νερό είναι μάλλον μυστηριώδες, όπως ακόμα και η μοριακή του δομή. Επιπλέον το νερό, αποδίδεται ωραία στον κινηματογράφο, μεταδίδει την κίνηση, το βάθος, την πρόσληψη των αλλαγών και των αντανακλάσεων. Είναι από τα ωραιότερα πράγματα του κόσμου. Για ‘μένα δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο απ’ το νερό, όμως επειδή σκέπτομαι, ότι το κάθε τι στη ζωή, έχει την αντανάκλασή του στο υποσυνείδητο, δεν θα ‘θελα να θεωρηθεί τόσο κοντόφθαλμη η αγάπη μου για το νερό. Ίσως να υπάρχει κάποια αρχαία μνήμη στο μυαλό μου. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα έκανα μια ταινία χωρίς νερό.

Φτώχεια και Πλούτος

Η μητέρα μου μας ανέθρεψε σε δύσκολους καιρούς και ξέρω καλά τι σημαίνει φτώχεια. Πέθαινα πραγματικά της πείνας. Κάποτε δεν υπήρχε ελπίδα ούτε για ένα κομμάτι ψωμί την επόμενη μέρα. Είναι σκληρό και εξευτελιστικό για τον άνθρωπο, μα τον διδάσκει και το συμπονά. Αυτός που πείνασε στ’ αλήθεια, δεν θα γίνει ποτέ άπληστος. Για ‘μένα ο πλούτος δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο, είναι μόνο ένα μέσο, που σου επιτρέπει να κάνεις τη ζωή που θέλεις. Κι εφόσον αποφάσισα να κάνω απλή ζωή, δε νομίζω ότι θα θελήσω ποτέ να γίνω πλούσιος. Εξάλλου, τι είναι ο πλούτος, είναι κάτι σχετικό. Ο άνθρωπος δεν τον χρειάζεται, γιατί όταν τον αποκτήσει αλλάζει. Αμύνεται για να προασπίσει τα χρήματά του κι έτσι γίνεται σκλάβος τους κι αυτή είναι η αρνητική όψη του πλούτου, η σκλαβιά που επιβάλλει στον άνθρωπο.

Στάλκερ

Διαφωνώ με τον διαχωρισμό των ταινιών σε είδη. Όταν με ρωτούν τι πιστεύω για το Στάλκερ, έρχομαι σε αμηχανία γιατί ποτέ δεν πίστεψα ότι το Στάλκερ ή κάποια άλλη ταινία μου, θα μπορούσε να ανήκει σε ένα είδος. Για ‘μένα, είναι περισσότερο παραβολή, παρά επιστημονική φαντασία. Ποτέ δε σκέφτηκα τη στάση του κοινού, δύσκολα μπορώ να μπω στη θέση τους και να σκεφτώ τι σκέπτονται, είναι δυσάρεστο και άσκοπο. Πολλοί το κάνουν για να μαντέψουν την μέλλουσα επιτυχία των ταινιών τους. Δεν ανήκω σε αυτούς τους σκηνοθέτες. Η καλύτερη προσέγγιση στο κοινό, είναι να παραμείνεις ο εαυτός σου, να εκφράζεσαι με την προσωπική σου γλώσσα και τότε ο θεατής θα σε καταλάβει. Θα πρέπει να ανταγωνιστούμε το εμπορικό σινεμά κι αυτό πάντα κάνουν οι δημιουργοί. Δεν προσπαθούν να γίνουν αρεστοί στο κοινό, που αργά ή γρήγορα θα τους αποδεχτεί. Όλες οι απόπειρες που έκαναν τέτοιου είδους δημιουργοί, να γίνουν αρεστοί, απέτυχαν. Οι ποιητές-δημιουργοί, δεν ξέρουν πώς να γίνονται αρεστοί. Παρόλα αυτά, βρήκα μια λύση σ’ αυτό το πρόβλημα, μεταφέροντας τις ταινίες μου από τον εξωτερικό κόσμο και τα προβλήματά του, μέσα στα ανθρώπινα μύχια. Στο θέμα της πίστης: στις αρχές και τις πεποιθήσεις της πίστης. Στη σχέση προσωπικότητας και ιδανικών. Πίστευα ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε αδιέξοδο, γιατί έψαξε την λύση των προβλημάτων του, στις εξωτερικές, υλικές, τεχνολογικές πλευρές της ζωής. Εκεί δεν υπάρχουν λύσεις. Όσο άνθρωπος και κοινωνία δεν μπορούν να επιτύχουν αρμονική ανάπτυξη, όσο δεν εξελίσσονται πνευματικά, δεν πρόκειται να βρουν τη γαλήνη και η θέση τους θα είναι τραγική. Η λύση έγκειται στην εξισορρόπηση των δύο γραμμών εξέλιξης. Της ενδότερης πνευματικής και της εξωτερικής υλικής. Αυτό είναι το μήνυμα του Στάλκερ και του Σολάρις και όλων των ταινιών που έχω κάνει. Είναι μια προσπάθεια εξισορρόπησης πνευματικών και υλικών αναγκών.

Στάλκερ 1979 ‧ Δραματική ταινία, Σκηνοθέτης: Αντρέι Ταρκόφσκι

Φόβος

Δείχνω ιδιαίτερα ευαίσθητος στην ανυπεράσπιστη φύση και στην αβοήθητη ανθρώπινη ύπαρξη. Ακόμα και στη δική μου αδυναμία μπροστά στον κόσμο, την φύση και ιδιαίτερα μπροστά σε ένα ανθρώπινο πλάσμα με εχθρικές διαθέσεις. Δεν φοβάμαι τα γηρατειά, ίσως να φοβάμαι την αρρώστια, το σωματικό πόνο και την καταβολή. Η μεγάλη ηλικία κρύβει κινδύνους. Είναι ένας αργός θάνατος, ένα αδυσώπητο πλησίασμα στο θάνατο. Μα έχει και τις καλές της πλευρές. Αυτά που διαθέτουν οι γέροι, την υπομονή, την πείρα, την κατανόηση του κόσμου. Οι νέοι δεν τα έχουν. Τα γηρατειά έχουν προνόμια, που οι νέοι δεν μπορούν να απολαύσουν.

Θάνατος

Για ‘μένα δεν υπάρχει θάνατος. Υπάρχει μια οδυνηρή πράξη, όπου ο άνθρωπος απεικονίζεται να υποφέρει. Όμως πάντα σκεπτόμαστε τον σωματικό πόνο και όχι την πραγματική έννοια του θανάτου, που εγώ θεωρώ ότι δεν υπάρχει. Δεν ξέρω. Κάποτε ονειρεύτηκα ότι είχα πεθάνει, το όνειρο έμοιαζε αληθινό κι ένιωθα μια απίστευτη ελευθερία και ελαφράδα. Αυτά τα συναισθήματα με έπεισαν ότι είμαι νεκρός, ότι είχα κόψει κάθε δεσμό με τη γη. Δεν πιστεύω όμως στην ύπαρξη του θανάτου. Υπάρχουν μόνο τα βάσανα κι οι πόνοι και συχνά ο άνθρωπος τα συγχέει με την έννοια του θανάτου. Έτσι νομίζω. Ίσως, όταν αντιμετωπίσω το πρόσωπο του θανάτου να πω άλλα πράγματα. Είναι δύσκολο να το πω τώρα. Πιστεύω ότι είμαι αθάνατος.

Εγωισμός

Όταν πέθανε η μητέρα μου ένιωσα πολύ μόνος, είχα χάσει τον πιο κοντινό μου άνθρωπο, έστω κι αν ζούσαμε χώρια, μακριά ο ένας από τον άλλο. Η τελευταία φορά που έκλαψα ήταν όταν πέθανε, όχι από πόνο ή θλίψη για τον θάνατό της. Εξάλλου ήταν άρρωστη από καιρό και θα έπρεπε να χαρώ που ο θάνατος την απάλλαξε από τα βάσανά της. Όχι, έκλαψα από εγωισμό, επειδή ένιωθα μόνος, επειδή είχα χάσει τον πιο κοντινό μου άνθρωπο. Ήτανε δάκρυα εγωισμού, αλλά και όλα τα δάκρυα είναι εγωιστικά. Είναι η πραγματική ενσάρκωση του εγωισμού.

Γυναίκα

Το σημαντικό, είναι μια γυναίκα να είναι ο εαυτός της. Δεν καταλαβαίνω όταν παριστάνει κάτι διαφορετικό, όταν απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση απ’ το περιβάλλον της, σαν να μην είναι γυναίκα αλλά άντρας. Αυτό το ονομάζουν ισότητα. Η ομορφιά της γυναίκας, η μοναδικότητά της, έγκειται στην ουσία της, που δεν είναι διαφορετική, αλλά αντίθετη απ’ την ουσία του άντρα. Είναι μία διπολικότητα. Είναι βασικό της καθήκον να συντηρήσει αυτή της την ουσία. Η γυναίκα δεν είναι απλώς η σύντροφος του άντρα, είναι κάτι περισσότερο. Ποτέ δεν θεώρησα ελκυστική μια γυναίκα, που στερείται τους βασικούς όρους: την αδυναμία, τη θηλυκότητά της, το γεγονός ότι είναι η ενσάρκωση της αγάπης σε αυτόν τον κόσμο. Σέβομαι την γυναίκα και πολλές φορές πιστεύω, ότι είναι καλύτερη και πιο δυνατή από τον άντρα, αρκεί να παραμένει γυναίκα.

Έρωτας

Ο έρωτας είναι καταστροφή, δεν μου αρέσει όταν είμαι ερωτευμένος, νιώθω σαν να ‘μαι σοβαρά άρρωστος. Δεν είμαι ευτυχισμένος όταν αγαπώ μια γυναίκα, αντίθετα, νιώθω αναστατωμένος κι αυτό είναι διαφορετικό. Τώρα είμαι ερωτευμένος αλλά δεν είμαι ευτυχισμένος.

ΕΡΤ (1983)
Μετάφραση/Απόδοση: Έφη Καλλιφατίδου