Ντίνος Χριστιανόπουλος: Η νεοελληνική ποίηση (1900-2000)

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιητής, Γέννηση: 20 Μαρτίου 1931

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Η νεοελληνική ποίηση

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Παλαμάς

[…] Η ποίηση του 20ου αιώνα ξεκινάει από το 1901. Ουσιαστικά όμως ξεκίνησε από το 1880, όταν η νέα Αθηναϊκή σχολή με τον Παλαμά και τον Δροσίνη, ανέτρεψε την παλιά Αθηναϊκή σχολή του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή και όλων αυτών των καθαρευουσιάνων. Αυτό ήταν μία τομή και μία επανάσταση, που άλλαξε ριζικά την μορφή και το χαρακτήρα της νεοελληνικής ποίησης. Στα 20 χρόνια που μεσολάβησαν, από το 1880 μέχρι το 1900, η ανατροπή αυτή εμπεδώθηκε, εδραιώθηκε και άρχισε να γίνεται κάτι σαν παράδοση. Έτσι λοιπόν ο Παλαμάς, είναι από τους πρώτους ο οποίος δημιούργησε μια πρώτη και σοβαρή δημοτικιστική παράδοση –αν δε δεχθούμε ως πολύ σοβαρά τα καθαρευουσιάνικα καμώματα της παλαιάς Αθηναϊκής σχολής. Αλλά όπως ξέρετε, κάθε επανάσταση όταν εμπεδωθεί καταντάει και λίγο μάστιγα. Έτσι λοιπόν η περίπτωση του Παλαμά, πρώτα στην εποχή μας έγινε Σχολή Παλαμά και μετά μετατράπηκε σε ένα ανυπόφορο κατεστημένο και, βεβαίως, κάποιος χρειάστηκε κάποτε να μας απαλλάξει απ’ αυτό το κατεστημένο. Αυτά τα τρία γεγονότα που σας είπα αποτελούν και μια πορεία της όλης ιστορίας που λέγεται: Παλαμική ποίηση ή Παλαμική σχολή. Ο Παλαμάς συνέλαβε, όταν ήταν νέος, πολλά σοβαρά προβλήματα των αναζητήσεων της νεοελληνικής ποίησης και με το ταλέντο του, την ικανότητά του και το κύρος του μπόρεσε και τα εξέφρασε. Ή μάλλον συνέβαλε στη διαμόρφωσή τους με τον καλύτερο τρόπο. Και δεν είναι τυχαίο ότι τρία από τα καλύτερα έργα του: «Ο δωδεκάλογος του γύφτου», «Η φλογέρα του βασιλιά» και η «Ασάλευτή ζωή», είδαν το φως την πρώτη του αιώνα μας. Έτσι λοιπόν η δεκαετία αυτή, για να μην πω ο ίδιος μας ο αιώνας, αρχίζει με το βασικό βιβλίο «Ασάλευτή ζωή». Και, κάνοντας μια μεγάλη παρένθεση για την οποία θα σας μιλήσω αργότερα, την ίδια χρονιά το 1904, κάποιο «σκουλήκι» πονηρό που λέγεται Καβάφης βάζει την πρώτη τορπίλα σε όλο το οικοδόμημα, δημοσιεύοντας το «Περιμένοντας τους βαρβάρους». 

Κωστής Παλαμάς, Ποιητής, Γέννηση: 13 Ιανουαρίου 1859

Ο Παλαμάς συγκινημένος απ’ την μεγάλη απήχηση και αποδοχή που είχε τότε, δεν μπορούσε να φαντασθεί τι του μέλλονταν μερικές δεκαετίες αργότερα. Τα καλά βιβλία του Παλαμά τα διαδέχθηκαν άλλα μετριότερα κι εκείνα άλλα, ακόμη πιο μετριότερα. Ο Παλαμάς μετά το 1920, αρχίζει και πέφτει όλο και περισσότερο όλο και πιο σταθερά και χωρίς δυνατότητες σωτηρίας. Ταυτόχρονα όμως, εμπεδώνει ένα όνομα διατηρεί μία σχολή, γίνεται και το ίνδαλμα της ποιητικής μας ζωής στην Ελλάδα. Εφόσον αυτός θεμελίωσε τη νέα Αθηναϊκή σχολή, που τότε ήταν ό,τι πιο σπουδαίο, ό,τι πιο δυναμικό. Αργότερα ο Παλαμάς έγινε και εθνικό πρόσωπο. Όταν πέθανε, όπως ξέρετε, όλη η Ελλάδα συσπειρώθηκε γύρω από το φέρετρό του κτλ. Αλλά, είχε αρχίσει να πέφτει και κάτω από τις αδυναμίες του ίδιου του ταλέντου: μεγαλοστομίες, μακρηγορίες, φιλολογίες, δημοσιογραφίες. Πολλά κακά συσσώρευσε πίσω από το όνομά του. Αλλά ο Παλαμάς είχε αρχίσει να πέφτει και για ένα άλλο σοβαρότατο λόγο. Είχαν αρχίσει να ξεφυτρώνουν και τα πρώτα μοντέρνα κινήματα, που στην αρχή αθόρυβα και αργότερα προκλητικά του άνοιξαν τον τάφο. Πριν όμως μιλήσουμε για αυτά τα μοντέρνα κινήματα, είμαστε, περιττό να σας πω, στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, από το 1900 έως το 1925. Η νεοελληνική ποίηση βαδίζει ομαλά, με ευοίωνες προοπτικές. Ο Παλαμάς κάθεται στο θρόνο του και νομίζει ότι κανείς δεν θα τον ταρακουνήσει, οπότε και βγαίνει εκείνο το σκουλήκι που σας έλεγα από την Αλεξάνδρεια. Το οποίο βέβαια πρέπει να παραδεχτούμε, ότι ο Παλαμάς, ευθύς εξαρχής μόλις το αντελήφθη, κράτησε μια αρνητική θέση απέναντί του. Αλλά, ο καλύτερος τρόπος για να αρνηθούμε τους εχθρούς μας δεν είναι να τους κατακρίνουμε.

Καβάφης

Ο Καβάφης, ο οποίος ξεκίνησε ολομόναχος χωρίς ελπίδες για δημιουργία σχολής. Ξεκομμένος στην Αλεξάνδρεια, η οποία τότε δε μετρούσε καθόλου για τα δεδομένα της Αθηναϊκής κατάστασης. Δημιούργησε σιγά-σιγά ένα έργο, το οποίο στην αρχή μάλιστα μερικοί «καλοπροαίρετοι» ή εξυπνάκηδες, κυρίως δημοσιογράφοι, το ειρωνεύτηκαν αγρίως. Υπέστη παντός είδους λοιδορίες, ακόμη και πρόστυχους υπαινιγμούς για την ιδιωτική ζωή του. Άλλα τα υπέθαλπε ο ίδιος ο Παλαμάς, άλλα οι διάφοροι «καλοπροαίρετοι». Στις αρχές του αιώνα, με ορόσημο το 1911, γύρω από αυτή την ιστορία που λέγεται Καβάφης, έγινε μια τομή στον κανόνα. Δηλαδή στο παραδεκτό σώμα του Καβαφικού έργου. Πριν το 1911 ο Καβάφης ακόμη τα πλάθει αυτά που γράφει, δεν έχει βρει ακόμη εντελώς τον εαυτό του. Είναι λίγο μαγειρεμένα μερικά απ’ αυτά τα ποιήματα, αλλά βέβαια ποιήματα, όχι αστεία, όχι στιχουργήματα όπως τα περισσότερα του Παλαμά. Και, το «σκουλήκι» προχωράει κρυφά, γιατί μετά το 1911 και μέχρι το 1933, που πέθανε ο Καβάφης, σε αυτά τα 22 χρόνια εμπεδώνει την ποιητική του. Γίνεται δηλαδή κάτοχος των εκφραστικών του μέσων. Ξέρει καλά τι θέλει και τι μπορεί. Έχει μία φοβερή παιδεία, που του επιτρέπει να ελίσσεται με πολλή άνεση μέσα στην ελληνική ιστορία και φιλοσοφία. Συμβαίνει να είναι και καταπληκτικά πρωτότυπος. Δεν βασίζεται σε ξένα δάνεια ούτε έμμεσα, ούτε άμεσα. Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ότι έχει επηρεαστεί από κάποιον ξένο ποιητή ή ότι έχει κλέψει ξένους στίχους. Γενικά και αόριστα ξέρουμε ότι βασίζεται στην παράδοση του ελληνιστικού επιγράμματος, της αρχαίας ελληνικής εποχής και πέραν ου. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη μελέτη της εξέλιξης της ποίησής μας. Η επίδραση που δέχθηκε ο Καβάφης από την αρχαία ελληνιστική ποίηση, είναι ταυτόχρονα και μια απάντηση στο ερώτημα: Με ποια δεδομένα και με ποιες προϋποθέσεις θα πορευτεί η νεοελληνική ποίηση, με τα κλεψιμαίικα από τους ξένους ποιητές; Η απάντηση του Καβάφη είναι, η ίδια η ελληνική ποίηση. Που κατ’ αυτόν όπως και για πολλούς άλλους, είναι μία και ενιαία: αρχαία, βυζαντινή και νεώτερη. Η ίδια λοιπόν αυτή η ελληνική ποίηση παρέχει όλες τις δυνατότητες για να συγκροτήσουμε αυτό που θα λέγαμε: δυνατότητες μιας ιθαγενούς παραδόσης. Και όχι κλεψιμαίικα και μαϊμουδισμοί από ξένες ποιήσεις. Έτσι λοιπόν, όταν ο Καβάφης πεθαίνει το 1933, έχει ολοκληρώσει ένα έργο με μεγάλη βιωσιμότητα και ταυτόχρονα ένα έργο που αποτελεί μία θρυαλλίδα, η οποία ετοιμάζεται να ανατινάξει στον αέρα όλο το λεγόμενο Παλαμικό συγκρότημα. Άλλωστε η ιστορία των ποιήσεων ανά τους αιώνες, δεν είναι παρά διαδοχικά κινήματα που το ένα ανατρέπει το άλλο.

Κωνσταντίνος Καβάφης Ποιητής, Γέννηση: 29 Απριλίου 1863

Περί το 1935, όπου εκδίδονται και τα άπαντα του βασικού Καβαφικού σώματος, δηλαδή τα περίφημα 154 ποιήματα, ήδη το σκηνικό, είτε μας αρέσει είτε όχι, έχει αλλάξει. Το κάθισμα του Παλαμά τρίζει ενώ ο Καβάφης, που δεν πρόλαβε και πολλές γλύκες και πολλές αγάπες, ενώ πρόλαβε πολλές μεμψιμοιρίες και καταφρόνιες, ανεβαίνει και καταφέρνει σε πρώτη φάση να κατακτήσει την Αθήνα. Πολλοί και σπουδαίοι ποιητές, όπως φερειπείν ο Μαλακάσης, που αποτελούσαν έκφραση του κατεστημένου της εποχής τους, τον παραδέχονται ανεπιφύλακτα. Βεβαίως, αυτή είναι η πρώτη φάση ανέλιξης του Καβάφη, γιατί κατέκτησε τελικά όλο το πανελλήνιο, σαν τους περίφημους πύραυλους που αποτελούνται από τρία κομμάτια και που, όταν το πρώτο κομμάτι πέσει αξιοποιείται το δεύτερο, κι όταν πέσει και το δεύτερο αξιοποιείται το τρίτο. Ο Καβάφης πια όπως καταλαβαίνεται, έχει γίνει παγκόσμιος στην εποχή μας ποιητής, με απίθανη οικουμενικότητα. Ο Καβάφης προχώρησε έρμος και ολομόναχος, με μία μοναδική εξαίρεση που αποτελεί εκπληκτικό φαινόμενο αντίδρασης στην Παλαμική ποίηση. Είναι ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης. Ο Παπατσώνης άρχισε να γράφει τα πολύ μοντέρνα ποιήματά του από το 1912, όταν πρωτοδημοσίευσε εντελώς ξαφνικά έναν ύμνο για τον Βασιλιά Κωνσταντίνο. Είναι πρωτότυπος, μυστήριος και sui generis (ιδιόρρυθμος) ο Παπατσώνης, ίσως δεν προσέχτηκε όσο έπρεπε, ίσως κι η ιδιοτυπία του ήταν ανάμεικτη με κάποιες αδυναμίες. Αυτές τις αδυναμίες που ο παμπόνηρος και σοφός Καβάφης, τις απέφευγε με κάθε τρόπο.

Οι υπερρεαλιστές

Το κυριότερο χαρακτηριστικό της 25ετίας: 1925-1950, είναι η εμφάνιση των νέων ρευμάτων, που μας έρχονται από την Ευρώπη και που κυριολεκτικά κατακλύζουν το χώρο της νεοελληνικής ποίησης. Ήδη από την εποχή του Σούτσου το 1835, η ελληνική ποίηση δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να αντιγραφεί βλακωδώς την αντίστοιχη Γαλλική ρομαντική ποίηση μέσα από το πλέγμα της ελληνικής καθαρεύουσας. Μια παρέα, μια ομάδα ποιητών της γενιάς του ’30, ανακάλυψε τα περίφημα ρεύματα στην ποίηση. Όπως ο φουτουρισμός, ο λετρισμός, ο ντανταϊσμός και δεν ξέρω και τι άλλοι –ισμοί. Με ουσιαστικό αποκορύφωμα τον υπερρεαλισμό, ο οποίος όσο κι αν ενοχλεί πολλούς, είναι η μεγαλύτερη επανάσταση του αιώνα μας. Πολύ πριν αυτό-υπονομευθεί, μπόρεσε και μας έδωσε ένα σωστό παράδειγμα μιας προσπάθειας, να ξεπεράσουμε την κυριαρχία της λογικής, που είχε καταντήσει ορθολογική, για να μην πω ο σχολαστικισμός του μέσου νου. Με τα όσα εξήγγειλε ο Αντρέ Μπρετόν, στο περίφημο μανιφέστο του 1924, κατάφερε να δώσει ένα κανόνα, τόσο σοβαρό και τόσο σπουδαίο, που δεν μπόρεσαν ούτε τα πρωτοπαλίκαρα του υπερρεαλισμού να τον εφαρμόσουν. Με δυο λόγια ο Μπρετόν, μας υποσχέθηκε ότι ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσουμε τη δυναστεία του λογικού και του ορθολογισμού και την νοοτροπία του μικροαστού, είναι να σκάψουμε στον πάτο της ψυχής μας βαθιά, ουσιαστικά και ειλικρινά. Μέσα στον πάτο της ψυχής μας μπορεί να βρούμε πολλά και σπουδαία κοιτάσματα, γιατί πάντοτε η ψυχή ενός ποιητή έχει από αυτά, σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον, με την οποιαδήποτε νοοτροπία και «μενταλιτέ».

Σουρεαλισμός

Δέκα χρόνια μετά το μανιφέστο του σουρεαλισμού, αρχίσαμε να έχουμε τα πρώτα κρούσματα στην Ελλάδα. Θέλω να εξαιρέσω ευθύς εξαρχής τον Σεφέρη, ο οποίος κακώς κατά ορισμένους θεωρείται σουρεαλιστής. Δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον σουρεαλισμό. Από εκεί και πέρα όμως έχουμε συνειδητά πρωτοπαλίκαρα του ελληνικού υπερρεαλισμού, όπως είναι ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο οποίος δεν είναι και πολύ καλός ποιητής απλώς εφαρμόζει τα διδάγματα που έμαθε σαν καλός μαθητής, αλλά δεν με πείθει για το ίδιο του το ταλέντο. Ο Νίκος Εγγονόπουλος που αναμφισβήτητα είναι καλύτερος, αλλά που επιμένοντας σε μια στείρα, υπερρεαλιστική ορθοδοξία, πολλές φορές έφαγε και τα μούτρα του. Έχουμε επίσης τον Ελύτη, ο οποίος δημιουργεί έναν ξεθυμασμένο σουρεαλισμό, που ήδη τον γνώριζε από πρώτο χέρι. Φερειπείν ο Πόλ Λιάρ, είναι ήδη ξεθυμασμένος υπερρεαλιστής και για αυτό είναι και λίγο πιο υποφερτός βέβαια. Κάτι τέτοιο θέλησε να κάνει και ο Ελύτης. Η πρώτη του συλλογή, η οποία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μάλλον γράφτηκε από Γάλλο ποιητή και όχι από Έλληνα. Είναι καταπληκτική αλλά, με κάποια αλλά, για τα οποία θα σας μιλήσω ιδιαίτερα. Υπάρχει και ο Νίκος Γκάτσος, που επίσης έχω επιφυλάξεις για το κατά πόσο είναι καλός ποιητής. Άλλωστε όπως ξέρετε ο άνθρωπος το κατάλαβε και μόνος του. Έβγαλε μια ποιητική συλλογή και σώπασε. Περίπου ο Γκάτσος έσβησε, αφού όμως εν τω μεταξύ πρόλαβε να έχει κάποιο ρόλο σε ένα άλλο υποθεματάκι, για το οποίο θα σας μιλήσω λίγο αργότερα. Από τους υπόλοιπους υπερρεαλιστές, ο συμπαθέστατος Γιώργος Σαραντάρης δεν έχει σχέση με τον γαλλικό υπερρεαλισμό, αλλά με ιταλικούς φουτουρισμους. Επίσης κάπως νεότεροι και πάρα πολύ συμπαθείς, όπως ο Δημήτρης Παπαδίτσας. Τουλάχιστον στον πρώτο τόμο των ποιημάτων του είναι ωραίος σουρεαλιστής. Αλλά μετά δυστυχώς γνώρισε την αρχαία ελληνική ποίηση, προσπάθησε να την μιμηθεί, απέτυχε και κατέρρευσε. Και, ο τελευταίος και ζων, είναι ο Μίλτος Σαχτούρης. Συμπαθέστατος, ο οποίος νοθεύει τον υπερρεαλισμό του με στοιχεία παιδικής εκφραστικότητας, τα οποία ορισμένες φορές του κάνουν κακό. Βεβαίως το μεγάλο κακό που έχει κάνει στον εαυτό του, είναι ότι επιμένει να είναι σουρεαλιστής τώρα πια στις μέρες μας, που το όλο άστρο παρήλθε.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ποιητής, Γέννηση: 2 Σεπτεμβρίου 1901Νίκος Εγγονόπουλος, Ζωγράφος, Σκηνογράφος και Ποιητής, Γέννηση: 21 Οκτωβρίου 1907Οδυσσέας Ελύτης Ποιητής, Γέννηση: 2 Νοεμβρίου 1911Νίκος Γκάτσος, Ποιητής, Γέννηση: 8 Δεκεμβρίου 1911Μίλτος Σαχτούρης, Ποιητής, Γέννηση: 29 Ιουλίου 1919

Αυτοί που σας είπα, είναι τα πρωτοπαλίκαρα του σουρεαλισμού. Αυτοί πάλεψαν, αγωνίστηκαν, βάφτισαν τα γένια τους, αλλά και ταυτόχρονα πέτυχαν αυτό που ήθελαν, να καταφέρουν μια πλήρη ανατροπή της παραδοσιακής μας ποίησης και των τελευταίων υπολειμμάτων του Παλαμά. Ο οποίος Παλαμάς, είχε στις φτερούγες του πάνω από έξι γενιές ποιητών. Αρχίζοντας από τον Λάμπρο Πορφύρα, που είναι ο πιο μετριοπαθής. Προχωρώντας με τον Γιάννη Γρυπάρη, που κατάφερε να κάνει κάποια μοντέρνα στοιχεία, με συνδυασμούς της Παρνασσιακής ποίησης. Κατόπιν έχουμε τον Μαλακάση, που υπήρξε συμπαθέστερος, ιδίως με τα μεσολογγίτικα ποιήματά του. Έχουμε κατόπιν τον θεωρηθέντα κολοσσό τον Άγγελο Σικελιανό, ο οποίος με τις μεγαλοστομίες του έπεσε βέβαια, δεν μπορούσε να σταθεί. Έχουμε τον Βάρναλη, με τους εσκεμμένους αριστερισμούς του. Έχουμε τον Λαπαθιώτη με τις θλιβερές αισθηματολογίες του. Έχουμε τον εκπληκτικό Καρυωτάκη, που είναι η μοναδική προσπάθεια μιας πιο σοβαρής αντιμετώπισης του μοντέρνου μέσα στο παραδοσιακό. Και, περίπου νομίζω, ότι όλη αυτή η ιστορία του Παλαμά θα έπρεπε να έκλεινε με τον Νίκο Καββαδία. Συμπαθέστατο ποιητή. Καρυωτάκης και Καββαδίας, είναι ας πούμε οι τελευταίοι επίγονοι μιας πλούσιας ελληνικής παράδοσης, που έπεσε μέσα στην ίδια της την αδυναμία και στις ίδιες της τις επαναλήψεις.

Κώστας Καρυωτάκης, Ποιητής, Γέννηση: 11 Νοεμβρίου 1896Νίκος Καββαδίας, Ποιητής, Γέννηση: 11 Ιανουαρίου 1910

Η γενιά του ’30

Ο Καβάφης έθεσε ένα μεγάλο θεωρητικό ερώτημα: Που θα έπρεπε να στηριχτεί η ποίηση, αν θα ήθελε να αποκλείσει τα μαϊμουδίσματα της ξένης ποίησης; Υπάρχουν δεδομένα από την ίδια την ελληνική ποίηση; Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος: πρέπει να ανατρέξουμε στα διδάγματα της αρχαίας ελληνικής ποίησης. Η δεύτερη περίπτωση ανάλογου πειραματισμού προέρχεται από τον Καρυωτάκη. Ο οποίος .ναι μεν επηρεάστηκε από κάποιους επιγόνους του Μπωντλαίρ, όπως άλλωστε κι ο Καββαδίας, αλλά πέτυχε από πλευράς αντιμετώπισης της κοινωνικής ζωής στην Ελλάδα. Όπου το πρόβλημα ήταν ωμό, με όλα τα αρνητικά που είχαν επιπτώσεις και στη ζωή των ποιητών, όπως και του ίδιου. Ο Καρυωτάκης μπόρεσε να βασιστεί στα δεδομένα της ίδιας της κοινωνικής ζωής και όχι σε ποιητικό φαινόμενο. Η γενιά του ’30, επειδή ήταν ποιητές σοβαροί και σπουδαίοι. Από πολύ νωρίς αντιμετώπιζαν και τα προβλήματα της ποιητικής και τα προβλήματα ποίησης και κοινωνίας. Πολύ σοβαρά πράγματα.

Χωρίς κοινή συνεννόηση, χωρίς μανιφέστα, υπήρξε κάποια προσπάθεια των σούπερ μοντέρνων να θυμηθούν ότι είναι Έλληνες. Πρώτος λοιπόν ο Σεφέρης και είναι προς τιμήν του, προσπαθεί να θυμηθεί την ελληνική παράδοση και την δυνατότητα να γίνει Έλληνας ποιητής, με την περίφημη ποιητική του συλλογή «Μυθιστόρημα». Η οποία είναι εξ ολοκλήρου εμπνευσμένη από την καταστροφή της Σμύρνης, που είναι κι η ιδιαίτερη πατρίδα του. Ξεχνώντας ή παρακάμπτοντας τα ξένα εύκολα πρότυπα ο Σεφέρης, τον Γάλλο Ζιλ Λαφόργκ και τον Αγγλο Ελλιοτ. Κατάφερε να ψάξει και να βρει κάτι ουσιαστικότερο, που να τον συνδέσει με την ελληνική παράδοση και από πλευράς της ιστορίας και από πλευράς μορφολογίας της ποίησης. Γλυκάθηκε όμως ο Σεφέρης, και νόμισε ότι η ελληνικότητα είναι εύκολο πράγμα και κερδίζεται ατιμώρητα. Γιατί 20 χρόνια αργότερα, έβγαλε την ποιητική συλλογή «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν» το 1956, απάνω στο αποκορύφωμα του Κυπριακού αγώνα. Προσπάθησε να εμφανιστεί ως πατριώτης ποιητής, απλώς και μόνο με ποιήματα τουριστικού περιεχομένου. Δηλαδή, ως τουρίστας ο Σεφέρης περιηγήθηκε στην Κύπρο, άκουσε τα αηδόνια που κελαηδούν στις Πλάτρες και άρχισε να γράφει δι’ αυτού του τρόπου πατριωτικά ποιήματα. Πολύ μακριά πλέον, από το πώς το Μυθιστόρημα αναφέρεται στην καταστροφή της Σμύρνης. Ο Σεφέρης απέτυχε τόσο πολύ κι ας υπάρχουν στο βιβλίο κάποια αριστουργήματα, όπως το ποίημα «Έγκωμη». Χώρια βέβαια η περίπτωση του να καταργήσει τον τίτλο: «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν» και να τον κάνει: «Το ημερολόγιο καταστρώματος Γ’» μόνο και μόνο για να πάρει το βραβείο Νόμπελ. Αυτήν την κακοήθεια την είχα επισημάνει και παλαιότερα και είχαν πέσει όλοι να με φάνε. Ο τίτλος καταργήθηκε, ο Σεφέρης βραβεύτηκε, αλλά τα ποιήματα του βιβλίου εξακολουθούν να είναι μέτρια. Παράλληλα η ίδια νοσταλγία έπιασε και τον Ελύτη. Κι αν ο Σεφέρης ήταν άνθρωπος μεγάλης παιδείας, ο Ελύτης όχι και τόσο μεγάλης. Παραταύτα, θέλησε ο Ελύτης να κάνει κι αυτός μια ελληνικότητα και μάλιστα το υποστήριξε και θεωρητικά. Ότι θα ήθελε να γράψει το ευαγγέλιο του Ελληνισμού. Τελικά το ευαγγέλιο του Ελληνισμού ήταν ένα μέτριο ποίημα, που λέγεται «Άξιον Εστί». Στις παραμονές του Νόμπελ ο Ελύτης, έκανε μία αυτό-ανθολόγηση, από όπου φρόντισε λίαν εντέχνως να εξαφανίσει το Άξιον Εστί, αφήνοντας μόνο τρία τέταρτα μιας σελιδίτσας. Οι αποτυχίες άρχισαν να πληθαίνουν, διότι οι μοντέρνοι σουρεαλιστές, θέλησαν να αποκτήσουν και ελληνική ταυτότητα.

Ο Νίκος Γκάτσος, έξυπνος, μυρίστηκε ένα καινούριο μοτίβο. Ότι υπάρχουν δυνατότητες γόνιμες για ένα πάντρεμα σουρεαλισμού και δημοτικής ποίησης. Αυτό είναι η «Αμοργός», είναι δημοτικοφανής σουρεαλισμός. Ο Γκάτσος δεν τα ‘βγαλε αυτά απ’ το νου του, γιατί αν τα έβγαζε απ’ το νου του θα ήταν πάρα πολύ μεγάλος ποιητής. Αλλά όπως σας είπα, δεν μετράει και πολύ η μπογιά του. Αυτά τα έβγαλε απ’ το νου του ένας μεγάλος ποιητής από την ευρωπαϊκή ποίηση, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Λόρκα ερωτοτροπούσε πολύ με τη δημοτική ισπανική ποίηση. Την ήξερε καλά από πρώτο χέρι, την αγαπούσε, την είχε χωνέψει. Παράλληλα ως μοντέρνος διανοούμενος της εποχής του, ήδη γνώριζε το δίδαγμα του υπερρεαλισμού και είχε γλυκαθεί. Η ποίηση του Λόρκα χωρίζεται σε δύο κομμάτια: ο Λόρκα συνειδητά επηρεασμένος μόνο από τη δημοτική ισπανική ποίηση και ο Λόρκα συνειδητά επηρεασμένος από δημοτική ποίηση και μοντέρνο υπερρεαλισμό. «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη», είναι η σημαντικότερη συλλογή σ’ αυτό το κουρκούτι του Λόρκα. Τα ίδια καμώματα και χειρότερα έκανε ο φίλος μου ο Παπαδίτσας, ο οποίος ανακάλυψε ξαφνικά την αρχαία ελληνική ποίηση. Αυτός πια κι αν βούλιαξε πατόκορφα.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ποιητής, Γέννηση: 5 Ιουνίου 1898

Οι μοντέρνοι μας ποιητές, που ανέφερα και οι οποίοι δεν ήσαν τυχαίοι, ανανέωσαν την ελληνική ποίηση κι έθαψαν την Παλαμική παράδοση. Δεν τόλμησαν να ‘ρθουν αντιμέτωποι με τον Καβάφη. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ο Καβάφης είναι εχθρός του υπερρεαλισμού. Ο Καβάφης είναι μοντέρνος με την ανατροπή του μοντέρνου! Αυτό είναι το μεγαλείο του. Αυτοί δυστυχώς είναι πολύ πιο παρακατιανοί και νόμιζαν με κάτι μεσοβέζικα καμώματα, θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τα καίρια ερωτήματα της ελληνικής ποίησης. Είναι προς τιμήν τους που το παραδέχτηκαν και που, μιμούμενοι έστω τους ξένους, έκαναν μερικά καταπληκτικά ποιήματα. Δεν θα φάμε το δίκιο τους και δεν πρέπει να είμαστε κακεντρεχείς. Απλά κάναμε μια επισκόπηση και είπαμε τα υπέρ και τα κατά αυτής της παλινωδίας ή αυτής της τραγωδίας, που λέγεται ελληνική ποίηση.

Υπαρξιστές ποιητές

Οι νεώτεροι ποιητές, αυτοί της τρίτης 25ετίας (1950-1975) είναι λίγο πιο σοβαροί, λίγο πιο πονηροί, λίγο πιο υποψιασμένοι και ίσως τολμούν να βάλουν και τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων. Ενώ βέβαια η γενιά του ’30, είχε μεθύσει με την ίδια της την επιτυχία. Σε αυτήν την 25ετία εντελώς παράλληλα, αναπτύσσονται μία σειρά δεδομένων, που τα μεν δεν επηρεάζουν τα δε, αλλά που δεν παύουν να είναι σημαντικά και αξιόλογα. Ήδη προπολεμικά, είχε αρχίσει να εμπεδώνεται ένα φασούλι, που λέγεται: υπαρξιακή ποίηση. Και που αργότερα, ιδίως με τον Σαρτρ στο Παρίσι, ο υπαρξισμός ως φιλοσοφικό κίνημα και ως ένα modus vivendi, είχε αρχίσει να διαδίδεται όλο και περισσότερο. Ακολούθως εμφανίστηκαν στην Ελλάδα και οι πρώτοι υπαρξιακοί ποιητές. Κάθε τι νεότερο μπορεί να γίνει και καρικατούρα αυτού που λανσάρεται. Φερειπείν, πόσο υπαρξίστρια μπορεί να είναι η Μελισσάνθη, η οποία δεν είναι καν ποιήτρια. Ή, πόσο υπαρξιστής μπορεί να είναι ο Αρης Δικταίος, ο οποίος είχε πιο πολλές φιλοδοξίες από το ταλέντο του.

Υπάρχουν στην Θεσσαλονίκη δύο αδέρφια. Η Ζωή Καρέλλη και ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης. Είναι περίπου υπαρξιστές, η κ. Καρέλλη πιο τυπικά, ο Πεντζίκης πιο ιδιόρρυθμα. Η κ. Καρέλλη, που ήταν σπουδαία ποιήτρια –την λέω κυρία παρόλο που πέθανε, γιατί όντως ήταν κυρία και αρχόντισσα. Συνειδητά είναι υπαρξίστρια ποιήτρια και αυτό είναι το κακό. Δηλαδή, αν ένας ποιητής μιμείται συνειδητά τα ιδεολογικά ρεύματα και τα εφαρμόζει στην ποίηση, θα φάει τα μούτρα του. Υπήρξε η Καρέλλη ένα οξύτατο πνεύμα, που μπόρεσε να εκφράσει τις υπαρξιακές της ανησυχίες, ας πούμε με τον καλύτερο τρόπο. Αλλά, ποτέ δεν είναι αρκετά καλός ο καλύτερος τρόπος, όταν μέσα από ένα αβέβαιο φίλτρο πρέπει να φιλτραριστούν ιδεολογίες και κινήματα. Έτσι λοιπόν, δυστυχώς η Καρέλλη, που είναι η σημαντικότερη υπαρξίστρια στην Ελλάδα. Αξιολογότατη ακόμη και για την εν γένει παιδεία της, τη σκέψη της, το στοχασμό της, τη φιλοσοφία της, έπεσε. Αντίθετα ο αδελφός της ο Πεντζίκης, που επί δεκαετίες θεωρούνταν τρελός και ανισσόροπος, είναι ο πρώτος υπαρξιστής. Ο οποίος βέβαια, αντικαθιστά την υπαρξιστική φιλοσοφία της Καρέλλη, με έναν χριστιανικό υπαρξισμό ή ουμανισμό ας πούμε. Είναι κυρίως πεζογράφος αλλά διαθέτει και ένα μικρό ποιητικό έργο, που συντίθεται από τρεις μικρές ποιητικές συλλογές. Από τις οποίες, εγώ τουλάχιστον που γνώρισα από κοντά τον Πεντζίκη και τον αγάπησα πολύ, έχω το κουράγιο να αρνούμαι τις δύο από τις τρεις συλλογές. Τις οποίες δεν τις θεωρώ ούτε καν ποιήματα. Η τρίτη όμως μας αποζημιώνει για όλα τα αποδέλοιπα. Κι αυτός ως πρότυπο, υπάρχει στο εξωτερικό. Και με Ρώσους στοχαστές και με Γάλλους ποιητές κτλ. 

Ζωή Καρέλλη, Ποιήτρια, Θεατρική συγγραφέας, Δοκιμιογράφος, Μεταφράστρια, Γέννηση: 1901Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Πεζογράφος, Ποιητής, Ζωγράφος, Γέννηση: Οκτώβριος 1908

Ο Πεντζίκης λοιπόν, χριστιανοφέρνει σε κάτι θολά χωράφια, που καλά-καλά δεν τα καταλαβαίνουμε, αλλά και που δεν είναι αμελητέα. Έχει επιπλέον και ένα ατού, μη όντας πολύ έντονα οργανωμένος λογικά στο μυαλό του (τρελός δεν είναι αλλά δεν τα έχει και τετρακόσια), τον βοηθάει να καταφεύγει σε κάποια πρότυπα βυζαντινά, βυζαντινής χρονογραφίας. Την συλλογή την έλεγαν «Τα Παλαιοντολογικά». Υπάρχει σε αυτή τη χωρία και κάποια συμμετοχή από την Αθήνα, όπως ήταν της φίλης μου Ελένης Βακαλό και του Τάκη Σινόπουλου. Αυτούς τους βρίσκω λίγο αδύνατους. Η Βακαλό, ερωτευόταν πολύ τα εικαστικά, διασπάστηκε και τελικά, έχω την εντύπωση, ότι το έριξε πιο πολύ στην τέχνη και λιγότερο στην ποίηση. Αλλά στο λίγο που πρόλαβε η Βακαλό, μπόρεσε να έχει μια ρωμαλέα εκφραστική, σπάνια για ελληνίδες ποιήτριες, οι οποίες ας μην πω τι είναι, γλυκαντζούδες οι πιο πολλές. Ο Σινόπουλος είναι απείρως πιο πονηρός, δυστυχώς έχει κι αυτός τα τρωτά του. Ενώ ξεκίνησε με μία σωστή υπαρξιακή ποίηση, με πολλά ρεαλιστικά στοιχεία, πολύ γρήγορα ανακάλυψε την τρομερή ποίηση του Ίζρα Πάουντ και άρχισε να τον αντιγράφει του καλού καιρού. Αυτό ήταν ο θάνατός του. Όταν ο Σινόπουλος εξέδωσε τον πρώτο τόμο των απάντων του, έγινε ανάρπαστος. Τέσσερα χρόνια νομίζω αργότερα, όταν βγήκε ο δεύτερος τόμος των απάντων του, έμεινε στα αζήτητα. Ο Σινόπουλος ήταν αξιόλογος ποιητής, είμαι βέβαιος, αλλά πάσχει κι αυτός από το ότι δεν πάλεψε λεβέντικα όσο θα έπρεπε. Έτσι λοιπόν, αυτός είναι ο ελληνικός υπαρξισμός στην ποίηση. Με εξαίρεση την περίπτωση του αιρετικού Πεντζίκη, που κάτι πρόσφερε ως πρόταση, οι άλλοι, μάλλον έπεσαν

Κοινωνική ποίηση

Το δεύτερο φασούλι που χαρακτηρίζει αυτήν την 25ετία, είναι η κοινωνική ποίηση, η οποία δεν είναι και πολύ προπολεμικό φαινόμενο. Οι αδέξιες προσπάθειες του Βάρναλη γύρω από κοινωνικά θέματα, πρέπει να κοιταχτούν με άλλα μάτια, γιατί είναι καρπός μιας άλλης εποχής, μιας άλλης ποιητικής κτλ. Βέβαια, έχουμε τον μεγάλο κολοσσό που λέγεται Ρίτσος και κοντά του κι ένα μικρότερο ποιητή, τον Βρεττάκο. Ο Βρεττάκος βέβαια από πολύ νωρίς παρέδωσε τα όπλα, διότι θέλησε να κάνει κάποια ύποπτα χαρμάνια. Τώρα τα έχουν επαναλάβει κάτι νέο-ορθόδοξοι ψευτοφιλόσοφοι -και λίγο χριστιανισμός και λίγο κουμμουνισμός-, απ’ όλα χωράει η σακούλα. Ο Βρεττάκος λοιπόν δεν μπόρεσε να το αντιμετωπίσει ζεστά και σθεναρά το θέμα. Ο Ρίτσος όμως, ο οποίος υπηρέτησε πολλούς αφεντάδες: πέρασε από Παλαμά, πέρασε από Καρυωτάκη, πέρασε από Μαγιακόφσκι, έχει το προτέρημα ότι γράφει απλά, αλλά είναι φοβερά φλύαρος και επιπόλαιος. Εν πάση περίπτωση, αυτός βάστηξε το βάρος της κοινωνικής ποίησης για αρκετά χρόνια, αλλά τον έφαγαν δύο φοβερά ελαττώματα. Το πρώτο είναι η τρομερή προχειρογραφία του. Σκεφτείτε ότι ντρέπονταν να περάσει μια μέρα και να μην γράψει τουλάχιστον είκοσι ποιήματα. Και μάλιστα με στοιχεία: «Το 17ο ποίημα, γράφτηκε 12:10 τα μεσάνυχτα.» Αυτά είναι φοβερά και επικίνδυνα πράγματα. Οι ποιητές που σέβονται τον εαυτό τους δεν πρέπει ούτε καν να μπαίνουν σε αυτόν τον πειρασμό. Το δεύτερο και χειρότερο, είναι ότι ο Ρίτσος διάβαζε το κύριο άρθρο του Ριζοσπάστη και χραπ, βγαίνανε καμιά εικοσαριά ποιηματάκια. Δεν γίνεται έτσι η ποίηση, για όνομα Θεού!

Γιάννης Ρίτσος, Ποιητής, Γέννηση: 1 Μαΐου 1909Νικηφόρος Βρεττάκος, Ποιητής, Γέννηση: 1 Ιανουαρίου 1912

Δεύτερο κύμα κοινωνικών ποιητών

Εκεί λοιπόν που ψυχομαχούσε μια κοινωνική ποίηση «αλά Ρίτσου», που το κυριότερο χαρακτηριστικό της είναι η επιδερμικότητα των θεμάτων. Μπαίνουμε μετά την κατοχή, στην απελευθέρωση, όπου έρχεται για πρώτη φορά ένα δεύτερο κύμα κοινωνικών ποιητών, φοβερά ενδιαφέρον, με επίκεντρο τους ποιητές του περιοδικού «Κριτική». Το οποίο πολύ πριν να βγει το 1959, είχε βγει ένας προπομπός του, το περιοδικό «Ξεκίνημα» το 1944. Οι βασικοί συνεργάτες του Ξεκινήματος και μετέπειτα της Κριτικής. Δηλαδή ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Κλείτος Κύρου και ο Πάνος Θασίτης. Αυτοί είναι τα τρία πρωτοπαλίκαρα, αυτού που θα λέγαμε: new look, για να μιλήσουμε σαν τους αρχαίους έλληνες. New look (νέα οπτική) στην κοινωνική ποίηση. Κυρίως βέβαια ο Μανώλης Αναγνωστάκης. ο Αναγνωστάκης είναι αυτό που θα λέγαμε, ένα καθημαγμένο πρόσωπο. Με φυλακίσεις, με εις θάνατον, με πολλά πράγματα. Έζησε όλο το διασυρμό της αριστερής παράταξης. Έζησε όλη την κονιορτοποίηση των ονείρων του. Έζησε τον κατατρεγμό από τους ίδιους του τους συντρόφους. Πολλά και φρικτά πράγματα. Δεν υπήρχαν περιθώρια για να μαϊμουδίζει τα άρθρα του Ριζοσπάστη. Αυτός είχε κάποιες πληγές που μάτωναν και απ’ αυτές έβγαινε το ποίημα.

Έχουμε λοιπόν την περίπτωση νέων ποιητών, που αντιμετωπίζουν πιο σοβαρά και πιο υπεύθυνα το θέμα της κοινωνικής ποίησης. Εδώ, υπήρξε μία δυσφήμηση αυτής όλης της προσπάθειας απ’ τον Βύρωνα Λεωντάρη, με το να τους χαρακτηρίσει ποιητές της ήττας. Δηλαδή, οι άνθρωποι επέμεναν μέχρι το τέλος να παλεύουν και επειδή δυστυχώς δεν ήταν από τους νικητές, πρέπει να τους κολλήσουμε την ρετσινιά, ποιητές της ήττας; Ο Βύρωνας Λεωντάρης τα είπε αυτά εκ του ασφαλούς κι αφού αντέγραψε τον Αναγνωστάκη. Αυτή η δεύτερη γενιά, είναι πολύ πιο σοβαρή από τους Ρίτσους, με πολύ πιο σοβαρές προτάσεις.

Τρίτο κύμα ερωτικής ποίησης

Ο κύκλος των ποιητών της Διαγωνίου (του περιοδικού «Διαγώνιος»), έχει μερικά βασικά χαρακτηριστικά, από τα οποία το σπουδαιότερο, που κατά τη γνώμη μου δεν προσέχτηκε, είναι ότι εισάγει το στοιχείο του ρεαλισμού, μέσα σε ένα θέμα ποιητικό, όπως είναι ο έρωτας. Κατά κανόνα αυτό το θέμα ήταν άθυρμα της αισθηματολογίας μέχρι τώρα. Μην ξεχνάτε τον Λαπαθιώτη, ποιητή σημαντικότατο, ο οποίος φράκαρε κυριολεκτικά μέσα σε αισθηματολογικά μαντζούνια. Είναι φοβερές πεπονόφλουδες αυτά τα πράγματα. Έρχεται λοιπόν αυτή η σχολή της Θεσσαλονίκης, να πει: Τι θέλετε, ερωτική ποίηση; Δεν είναι ερωτική ποίηση το να πω «σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς, αχ τι ωραία που είναι τα μαγουλάκια σου.» Όχι βέβαια, αστεία πράγματα. Καταντούν παιδαριώδη. Οι ποιητές λοιπόν της Θεσσαλονίκης, εισάγουν το μοτίβο ενός ρεαλισμού.

Όπως οι κοινωνικοί ποιητές, σαν τον Αναγνωστάκη, κατηγορήθηκαν ως ποιητές της ήττας, εμείς οι ερωτικοί ποιητές, κατηγορηθήκαμε ως «ωμοί». Πρόκειται για μία πρόταση λοιπόν αρκετά σοβαρή, που είχε αρκετά μεγάλη απήχηση. Αλλά εκείνο που θα ενδιέφερε, δεν είναι ούτε η θεματική: ο έρωτας. Ούτε η εκφραστική: ο ρεαλισμός. Αλλά ένα νέο στοιχείο σε αντιπαραβολή με κάτι παράλληλο,που εισήγαγε ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Ο Αναγνωστάκης έχει Καρυωτακικές καταβολές, δεν πρόκειται απλώς για μια νεανική μίμηση. Ο Αναγνωστάκης παιδεύτηκε να βρει κάποιον οδηγητή, όχι βέβαια τον Μαγιακόφσκι. Κάποιον που θα τον καθοδηγούσε στο πώς να ρεγουλάρει τα βήματά του. Έψαχνε κάποιον αρχηγό μέσα από την ελληνική παράδοση. Ο Αναγνωστάκης θα μπορούσε να έρεπε προς τον Καβάφη, γιατί ο Καβάφης μας είχε δώσει ένα σοβαρό παράδειγμα. Είναι γνωστό βέβαια πως ο Αναγνωστάκης έχει μιμηθεί τον Καβάφη. Είχε μία τρομερή αντιπάθεια για τον Καβάφη την οποία δεν την έκρυβε. Ήταν ομοφυλόφιλος ο Καβάφης ενώ ο Αναγνωστάκης ήταν άντρας με μουστάκια. Έτσι λοιπόν δεν θα μπορούσε ένας άντρας με μουστάκια να μιμηθεί έναν ομοφυλόφιλο. Απεκλείσθη η περίπτωση Καβάφη και μη υπάρχοντας κανένας άλλος αρχηγός, ο Αναγνωστάκης ρίχτηκε κανονικά και σωστά στις αγκαλιές του Καρυωτάκη. Ο οποίος παρά τα παλαιότερα δάνεια του, έδωσε έναν κανόνα σοβαρής ελληνικής παράδοσης, μέσα στις ρίζες της ελληνικής παράδοσης του μεσοπολέμου. Παράλληλα με τον Αναγνωστάκη και χωρίς καλά-καλά να ξέρω, αντιμετώπισα κι εγώ το ίδιο θέμα. Έτσι λοιπόν, χρησιμοποίησα τον Καβάφη, όχι μόνο ως ένα δάσκαλο αλλά και ως μία πυξίδα, που μπορούσε σωστά να με καθοδηγήσει. Στην ίδια την ελληνική μας παράδοση και μάλιστα τη μοντέρνα, υπήρχαν ακόμη δυνατότητες να ξεφύγουμε τον υποχρεωτικό μαϊμουδισμό.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ποιητής, Γέννηση: 10 Μαρτίου 1925

Τα δύο αυτά φαινόμενα, η ομάδα του Ξεκινήματος και η ομάδα της Διαγωνίου, έχουν μεγάλη σημασία. Όχι για το τι ποιότητα ποιημάτων γράφτηκε, όσο γιατί, οι θεωρητικές προτάσεις τους επί ενός θέματος, που ανέκαθεν μας έκαιγε και μας έτσουζε, υπήρξαν λίγο πιο σοβαρές και λίγο πιο υπεύθυνες από το να γράφουμε για τα αηδόνια που κελαηδούν στις Πλάτρες. Αν όμως τώρα δούμε σε μια γενική θέαση τα ποιητικά ρεύματα και επιτεύγματα αυτής της τρίτης 25ετίας, διαπιστώνουμε ότι και ο υπαρξισμός, παρόλο που εμφανίστηκε στο διεθνές ψυχομάχημα του υπαρξισμού. Και η κοινωνική ποίηση, η οποία είχε εμφανιστεί προπολεμικά με πολλές επιπολαιότητες –μεταπολεμικά κάποιοι διόρθωσαν την πυξίδα και της δώσανε μια νέα ζωντάνια. Και η λεγόμενη ρεαλιστική, ερωτική ποίηση, η οποία έφερε όμως μια άλλη νότα στην ποίησή μας. Δεν υπήρξαν και τόσο ευκαταφρόνητα κινήματα ώστε να τα παρακάμψουμε. Άλλωστε, είτε θέλουμε είτε δεν θέλουμε, αυτά είναι τα κινήματα που χαρακτηρίζουν την 25ετία.

Η γενιά του ‘70

Η τέταρτη και τελευταία 25ετία, από το 1975 έως τις μέρες μας, έχει ένα κύριο χαρακτηριστικό. Την εμφάνιση της περίφημης γενιάς του ’70. Η οποία ήταν τόσο θορυβώδης και αυτό-διαφημιζόμενη ώστε έπιασε αρκετά και έφερε σε δύσκολη θέση τις επόμενες δεκαετίες. Λέω δεκαετίες γιατί επικράτησε η κακή συνήθεια, κάθε δεκαετία να την βαφτίζουμε γενιά. Έκλεψε το παιχνίδι η γενιά του ’70 από τις επόμενες. Όλες όμως αυτές οι δεκαετίες έχουν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, κατά τη γνώμη μου, σοβαρότατο. Δεν μιμούνται κάποιον συγκεκριμένο ποιητή –όπως έκανε ο Σινόπουλος με τον Πάουντ. Αλλά, όπως έγραψε ένας κριτικός για τον Λευτέρη Πούλιο, είναι μια κρεατομηχανή κι ό,τι βάλει μέσα το αλέθει, το κάνει ποίημα. Δηλαδή, ανοίξαν οι ορίζοντες και έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά. Να επηρεάζονται από πιθανά και απίθανα πρότυπα, ελληνικά, ξένα, γελοία, σοβαρά, φαιδρά, σπουδαία, υπαρξιακά, ερωτικά. Ένα τουρλού μανιφατούρα και απ’ αυτό το πράγμα, άμα θέλεις βγάλε εσύ συμπέρασμα και δυνατότητες. Γιατί μην ξεχνάτε ότι κάθε ποιητής, ακόμη και ο μέτριος, είναι αρκετά σοβαρός ώστε να παίρνουμε στα σοβαρά την περίπτωση του και στα σοβαρά να την συζητούμε. Έτσι λοιπόν, ένα κίνημα το οποίο αναμηρύκασε ποικίλες φωνές και ποικίλες περιπτώσεις, κατάφερε κάτι που κανείς δεν το φαντάζονταν, να εξοντώσει όλους τους προηγούμενους.

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ είναι Ελληνίδα ποιήτρια. Γέννηση: 1939Λευτέρης Πούλιος Ποιητής. Γέννηση:1944

Κυριολεκτικά, μια νέα περίοδος αρχίζει από το 1970, η οποία θέτει στην μπάντα όλες τις προηγούμενες φωνές κα όλες τις προηγούμενες προτάσεις. Όχι ότι δεν υπάρχουν συγγένειες, υπάρχουν, αλλά βρισκόμαστε σε ένα νέο φαινόμενο, που χαρακτηρίζεται από χαμηλές προσωπικότητες και επιμονή στην επιβίωση. Από την γενιά του ’70, εκτιμώ πάρα πολύ την κ. Κατερίνα Αγγελακη-Ρουκ, τον Λευτέρη Πούλιο, υπάρχουν και δυο-τρεις άλλοι. Από τους μετέπειτα υπάρχει ο Μέσκος, ο οποίος εκδιπλώθηκε μέσα από τον πολτό της ανωνυμίας. Τώρα τελευταία, μια παλαιότερη ποιήτρια η Κική Δημουλά, μπόρεσε επιτέλους να ξεχωρίσει, να σταθεί στα πόδια της. Κάνοντας ένα μυστηριώδες κουρκούτι: Καβάφη με στοιχεία του παραλόγου και μάλιστα στοιχεία λεκτικά του παραλόγου. Και είναι βέβαια μια σημαντική περίπτωση η Κική Δημουλά. Γενικά αυτοί οι ποιητές της 30ετίας είναι πάρα πολλοί. Ο καθένας τους έχει πολλά καλά ποιήματα, όχι ότι δεν έχει και το παθητικό τους. ο Λευτέρης Πούλιος έχει αντιγράψει έναν αμερικανό ποιητή τον Ουίτμαν, αγρίως και χυδαία. Αλλά παρόλα αυτά έχουν και τα δικά τους στοιχεία.

Ο σούπερ κριτικός, ο χρόνος, θα χωρίσει τα πρόβατα από τα ερίφια για αυτούς τους ποιητές. Ύστερα από 30 χρόνια δεν ξέρω αν θα υπάρχει ούτε το κοκαλάκι του Λευτέρη Πούλιου.


Ομιλία του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, στο βιβλιοπωλείο της Πάτρας Πολύεδρο, (16-5-2000)