Αλαίν Μπαντιού: «Τι σημαίνει να ζει κανείς;»


Αλαίν Μπαντιού: «Τι σημαίνει να ζει κανείς;»

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Ζωή και Καπιταλισμός

Το ερώτημα «Τι σημαίνει να ζει κανείς», είναι πράγματι υπό μία έννοια, το μείζον φιλοσοφικό ερώτημα εν τέλει. Η φιλοσοφία δεν είναι μόνο γνώση, δεν είναι μόνο έννοιες. Η φιλοσοφία από τις απαρχές της εξετάζει το ερώτημα: Τι σημαίνει να ζει κανείς. Δηλαδή τι είναι μια ζωή αντάξια του ονόματός της. Εν τέλει, σε τι διαφέρει μια ζωή που δεν ταυτίζεται με άλλη επιβίωση, από αυτή της απλής διαιώνισης του ζωικού βασιλείου; Αυτό το ερώτημα της ζωής, υπήρξε εξ αρχής αλληλένδετο στη φιλοσοφία με το ερώτημα: «γιατί να ζει κανείς». Δηλαδή με το νόημα της ζωής ή το λόγο της ύπαρξης. Διότι, ακριβώς από μόνη της η έννοια της ζωής, δε δίνει, παραδόξως, απάντηση στο ερώτημά Τι σημαίνει να ζει κανείς. Δίνει μια απάντηση στοιχειώδη. Αν η ζωή είναι μόνο και μόνο η διαιώνισή της, τότε είμαστε παθητικά υποκείμενα, τουτέστιν η ζωή μας διαπερνά, μας κινεί και μας καθοδηγεί. Και άρα, το Τι σημαίνει να ζει κανείς δεν είναι καν ερώτημα, είναι κατά συνέπεια, η φιλοσοφία η ίδια.

Επειδή βρισκόμαστε σε μία κρίση, θα ήθελα να πω δυο λόγια πάνω σ’ αυτό, διότι τελικά, αυτή η ιστορία σχετίζεται με το Τι σημαίνει να ζει κανείς. Μπορούμε τελικά να ορίσουμε τον καπιταλισμό, ως μια ορισμένη φιλοσοφία ζωής. Η βασική θέση του καπιταλισμού, είναι ότι ο άνθρωπος ζει μόνο για τα συμφέροντά του. Εντοπίζουμε σ’ αυτό το βασικό δεδομένο μιας θεώρησης του ανθρώπου, ότι η ανθρωπότητα είναι καταβάθος ένα ζωικό σύνολο, που όμως έχει ιδιαίτερα εκλεπτυσμένους τρόπους για να ικανοποιεί τα συμφέροντά του, όπως την παραγωγή, το εμπόριο, την επικοινωνία. Εν κατακλείδι όμως, η ιδέα που έχει ο καπιταλισμός για τη ζωή, η ιδέα που χρειάζεται για να λειτουργήσει το σύστημά του, είναι ότι ο άνθρωπος είναι ένα εγωιστικό ζώο, ένα ζώο προσκολλημένο, συναρθρωμένο με το σύστημα των συμφερόντων του. Προφανώς αυτό αγγίζει μια αλήθεια, ο άνθρωπος είναι ένα εγωιστικό ζώο και ζει για τα συμφέροντά του. Αν αυτό όμως απαντά στο ερώτημα: Τι σημαίνει να ζει κανείς, είναι το θέμα. Αν, σε τελική ανάλυση, η ικανοποίηση των ατομικών συμφερόντων και των αναγκών του απαντά σ’ αυτό το ερώτημα. Άρα, αν η μονάδα ζωής είναι το άτομο, αν το άτομο ανάγεται αυστηρά στα συμφέροντά του, ή αν για να προσεγγίζουμε το ερώτημα: Τι σημαίνει να ζει κανείς, πρέπει κατ’ αρχάς ν’ αναγνωρίσουμε αυτή τη διάσταση και εν συνεχεία να παραδεχτούμε ότι υπάρχει και κάτι άλλο.

Η υποκειμενική μήτρα αυτού του κόσμου, είναι η αναγωγή της επιθυμίας στο κέρδος. Πρόκειται όμως κατ’ ουσίαν, για μια εξαιρετικά φτωχή εκδοχή της ανθρωπότητας. Αυτό που με εκπλήσσει είναι η φτώχεια του καπιταλιστικού πλούτου, η υποκειμενική φτώχεια του. Και ειδικότερα, η φτώχεια της ίδιας της επιθυμίας, διότι κατά βάση πρόκειται για επιθυμία των αντικειμένων και όσων επιτρέπουν την απόκτησή τους. Συνεπώς, ο καπιταλισμός είναι ένα είδος διανομής αντικειμένων, που συγκροτεί την ανθρωπότητα ως εικόνα ατελεύτητης παιδικής ηλικίας. Το υποκείμενο, που έχει προσαρμοστεί στο καπιταλιστικό σύμπαν, μοιάζει με ένα αιώνιο παιδί απερίσκεπτο αλλά και σκλαβωμένο, που κατά βάθος ζητά στους ανώνυμους γονείς του κεφαλαίου, τα μέσα για να αποκτά διαρκώς καινούρια παιχνίδια. Αυτό το είδος της ανθρώπινης φτώχιας και παιδιάστικης επιθυμίας, δείχνει μία ανθρωπότητα για την οποία η ζωή είναι κάτι το φτωχό. Ωστόσο, για την πλειοψηφία των ανθρώπων που στερούνται αντικειμένων η ζωή είναι δύσκολη, υπό καταστολή, υπό διωγμό, αιματοβαμμένη. Εάν λοιπόν κοιτάξουμε τον κόσμο σήμερα, υπό το πρίσμα του: Τι σημαίνει να ζει κανείς, δύο είναι οι εκδοχές: για τις μυριάδες αυτών που δεν έχουν τα μέσα για να ζήσουν, η ζωή είναι μια αδιάκοπη πάλη για την επιβίωση. Και για τους άλλους, που έχουν κάποια μέσα για να ζήσουν, είναι η φτωχή, παιδιάστικη ζωή της κατανάλωσης παιχνιδιών κι αντικειμένων. Εγώ λοιπόν υποστηρίζω ότι η αληθινή ζωή είναι απούσα, όπως λέει ο ποιητής. Πράγμα που μας παραπέμπει στο ερώτημα: σε τι θα μπορούσε να αντιστοιχεί η παρουσία της, το δώρο της, η χάρη της; Αυτό οφείλουμε να το αναζητήσουμε εκεί όπου η επιθυμία δεν ανάγεται στο συμφέρον, που δεν υπάγεται στο στεγανοποιημένο άτομο. Ακριβέστερο θα ήταν να πούμε, ότι η αληθινή ζωή είναι αλλού, όχι ότι είναι απούσα. Υπάρχει όντως ένα «αλλού», που χρειάζεται όμως να το εξηγήσουμε σήμερα φιλοσοφικά. Κι αυτό είναι διαστροφή.

Καλούμαστε να ζήσουμε υπό τον κανόνα της πολιτείας που δεν υπάρχει. Της Πολιτείας του Πλάτωνα. Νέοι άνθρωποι το αναρωτιούνται, αλλά αυτή η πολιτεία δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ. Σ’ ένα πρώτο χρόνο, η απάντηση είναι ότι ίσως να υπάρξει, όμως αλλού όχι εδώ. Επιστρέφοντας στην άλλη όψη των πραγμάτων, υιοθετώντας τον πλατωνικό λόγο που μ’ αρέσει πολύ, θα έλεγα ότι το: Τι σημαίνει να ζει κανείς, προϋποθέτει πάντα μια αναφορά στην ιδέα. Είναι απολύτως αδύνατο να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, κατά τρόπο θετικό ή διαφορετικό απ’ αυτόν που προτείνει το κεφάλαιο, χωρίς να εισάγουμε έναν όρο που να προσδιορίζει αυτό ακριβώς το «αλλού», δηλαδή αυτό που αποφέρει το ίδιο το συμφέρον.

Επίσης, το θέμα του χρόνου είναι πολύ σημαντικό. Καπιταλισμός είναι και η επιβολή μιας ιδιάζουσας χρονικότητας. Ένας χρόνος μιας κατ’ επίφασιν μετάλλαξης εις το διηνεκές ενώ κατ’ ουσία ο χρόνος λιμνάζει, ένα είδος επιτόπιας κινητικότητας. Το μόνο που υπάρχει είναι το παρόν, αλλά πρόκειται για ένα ψευδό-παρόν, καθότι αυτό το παρόν ξοδεύεται αλόγιστα στην κυκλοφορία των αγαθών. Θεωρώ ότι η χρονικότητα του κεφαλαίου, είναι η χρονικότητα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Πλην όμως, η κυκλοφορία δεν παράγει έναν χρόνο ζωντανό. Γι’ αυτό λέω στους μαθητές μου να επιβραδύνουν! «Μη σας παρασύρει η καπιταλιστική βιασύνη, που θέλει διαρκώς να σπεύδουμε και τα πάντα να είναι επείγοντα.» Ενώ στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτα. Άρα, θα έλεγα, ότι το ερώτημα: Τι σημαίνει να ζει κανείς στον κόσμο που γνωρίζουμε, και που ευτυχώς είναι σε κρίση, έχει δύο όψεις: η μία είναι του πλεονάσματος, της ιδέας, του μέλλοντος –πολλά είναι τα ονόματα που μπορούμε να δώσουμε. Και η άλλη όψη είναι αυτή του χρόνου. Δε θεωρώ ότι μπορούμε να αναπτύξουμε μία αντίσταση, μια αναμονή της έλευσης μιας ζωής διαφορετικής χωρίς να οικοδομήσουμε ένα είδος χρονικού καταφύγιου. Κάτι, που θα μας επιτρέψει να αντισταθούμε στον καπιταλιστικό χρόνο. Διότι απ’ τη στιγμή που μας καταλαμβάνει αυτή η βιασύνη, η διάσταση του επείγοντος, το ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε την κρίση αμέσως, αύριο, τότε είμαστε δέσμιοι αυτού του παιδικού φόβου, που εν τέλει κυριαρχεί παντού.

ενάντια στη Μίμηση

Ο καπιταλισμός είναι επίσης η μίμηση σε μεγάλη κλίμακα. Βρίσκω πολύ διασκεδαστικό το να μας εξηγούν την εκθείαση του ατόμου και της διαφορετικότητάς του, παρότι όλοι είναι εντελώς όμοιοι. Οι άνθρωποι είναι πιο πανομοιότυποι από ποτέ ως προς αυτά που επιθυμούν, ως προς τα αντικείμενα που καταναλώνουν. Και ασφαλώς ο καθένας μιμείται τη γενική κυκλοφορία των αγαθών. Η κρίση είναι προφανώς η μιμητική του φόβου, δεν είναι άλλο παρά η μίμηση του φόβου. Αφού ο γείτονάς μου ανησυχεί για την τιμή των μετοχών, θα ανησυχήσω κι εγώ. Θέλει να πουλήσει, θέλω να πουλήσω. Και τελικά, προκύπτει μόνο και μόνο διά της μίμησης μια ακαταμάχητη βιασύνη. Άρα, σ’ αυτό το σύστημα έχουμε όχι μόνο μια χρονικότητα, που είναι φτωχή και δίχως μέλλον, αλλά και φαινόμενα αμιγούς μίμησης, που δημιουργούν, το δίχως άλλο, τον πανικό και την καταστροφή. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα, ότι στην πραγματικότητα η ζωή που προτείνει αυτό το σύστημα, είναι μια ζωή ολοσχερούς υποκειμενικής φτώχειας. Και είμαι της άποψης ότι πρέπει να το διαλαλήσουμε. Διότι υπήρξε μια αντίπαλη προπαγάνδα για να εξηγήσει, ότι ο καπιταλισμός και η δημοκρατία ήταν η άνθηση της ζωής της ατομικότητας. Ενώ στον αντίποδα επικρατούσε ένας δυσοίωνος ολοκληρωτισμός, βάσει του οποίου όλοι ήταν όμοιοι. Το πρόβλημα δεν τίθεται με αυτούς τους όρους. Το πρόβλημά μας είναι ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός, επιδιώκει μια μιμητική και εξαιρετικά φτωχή ζωή. Πρέπει να διεκδικήσουμε το γεγονός, ότι ο πλούτος της ύπαρξης είναι με το μέρος μας. Η μίμηση είναι εν τέλει μια αναζήτηση ταυτότητας αλλά αυτή η ταυτότητα είναι εντελώς κενή. Δηλαδή πρόκειται για μια μίμηση, που ψάχνει να οικοδομήσει μια ταυτότητα, που τελικά χάνεται. Είναι ένας ακόμη τρόπος να προσεγγίσουμε την κρίση. Η καταναλωτική μίμηση κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ως κενή και το γεγονός ότι είναι απόλυτα πλαστή, εξηγεί ότι θα καταβαραθρωθεί στην κενότητά της, και μέσα σε αυτή θα εξαφανιστεί. 

Πρόκειται για μία ταυτότητα, που αντί να ανοίγει την επιθυμία στην ίδια την απειρότητά της, την περιχαρακώνει ή την μπλοκάρει στη διαδοχή αντικειμένων, που δεν είναι καν «μερικά αντικείμενα», αλλά αντικείμενα κλειστά στον εαυτό τους. Άρα, μπορούμε να περιγράψουμε την κρίση σε επίπεδο οικονομικό, πολιτικό, υποκειμενικό, φιλοσοφικό. Αλλά μπορούμε επίσης να την περιγράψουμε ως τη στιγμή, που αυτό που την παρασύρει στη διαδοχή αντικειμένων, είναι το κενό που στηρίζει αυτή τη διαδικασία. Μου προκαλεί μεγάλη έκπληξη αυτή η εικόνα χιλιάδων εκατομμυρίων δολαρίων και ευρώ να βουλιάζουν σε μία τρύπα. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε, όχι με το διάνοιγμα προς το άπειρο, αλλά με την τρύπα προς το μηδέν, προς το τίποτα, προς την αφάνιση. Διότι ας μην ξεχνάμε, ότι αυτά τα χιλιάδες εκατομμύρια δολάρια, που συνιστούν παρ’ όλα ταύτα αντάλλαγμα αξίας, πολύ απλά θα εξαφανιστούν, θα γίνουν καπνός. Πρόκειται για μια γιγαντιαία κατανάλωση, που αποκαλύπτει τη μηδαμινότητα της επιθυμίας, που στηρίζει αυτή την υπόθεση. Υπό αυτή την έννοια, έχουμε να κάνουμε με μια κρίση, που όπως όλος ο κόσμος το διαισθάνεται, θα έχει φοβερές συνέπειες στους ανθρώπους. Αλλά πρόκειται και για μία κρίση της οποίας οι πρωταγωνιστές, δεν είναι παρά μια χούφτα άνθρωποι. Όπως όλοι διαισθάνονται, εκτός από πολιτική και οικονομική, αυτή η κρίση είναι και ένα είδος μεταφυσικής κρίσης, διότι το ίδιο το σύστημα της υποκειμενικότητας βρίσκεται σε κρίση. Και με αυτή την έννοια τώρα αποκαλύπτεται, ότι το σύστημα των επιθυμιών, βάσει του οποίου όλα αυτά οικοδομήθηκαν και του οποίου οι άνθρωποι ήταν αιχμάλωτοι, τους οδηγεί σε ένα χάσμα, μια τρύπα, έναν όλεθρο. Μπορεί τα δολάρια να εξαφανίζονται κατά χιλιάδες σ’ ένα πηγάδι χωρίς πάτο, όμως η επιθυμούσα υποκειμενικότητα βλέπει κατάματα τη μηδαμινότητά της.

το Άπειρο

Η ερώτηση: Τι σημαίνει να ζει κανείς;, που είναι το οδηγητικό μας νήμα, κατ’ εμέ τοποθετείται μεταξύ δύο μαχών, σε δύο μέτωπα, που αφορούν άμεσα το θέμα του απείρου. Η πρώτη συνιστάται στο να αποσπάσουμε το άπειρο απ’ τη θρησκεία, να το αποσπάσουμε κι  από το Ένα, από την κατακυρίευσή του από το Ένα. Και κατά βάθος αυτό το Ένα είναι που αποκαλούμε Θεό. Από θεωρητική σκοπιά, Θεός είναι η στιγμή που το άπειρο αιχμαλωτίζεται από το Ένα. Η άλλη μάχη είναι η μάχη ενάντια στην αμιγή περατότητα, το συμπέρασμα δηλαδή, ότι το μόνο που υπάρχει μετά το θάνατο του Θεού, είναι το πεπερασμένο. Η δεύτερη αυτή τάση, είναι όχι μόνο συμβατή με τον καπιταλισμό, αλλά είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός που την έχει στήσει. Ο καπιταλισμός έχει απόλυτα ανάγκη την περατότητα –για τους λόγους που ήδη διερευνήσαμε. Επειδή προτείνει στην επιθυμία, την αέναη διαδοχή των αντικειμένων και επειδή συρρικνώνει την ανθρώπινη ύπαρξη στην κυκλοφορία τους. Συνεπώς, ο καπιταλισμός προτείνει τον άνθρωπο ως πεπερασμένο ζώο, παραδομένο στην περατότητά του και πέρα ως πέρα θνητό. Και κατ’ αυτό τον τρόπο, στην πραγματικότητα τον εξομοιώνει με τα αντικείμενα. Τα αντικείμενα κυκλοφορούν μαζί με άλλα αντικείμενα απείρως θνητά. Και οι άνθρωποι έχουν ημερομηνία λήξης, προορίζονται να αποσυρθούν στη χωματερή όπως τα αυτοκίνητα που δεν είναι πια στη μόδα. Εξ ου και ο ύμνος στη νεότητα, που αποτελεί χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, σε αντίθεση με την παράδοση. Ακριβώς διότι όταν γερνάμε, δεν επιθυμούμε αρκετά, άρα καταναλώνουμε λιγότερο, δεν καταναλώνουμε αρκετά. Γι’ αυτό πρέπει να συλλάβουμε φιλοσοφικά αλλά και πολιτικά, την εκκοσμίκευση απ’ τη μία του απείρου, την παραδοχή ότι το άπειρο είναι πολύ κοντά μας, ότι η ζωή μας έχει διαρκώς να κάνει με το άπειρο. Και απ’ την άλλη, να αποσπάσουμε το άπειρο από κάθε θεολογία, από κάθε παραδοσιακά νοούμενη μεταφυσική φιγούρα. Απ’ τη μία ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, είμαστε άλλωστε ματεριαλιστές όλοι. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο άνθρωπος είναι θνητός, ότι γερνάει, ότι έχει συμφέροντα, ότι για να επιβιώσει έχει ανάγκη από αντικείμενα. Όλα αυτά υπάγονται στη σφαίρα του ματεριαλισμού, την οποία αναγνωρίζουμε απόλυτα. Αλλά απ’ την άλλη, ο άνθρωπος σχετίζεται με το άπειρο, και κατά βάθος έτσι ορίζουμε πολύ απλά ό,τι αποκαλούμε Σκέψη. Ο άνθρωπος ως Σκεπτόμενο Ον, είναι πολύ απλά η ιδιαίτερη σχέση που έχει με το άπειρο. Κι αυτό το άπειρο είναι παρόν, διότι υπάρχει μέσα στην ίδια πολλαπλότητα και ο άνθρωπος έχει πρόσβαση σ’ αυτό κατά τρόπο συμπυκνωμένο, μέσω της σκέψης.

Αποκαλώ σχέση με το άπειρο μια αλήθεια κι αυτή η αλήθεια προτείνω να πούμε ότι ανιχνεύεται στην επιστήμη, στην τέχνη, στην ποίηση και τη δημιουργία, στην πολιτική, εφόσον πρόκειται για μια πολιτική του απείρου. Δηλαδή μια πολιτική της χειραφέτησης, μια πολιτική του μέλλοντος. Όπως επίσης και στον έρωτα, διότι ο έρωτας είναι η σκηνή της μετάβασης από το Ένα στο Δύο, είναι δηλαδή η πρώτη εμπειρία στοιχειώδους πολλαπλότητας, αυτού που βρίσκεται επέκεινα του Ενός. Συνεπώς, σε όλα ενυπάρχει το άπειρο, και μπορούμε ως άτομα, ως ζώα, να ενσωματωθούμε στις διαδικασίες στις οποίες ξεδιπλώνεται η πρόσβαση στο άπειρο. Μέσα από τούτο το επίπεδο, η ζωή παίρνει άλλο νόημα, διότι γίνεται μια ζωή που σχετίζεται με το άπειρο. Από αυτή την οπτική γωνία, η απάντηση στο ερώτημα Τι σημαίνει να ζει κανείς,  είναι το να ζει κανείς ως θνητό ζώο, που σχετίζεται στη ζωή του με μια ορισμένη έκφραση του απείρου και της αθανασίας. Προφανώς δεν αποκαλώ αθανασία την μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής.

Αποκαλώ αθανασία μια ορισμένη εμπειρία μες στο χρόνο, τον ίδιο τον χρόνο, που καθιστά εφικτό για εμάς το ιδεώδες, το οποίο διατυπώθηκε ως εξής απ’ τον Αριστοτέλη: «Να ζει κανείς όσο μπορεί ως αθάνατος». Θέλω να επαναλάβω τη ρήση του Σπινόζα: «έχουμε πρόσβαση στην εμπειρία της αιωνιότητάς μας», η οποία δε σημαίνει ότι η σωματική και ατομική μας σύσταση θα υπερβεί το θάνατο, αλλά ότι μετέχουμε σε μια ορισμένη διάσταση αθανασίας και αιωνιότητας στην ίδια μας τη ζωή. Και διατείνομαι ότι αυτές είναι ματεριαλιστικές θέσεις. Δεν πρόκειται διόλου για ιδεαλιστικές ή θεολογικές θέσεις. Και άρα, στο ερώτημα Τι σημαίνει να ζει κανείς;,  μπορούμε να δώσουμε δύο αντιδιαμετρικές απαντήσεις. Η πρώτη απάντηση είναι ότι σημαίνει να επιβιώνει, δηλαδή να ζει όσο το δυνατόν προς το συμφέρον του και καταβάθος να είναι αιώνια καταδικασμένος σε θάνατο –εξ ου και η φτωχή ζωή, η αμυντική ζωή, η ζωή που είναι εν τέλει καθαρή άρνηση. Εναλλακτικά μπορούμε ν’ απαντήσουμε, ότι το να ζει κανείς σημαίνει να εντοπίζει το πεδίο, τις δυνατότητες σύμφωνα με τις οποίες βιώνει τη σχέση του με το άπειρο, δηλαδή αυτή τη μορφή της αιωνιότητας μες στο χρόνο, που η φιλοσοφία αποκαλεί: αλήθεια. Θα μπορούσαμε να πούμε, να ζει κανείς ως προς ορισμένες αλήθειες. Οι αλήθειες είναι πληθυντικού αριθμού. Δεν υπάρχει η αλήθεια με άλφα κεφαλαίο, αυτό θα ήταν αιχμαλωσία εντός του Ενός.

η δυνατότητα ενός άλλου Κόσμου

Η λέξη «δημοκρατία» είναι εντελώς φθαρμένη. Από την στιγμή που έφτασε ο Μπους να την επικαλεστεί, για να νομιμοποιήσει την εκστρατεία στο Ιράκ, έχοντας προφανώς πει, στο μεταξύ, τόσα ψέματα. αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για μία λέξη που δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Σήμερα, δημοκρατία επεκράτησε να αποκαλούμε το όνομα του πολιτικού συστήματος, που ταιριάζει καλύτερα στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Δεν είναι τίποτε άλλο πέραν αυτού. Ωστόσο, ας επιχειρήσουμε να διαφυλάξουμε αυτή τη λέξη, έχω κάνει κάποιες παρεμβάσεις πάνω σε αυτό το θέμα. «Πρέπει να εγκαταλείψουμε την λέξη δημοκρατία στους αντιπάλους ή πρέπει να την διαφυλάξουμε;» Πρόκειται για ένα πολύπλοκο ερώτημα. Γι’ αυτό κι εγώ κάνω λόγο για πολιτική της χειραφέτησης. Για την πολιτική πιστεύω κατ’ αρχάς, ότι δεν έχει κανένα νόημα, παρά μόνο εφόσον σχετίζεται με το άπειρο. Και η σχέση με το άπειρο στο χώρο της πολιτικής, δεν μπορεί να συγχέεται με το κράτος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Εγώ παραμένω ως προς αυτό το σημείο κομμουνιστής και μαρξιστής. Το ιδεώδες της πολιτικής είναι η συλλογικότητα, να ασχολείται με τον εαυτό της και να λύνει η ίδια, κατά τρόπο εμμενή, τα προβλήματά της. Και άρα κατ’ ανάγκη, να μην υφίσταται μια υπερβατική αρχή, μια αποκομμένη γραφειοκρατία, που να ασχολείται με τα προβλήματα αυτά. Συνεπώς, πολιτική σημαίνει να προσεγγίζει κανείς τη δυνατότητα του κομμουνισμού με την ετυμολογική έννοια του όρου, δηλαδή την επίλυση των συλλογικών ζητημάτων από την ίδια τη συλλογικότητα με εμμενείς διαδικασίες. Δηλαδή με άμεση δημοκρατία ή συναιτερικότητα. Τα συνώνυμα είναι πολλά. Αυτήν την εμπειρία ως πραγματική διαδικασία είναι που πρέπει να αποκαλούμε πολιτική και έτσι αγγίζουμε το άπειρο. Διότι, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, αυτή η ιδέα είναι το άπειρο κοίτασμα δυνατοτήτων, δυνατοτήτων παρέμβασης και πρακτικής δράσης και όχι ένα καθεστώς πραγμάτων. Είναι ένα γίγνεσθαι, μια διαδικασία. Άρα, αυτή η ιδέα της σχέσης της συλλογικότητας με τον ίδιο της τον εαυτό ως άπειρη δυνατότητα, είναι που σηματοδοτεί την αληθινή πολιτική. Αυτό είναι το πρώτο προς επισήμανση.

Το δεύτερο προς επισήμανση, αφορά την κατάσταση-ερώτημα: ποια είναι η πολιτική σημασία της τρέχουσας κρίσης του καπιταλισμού; Το αρνητικό είναι ότι εμείς δεν είμαστε έτοιμοι. Και τι θα πει αυτό, ποιοι «εμείς»; Εμείς που τα αντιλαμβανόμαστε και τα συζητάμε. Οι δυνάμεις οι κοινωνικές, οι εργατικές, προλεταριακές, όπως θέλει ας τις πει κανείς, είναι ακόμα αδύναμες, ανοργάνωτες και σε μεγάλο βαθμό υποταγμένες στις συντηρητικές δυνάμεις. Δεν είμαστε έτοιμοι και αυτό είναι το αρνητικό της κατάστασης. Κάνουμε όμως ό,τι μπορούμε. Το θετικό κατά τη γνώμη μου, είναι πως ό,τι συζητάμε σχετικά με τον καπιταλισμό, κατά κάποιο τρόπο θεματοποιείται, διότι οι περισσότεροι παρακολουθούν αυτή τη κρίση όπως ένα θέαμα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι χρηματιστές, δεν είναι έμποροι, ούτε τραπεζίτες, δε μπορούν να κάνουν τίποτα, απολύτως τίποτα στην πραγματικότητα και παρακολουθούν, συνεπώς, αυτή την κρίση με φόβο, ανησυχία, ελπίδα. Πρόκειται εν τέλει για ένα θέαμα, ένα θέαμα δομικό κι αυτό το θέαμα οφείλουμε εν πάση περιπτώσει να το εξηγήσουμε. Είναι πρωτεύον καθήκον μας να το εξηγήσουμε ως κρίση του καπιταλισμού, και κατάρρευση, όχι μόνο του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και μιας ορισμένης θέασης του κόσμου. Αυτό είναι στις δυνάμεις μας και θα έχει επιπτώσεις. Διότι σύμφωνα με την άρχουσα προπαγάνδα των τελευταίων είκοσι ετών, αυτό το σύστημα είναι το καλύτερο και δεν υπάρχει άλλο κανένα. Αν όμως αυτό είναι ό,τι καλύτερο, πρέπει τουλάχιστον να ψάξουμε για κάποιο άλλο. Ίσως λοιπόν να εισέλθουμε σε μια νέα σεκάνς της διαδικασίας της αλήθειας στην πολιτική. Αλλά απαιτείται διαύγεια. Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις άμεσα, ούτε ότι νέες επαναστατικές δυνάμεις θα εμφανιστούν παρευθύς. Πιστεύω ότι δεν είμαστε έτοιμοι, ότι δεν είμαστε σε συντονισμό, αλλά σε χρονική υστέρηση ως προς την καταστροφή του ίδιου του πολιτισμού. Δεν απαισιοδοξώ όμως. Θεωρώ ότι αυτό το θέαμα είναι αν μη τι άλλο διδακτικό. Ο καπιταλισμός παρουσιάζει υπό μορφή θεάματος την ίδια τη μηδαμινότητά του.

η αντιπροσώπευση

Εν προκειμένω, περί του Τι σημαίνει να ζει κανείς, αν υποστηρίξουμε ότι η αληθινή ζωή είναι μια ορισμένη παράσταση της πρόσβασης στο άπειρο, τότε το ερώτημα: τι σημαίνει η λέξη «αντιπροσώπευση;» γίνεται καίριο. Και φυσικά οφείλουμε πάντα να ασκούμε κριτική στις καθιερωμένες μορφές αντιπροσώπευσης. Πρόκειται πάντα για μια αρνητική στιγμή στη διαδικασία της αλήθειας. Είναι εκπληκτικό ότι στον τομέα της τέχνης όλου του 20ου αιώνα, η κριτική της αναπαράστασης υπήρξε απόλυτα ενεργή. Ο 20ος αιώνας επιχείρησε την αποδόμηση των μιμητικών μοντέλων της αναπαράστασης. Είναι εξίσου εκπληκτικό, πόσο υπήρξε η κριτική αυτή το οδηγητικό νήμα της πολιτικής πράξης. Τον Μάη του ’68, αν μιλήσω για ό,τι γνωρίζω καλύτερα, και καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, σημειώθηκε ένα ευρύ κίνημα κριτικής της αντιπροσώπευσης, η οποία έμεινε ανολοκλήρωτη. Διότι κατέληξε στην εκθείαση του κινήματος. Γνωρίζουμε όμως ότι στην πολιτική, η  εκθείαση του κινήματος δεν είναι η πιο κατάλληλη διαδικασία κριτικής της αντιπροσώπευσης. Παραμένει δέσμια αντίθεσης ανάμεσα σε κίνημα και κράτος. Όσο παραμένουμε δέσμιοι της αντίθεσης κινήματος και κράτους, θα υπάρξουν διαδοχικές κινηματικές φάσεις, που προκαλούν ενθουσιασμό και στη συνέχεια μεταπίπτουμε στο κράτος. Από την πολιτική εμπειρία μου στη Γαλλία, εξεπλάγην από το πόσοι αριστεριστές, ενθουσιασμένοι με το κίνημα του Μάη του ’68, κατέληξαν εν τέλει να εκλέξουν τον Μιτεράν. Και όπως γνωρίζουμε σήμερα, το παράδειγμα του Μιτεράν υπήρξε η αρχή της γενικής παλινόρθωσης. Διότι επανήλθε στο παραδοσιακό μοντέλο αντιπροσώπευσης των κινημάτων σύμφωνα με τα κόμματα της Αριστεράς. Θεωρώ ότι σε κάποιο βαθμό το ερώτημα της αντιπροσώπευσης στην πολιτική, το ‘χουμε ακόμα μπροστά μας. Δεν είναι προς το παρόν ένα ξεκαθαρισμένο ζήτημα. Είμαι πεπεισμένος ότι η παλιά λογική των πολιτικών κομμάτων, είναι μια πολιτική κουρασμένη, ζορισμένη ας πούμε, πλην όμως, δεν θα μπορούσε να την υποκαταστήσει μόνο η εκθείαση του κινήματος.

η οργάνωση

Για να το πούμε απλά, τίθεται το ερώτημα της οργάνωσης. Τι συνεπάγεται σήμερα το ερώτημα της οργάνωσης. Πρόκειται για ένα ερώτημα περίπλοκο, εν εξελίξει, πειραματικό θα έλεγα. Πειραματιζόμαστε, οι μεν και οι δε, με το τι θα μπορούσαμε να κάνουμε. Στα χρόνια που έρχονται το ερώτημα αυτό θα είναι κομβικό. Γιατί γνωρίζουμε ότι το αμιγές κίνημα είναι απολύτως απαραίτητο, πλην όμως δεν είναι η λύση. Γνωρίζουμε ότι τα σχήματα αυταρχικής οργάνωσης χρεοκόπησαν και ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν είναι η λύση. Συνεπώς, τα μοντέλα αντιπροσώπευσης τελούν όλα υπό κρίση.

Έμεινα έκπληκτος απ’ την έκταση που πήρε η τεσσαρακοστή επέτειος του Μάη του ’68, πολύ μεγαλύτερη έκταση απ’ αυτή που πήρε η τριακοστή. Εν μέρει αυτό αποδόθηκε στη νοσταλγία του θεάματος, της ιστορίας, αλλά κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο. Διότι στις αρκετές συναντήσεις που έκανα στη Γαλλία, για το Μάη του ’68, υπήρξε μια νέα γενιά ενδιαφερόμενων γι’ αυτήν την υπόθεση. Στην πραγματικότητα, εκείνοι ακριβώς που στάθηκαν άπιστοι στο Μάη του ’68, εκείνοι που συμμάχησαν με τον Μιτεράν ή ακόμα και με το Σαρκοζύ, είναι οι σαραντάρηδες, οι πενηντάρηδες. Έπονται όμως άλλοι κι αυτοί οι άλλοι αναρωτιόνταν ειλικρινά τι ήταν ο Μάης του ’68. Δεν ήταν απλά ένα εμπόρευμα. Ήταν ένα αληθινό ερώτημα. Κατά βάθος, η κριτική που άσκησε ο κομμουνισμός στο κράτος, εμψυχώνει καιρό τώρα το λαϊκό κίνημα. Εγώ ο ίδιος πρότεινα να κάνουμε λόγο για κομμουνιστική σταθερά, αφού, ίσως, σχεδόν από το Σπάρτακο μέχρι και τις μέρες μας υφίσταται μια κριτική του κράτους, μια βούληση τερματισμού της αναπαράστασης. Τερματισμού του διαχωρισμού που συντελείται εντός της πολιτικής, μεταξύ συλλογικών δρώντων και των αποτελεσμάτων εν τέλει. Το πρόβλημα είναι πως γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήταν δραματικά τα διδάγματα της αποτυχίας, που σημείωσε η έμπρακτη κριτική της αντιπροσώπευσης και ότι υπήρξε πάντα μια ρεβάνς υπό την πλευρά των ζηλωτών της άτεγκτης οργάνωσης. Την παρισινή Κομμούνα, προσωπικά δε σταματώ να τη συλλογίζομαι και να γράφω γι’ αυτήν –συνιστά ένα μοντέλο, κατ’ εμέ αιώνιο. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο ενεργός απολογισμός της παρισινής Κομμούνας ήταν το λενινιστικό κόμμα που είπε: «Ναι, πολύ καλά είναι ολ’ αυτά, αλλά είναι κρίμα να μας ρουφούν κάθε φορά το αίμα. Όσο δεν είμαστε συγκεντρωμένοι και οργανωμένοι στρατιωτικά, θα εξακολουθούμε να βγαίνουμε ηττημένοι.» Και είχε δίκιο. Άλλωστε ο Λένιν απέδειξε ότι μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο απ’ την κομμούνα των Παρισίων. Ο Λένιν χόρεψε πάνω στο χιόνι τη μέρα που η δύναμη των Σοβιέτ διήρκησε μια μέρα παραπάνω απ’ ό,τι η παρισινή Κομμούνα. 

Άρα, το ερώτημα της διάρκειας, το ερώτημα της νίκης, το να μην είμαστε μόνο τα σύμβολα της χειραφέτησης, είναι ένα ερώτημα που εξακολουθεί να μας απασχολεί. Και νομίζω ότι σήμερα ακόμα δυσκολευόμαστε να βρούμε απάντηση, πρόκειται όμως για μια δυσκολία με μεγάλο ενδιαφέρον. Δυσκολίες έχουμε και στην τέχνη, στις επιστήμες. Σήμερα έχουμε τη δυσκολία ανάμεσα, σ’ αυτό που κατά βάθος αποκαλώ ποιητική του λαϊκού κομμουνισμού, με τη διάσταση ενθουσιασμού, εξέγερσης και δημιουργίας που τη διακατέχει, κι απ’ την άλλη, του ζητήματος του εχθρού. Το πώς δηλαδή να αντιμετωπίσουμε τον εχθρό. Να οργανωθεί, ώστε να μπορεί να ασκήσει και να προστατεύσει την ποιητική του λαϊκού κομμουνισμού. Εκεί είναι το πρόβλημα. Η ποιητική του λαϊκού κομμουνισμού μπορεί να εκφραστεί, να ξεδιπλωθεί, υπάρχει όμως κι ο εχθρός και άρα πρέπει να την προστατεύσουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που εξακολουθώ να πιστεύω, ότι η αμυντική βία είναι αναπόφευκτη.

η βία

Αν μη τι άλλο, είναι άδικο να μας κατηγορούν για βία παρότι τόσα χρόνια δεν κάνουμε τίποτα θα έλεγα, ενώ απ’ την άλλη πλευρά τι έχουμε; Τον πόλεμο στο Ιράκ, τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, την εκδίωξη των ξένων παντού και την ακατάσχετη διόγκωση των φυλακών. Ο δυτικός κόσμος είναι ένας κόσμος φυλακών. Το μεγαλύτερο Γκουλάγκ της εποχής μας είναι οι Η.Π.Α, όπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι διαβιώνουν σε φυλακές απόλυτης φρίκης. Το πρόβλημα της βίας είναι ένα αληθινό πρόβλημα και είναι κομβικό για τη σχέση ανάμεσα στη λαϊκή συλλογική εξέγερση, το κίνημα, τις μορφές αντίστασης από τη μία, κι απ’ την άλλη το ζήτημα του εχθρού. Είναι ένα πρόβλημα εξαιρετικά δύσκολο, γιατί το ζήτημα του εχθρού σχετίζεται με το ζήτημα της οργάνωσης, με το ζήτημα της αμυντικής βίας, με τη δυνατότητα διάρκειας που υπάρχει, πέραν από το να δίνουμε το παρών στις γιορτές της χειραφέτησης.

η ένταση

Τα προβλήματα που μας αφορούν είναι πιο περίπλοκα από ό,τι συζητάμε και θα έπρεπε να επανέλθουμε μάλλον, τελικά, στο ερώτημα: Τι σημαίνει να ζει κανείς, και συγκεκριμένα στην πολιτική. Κατ’ εμέ σημαίνει, να έχει κανείς μια ορισμένη σχέση με το άπειρο, να έχει σχέση με μια ορισμένη θέαση του μέλλοντος. Αλλά και να βάζει τη ζωή σε μια ένταση και όχι σε μια ικανοποίηση. Είμαι της γνώμης ότι πρέπει τουλάχιστον να αντιπαραβάλλουμε την ένταση με την ικανοποίηση. Και επίσης θεωρώ, ότι ευτυχισμένοι είναι όσοι ζουν την ένταση του απείρου. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επανέλθω στον Πλάτωνα. Πολλοί χλεύασαν τον Πλάτωνα, που εξήγησε ότι ευτυχισμένος είναι ο σοφός, ο φιλόσοφος, και όχι ο αριβίστας-σοφιστής. Η εμπειρία μου, όχι απλώς η θεωρία μου,  αποδεικνύει ότι ο Πλάτωνας είναι αυτός που έχει δίκιο. Δηλαδή, όταν σε κάποιες συγκυρίες έχουμε κατορθώσει η ζωή να είναι συναρθρωμένη με την ιδέα, με το άπειρο κτλ. τότε είμαστε πιο ευτυχισμένοι, απ’ ό,τι όταν επιδιώκουμε επ’ αόριστον την ικανοποίηση των ατομικών μας συμφερόντων. Αυτό το διαπιστώνω βλέποντας τη δυσκολία που έχει η γενιά μου ή αυτές που ακολούθησαν και που υπήρξαν αποστάτες της πολιτικής ιδέας. Δεν είναι ευτυχισμένοι, δεν έχουν αληθινή χαρά. Έχουν βολευτεί, και τελικά, φοβούνται τον θάνατο. Δεν είναι σε επαφή με την αθανασία, για την οποία είναι ικανή η ζωή.

Ποια είναι πρωτίστως η έντασή μας; Κατ’ εμέ, σε ό,τι αφορά τη ζωή στην πολιτική, είναι η ένταση που επικρατεί ανάμεσα στη διάσταση ενθουσιασμού, σχεδόν γιορτής, που ενυπάρχει στην πάλη, στο κίνημα, όταν συμβαίνει κάτι στη συλλογική ζωή. Και στην εξαιρετική συγκέντρωση και δυσκολία καθώς και βραδύτητα των προβλημάτων. Δηλαδή, όταν καταφέρνετε, ύστερα από πολλή προσπάθεια, να συγκεντρώσετε κάποιους εργάτες, αν όλα πάνε καλά, είσαστε ευτυχισμένοι. Αλλά αυτή η ευτυχία βρίσκεται εν μέσω μιας λαϊκής υπόσχεσης από τη μία, μιας υπόσχεσης χειραφέτησης. Κι από την άλλη, μιας δουλειάς πολύ εστιασμένης και κατ’ ουσία πολύ διανοητικής, όπως είναι αυτή της οργάνωσης. Ανάμεσα στη συλλογική διάσταση του κινήματος και στη λεπτοδουλεμένη λύση των πιο οξέων πολιτικών προβλημάτων, υπάρχει ένταση. Κατ’ εμέ η ένταση αυτή σηματοδοτεί την αληθινή ζωή. Τι σημαίνει να ζει κανείς;  σημαίνει να δέχεται αυτή την ένταση, ακόμα κι όταν πορρώ απέχει από την ικανοποίηση.

εμείς και οι Έλληνες

Να ζει κανείς, σημαίνει να αποσπάται από την ιδιαιτερότητα, η οποία δεν διαθέτει καμιά προσίδια διάσταση απείρου. Αντιθέτως συνιστάται στο να θέλουμε το κλείσιμο, τα στεγανά. Προσωπικά, θα έλεγα ότι ισχύει για τους Γάλλους, ό,τι και για τους Έλληνες. Τι μπορεί να σημαίνει «Γάλλος»; Μπορεί να σημαίνει τη γαλλική επανάσταση, μπορεί να σημαίνει τις φιλοσοφικές προτάσεις σχετικά με τη χειραφέτηση, μπορεί να σημαίνει το Μάη του ’68. Όλ’ αυτά αληθεύει ότι συνέβησαν στη Γαλλία. Πρωτίστως όμως όλα τα παραπάνω είναι γαλλικά, επειδή ο καθένας μπορεί να τα ιδιοποιηθεί με ενθουσιασμό και γενναιοδωρία. Και το ίδιο ισχύει για την αρχαία και την νεότερη Ελλάδα, με πολιτικά επεισόδια αδιαμφισβήτητου ενδιαφέροντος. Μιλώντας γι’ αυτό, δεν αποκλίναμε διόλου από το Τι σημαίνει να ζει κανείς. Η ζωή που θέλει τη βίαιη εθνική περιχαράκωση είναι μια ζωή καταδικασμένη. Και το λέω αυτό, όχι για να αρνηθώ το αυτονόητο, ότι δηλαδή είμαστε ζώα με χαρακτηριστικά, έχουμε μια γλώσσα, μια χώρα, αλλά, αληθινή ζωή είναι όταν όλος ο κόσμος μπορεί να κάνει χρήση των όσων χαρακτηριστικών του. Γι’ αυτό λέω να μην υπαναχωρήσουμε στην ιδιαιτερότητα, η οποία είναι άλλωστε πάντοτε υπερβολικά παρούσα. Αντιθέτως, καλό θα ήταν ν’ αποσπαστούμε λίγο από την ιδιαιτερότητα και να επικοινωνήσουμε με όλο τον κόσμο. Ας κλείσω με μια αναφορά στον παλιό-καλό Μαρξ, αφού ο Μαρξ είναι αυτός που είπε τουλάχιστον, ότι «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Και η πρόταση αυτή, με όλη της τη σημασία, δεν σημαίνει ότι οι προλετάριοι δεν κατοικούσαν στη Γαλλία. Αυτό που θέλει τούτη η φράση να πει, είναι ότι στο βαθμό που οι προλετάριοι έχουν να παίξουν ένα ρόλο στην ιστορία, η πρόταση αυτή είναι οικουμενική.

Δικαιώματα: Λανάλι Βουλής, 2008
Μετάφραση: Αλεξία Παρασκευουλάκου