Στιγμιότυπα του Σάμιουελ Μπέκετ

Σάμιουελ Μπέκετ, Ιρλανδός Λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, Γέννηση: 13 Απριλίου 1906

Στιγμιότυπα του Σάμιουελ Μπέκετ

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

«…Ναι, ήμουν ο πατέρας μου συνάμα και ο γιος μου. Ρωτούσα τον εαυτό μου και απαντούσα όσο μπορούσα καλύτερα. Το έλεγα κάθε απόγευμα στον εαυτό μου. Την ίδια ιστορία που ήξερα απ’ έξω και δεν ήθελα να πιστέψω. Ή περπατούσαμε μαζί χέρι-χέρι, βυθισμένοι στους κόσμους μας, ο καθένας στους  κόσμους του. Τα χέρια απολησμονιόνταν πιασμένα

Ο Μπέκετ, ήταν 22 ετών όταν έφυγε από το Δουβλίνο και πήγε στο Παρίσι. Το Δουβλίνο σε σχέση με το Παρίσι και ειδικά η ιδιαίτερη ζωή στο Μονπαρνάς, τα σινεμά, τα θέατρα, η όπερα, έμοιαζε μ' ένα τίποτα. Όλοι οι ποιητές, οι συγγραφείς και οι ζωγράφοι ήταν εκεί. Σε ένα τραπέζι θα μπορούσες να δεις τον Πικάσο, τον Σαγκάλ σε ένα άλλο, τον Αντρέ Μπρετόν και τους σουρεαλιστές σε άλλο. Στην ηλικία των 20, πριν από 26 χρόνια, ο Τζέιμς Τζόις έκανε το ίδιο ταξίδι. Μέσω του ποιητή και επίσης Ιρλανδού Τόμας Μακγκρίβι, ο Μπέκετ σύντομα συναντήθηκε με τον Τζόις κι εντυπωσιάστηκε βαθύτατα. Ο Τζόις άσκησε επάνω του τεράστια επίδραση, τέτοια που φαινόταν ότι δεν θα την ξεπεράσει ποτέ. Ο Τζόις ήταν πολύ ισχυρός, γράπωνε τους ανθρώπους. Το «Whoroscope» του Μπέκετ, ήταν εντελώς «τζοϊσικό».

Ο Μπέκετ σε ηλικία 24 χρονών επέστρεψε στο Δουβλίνο το 1930. Ορίστηκε λέκτορας στα γαλλικά, στο Κολέγιο Τρίνιτι. «Ήμασταν όλοι στις θέσεις μας όταν ήρθε και μπήκε με τον αέρα του λέκτορα. Η αίθουσα ήταν πολύ μικρή, με περίπου τρεις σειρές από θρανία κι η έδρα του ήταν πολύ κοντά στη μπροστινή σειρά, οπότε, αντί να κοιτάζει όλους τους μαθητές, πάντα γύριζε στο πλάι, με την πλάτη στο παράθυρο. Μιλούσε κοιτάζοντας στη γωνία της αίθουσας, αντί να κοιτάζει τα πρόσωπα των μαθητών μπροστά του. Το δωμάτιο του στην οδό Κλαιρ, ήταν θολό απ’ τον καπνό των τσιγάρων. Είχε ένα τραπέζι γεμάτο βιβλία και χαρτιά και σκέτο καφέ πάνω στο γραφείο του. Φυσικά και μια τεράστια στοίβα τσιγάρων, γιατί κάπνιζε συνεχώς. Ωστόσο ήταν πολύ πιο άνετος απ’ ό,τι στα μαθήματα. Μπορούσε να συζητήσει φυσιολογικά και κατάλαβα όλα όσα μου είπε.»

«Μέρα με τη μέρα μπορούσες να τον δεις, να βαδίζει αργά στο νησάκι, ώρα με την ώρα, με το μακρύ μαύρο παλτό του, ό,τι καιρό κι αν είχε και το παλιομοδίτικο καπέλο σε στιλ Καρτιέ Λατέν. Χωρίς να ανταλλάσσουν λέξη, σιγά-σιγά έγιναν σαν ένα


Ο θάνατος του πατέρα του, τον επηρέασε περισσότερο από όσο θα περίμενε κάποιος. Από τότε και στο εξής, ήταν σε μια διαρκή εσωτερική αναζήτηση και αυτό τον βοήθησε στο γράψιμο. Διότι εξέφρασε την εσωτερική θλίψη και την απώλεια. Έδειχνε δυστυχισμένος μετά από αυτό στη Γαλλία. Το διάστημα που έκανε την δημιουργική του δουλειά, προσπαθούσε να εξωτερικεύσει αυτό που είχε μέσα του, αυτό που τον ενοχλούσε. Συντετριμμένος από το θάνατο του πατέρα του, έγραψε στον Μακγκρίβι: «Στη μνήμη μου επιστρέφουν όλα τα μικροπράγματα, ένα πλήθος αναμνήσεων. Δεν μπορώ να γράψω γι’ αυτόν. Μπορώ μόνο να περπατάω στα λιβάδια και να διασχίζω τις χαράδρες πίσω του.»

Ο Μπέκετ αργότερα πήγε στο Λονδίνο όπου πέρασε δύο άθλια χρόνια. Θλιμμένος και μπερδεμένος, έγραψε μια ποιητική συλλογή και άρχισε να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Μέρφι». Πήγαινε συχνά στο Χάιντ Παρκ, περπατούσε ή ξάπλωνε στο χορτάρι και σκεφτόταν το μυθιστόρημά του. Ήταν το πρώτο που δημοσιεύτηκε, το 1938, αλλά τα πιο πολλά κομμάτια καταστράφηκαν το 1940 στους βομβαρδισμούς. Ο χαρακτήρας του Μέρφι ήταν βασισμένος στον ίδιο τον Μπέκετ. Πολύ αστείο βιβλίο, αλλά ταυτόχρονα και μαύρο, επειδή ο Μπέκετ περνούσε μια άσχημη περίοδο. Δεν ήταν σίγουρος αν θα τα καταφέρει ως συγγραφέας και δεν ήξερε πόσο μεγάλο ταλέντο διέθετε. Πέρασε μια περίοδο ανησυχίας για το ταλέντο του, ακόμη και για την πνευματική του υγεία. Η οικογένειά του, που ήταν απολύτως φυσιολογική, δεν μπορούσε να εξηγήσει πως προέκυψε αυτός ο άνθρωπος, που ήθελε μόνο να φεύγει και να γράφει. Να γράφει με ένα τρόπο που δεν καταλάβαινε κανείς. Δεν τον δέχτηκε το λογοτεχνικό κατεστημένο του Δουβλίνου, γιατί ούτε εκείνοι τον καταλάβαιναν. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια θα ήταν τα πιο δημιουργικά του. Μέσα σε μια δεκαετία έγραψε και εξέδωσε μία τριλογία και με το έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό» απέκτησε κοινό σε όλον τον κόσμο.

«Τα αλλά μου κείμενα με αηδιάζουν μόλις στεγνώσει το μελάνι, αλλά το επιτύμβιό μου έχει ακόμα την έγκρισή μου. Υπάρχουν δυστυχώς λίγες πιθανότητες να υψωθεί ποτέ πάνω από το κρανίο που το συνέλαβε, εκτός κι αν αναλάβει το θέμα η πολιτεία. Αλλά για να ξεθαφτώ, πρέπει πρώτα να βρεθώ και φοβάμαι πως αυτοί οι κύριοι θα δυσκολευτούν τόσο να με βρουν νεκρό, όσο και ζωντανό. Οπότε με βιασύνη το καταγράφω αυτή τη στιγμή, όσο υπάρχει ακόμα χρόνος. Ενθάδε κείται αυτός που η ζωή του ήταν τέτοιος θάνατος αργός ώστε έζησε ως τώρα.»

Ανάμεσα στο ’46 και στο ’49, μετά τον πόλεμο και τις απώλειες φίλων, σε ένα Παρίσι αλλιώτικο πλέον, άρχισε να γράφει πυρετωδώς. Λες και αυτό το γεγονός τον ξύπνησε, γιατί ως τότε, πολλοί τον κατηγορούσαν πως παρά τα ταλέντο του, ήταν οκνός. Ήταν τέτοιο το ξέσπασμα, που η γυναίκα του ήταν πολύ ανήσυχη, γιατί έγραφε μέρα και νύχτα και φοβόταν μην καταρρεύσει.

Εικόνα χειρόγραφο του πρώτου μυθιστορήματος του Σάμιουελ Μπέκετ

«Όλη αυτή η δουλειά του αγώνα να τελειώσω πριν πεθάνω. Έχω λέξεις να πω, μια αλήθεια να αποκαλύψω, να την πω πριν τελειώσω μια επιβλητική αποστολή κάποτε γνωστή, καιρό παραμελημένη και τελικά ξεχασμένη. Να δράσω πριν πάψω να μιλάω, πριν πάψω να ακούω. Τα εφεύρα όλα με την ελπίδα ότι θα παρηγορηθώ, ότι θα με βοηθήσουν να προχωρήσω σαν κάποιον στον δρόμο, που κινείται ανάμεσα σε μια μεριά και ένα τέλος κερδίζοντας έδαφος, χάνοντας έδαφος να χάνεται, αλλά κάπου στη διαδρομή να προπορεύεται. Όλα ψέματα. Δεν έχω τίποτα να κάνω, τίποτα συγκεκριμένο να πω. Πρέπει να μιλήσω, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Είμαι κουρασμένος, προφανώς από το υπερβολικό γράψιμο. Ένα βιβλίο διηγημάτων, δύο νουβέλες κι ένα έργο, σε 2 χρόνια. Παίρνουν τη συνηθισμένη πορεία τους και δεν ακούω πολλά για αυτά.»

Ο Μπέκετ επέμενε ότι τα βιβλία του: «Μολόι», «Ο Μάλον πεθαίνει» και «Ο Ακατανόμαστος», έπρεπε να εκδοθούν ως τριλογία ή καθόλου. Σε κάθε βιβλίο της τριλογίας, ο Μπέκετ κατέβαινε χαμηλότερα. Ένιωθε ότι βρισκόταν σε αδιέξοδο, έψαχνε είπε, για κάποιο «κατοικήσιμο» μέρος. Το βρήκε στη σκηνή. Βρήκε στο θέατρο ένα τρόπο να δημοσιοποιεί το δικό του χιούμορ και την ευσπλαχνία. Απ’ το Παρίσι το «Περιμένοντας τον Γκοντό» σύντομα έκανε το γύρο του κόσμου, εδραιώνοντας τον Σάμιουελ Μπέκετ, ως τον πιο αυθεντικό και διαμορφωτικό δραματοποιό του αιώνα. Η πρώτη αγγλική έκδοση μεταφράστηκε από τον ίδιο. Υπήρξαν τόσες διαφορετικές ερμηνείες για το νόημα του Γκοντό, όσες και το κοινό που είδε τις παραστάσεις. Ο ίδιος ο Μπέκετ, θεωρούσε το έργο αυτό, τραγική κωμωδία. Το Περιμένοντας τον Γκοντό, ήταν γνωστό στον αθλητισμό, ως όρος, όσο και στον κόσμο του θεάτρου. Οι αθλητικοί ρεπόρτερ, εκτίμησαν τον Μπέκετ νωρίτερα από τους ανθρώπους του πνεύματος. Καταλάβαιναν την αναμονή για το σπουδαίο γεγονός, που τελικά δε συνέβαινε. Είχαν ήδη περάσει τα χρόνια και ο Μπέκετ δεν ήταν πια νέος. Ήταν ήδη 50 χρονών, όταν άγγιξε την ευαισθησία και τη γνώση όλης της Αμερικής.

«Η επιτυχία κι η αποτυχία δε με ένοιαζαν ποτέ. Στην ουσία νιώθω πιο οικεία με την τελευταία, αναπνέοντας τον ζωογόνο αέρα της σ’ όλη τη συγγραφική ζωή μου, μέχρι και πριν δύο χρόνια.»

Αβιγκντόρ Αρίκα: Η δουλειά του μ’ επηρέασε τόσο, όσων άλλων όταν ήμουν 16 χρονών. Βλέπετε, δεν ήταν μια λογοτεχνική εμπειρία, ήταν μια εμπειρία οράματος και σοφίας. Ήξερα τότε, ότι αυτός ο άντρας ήταν από αυτούς, που βλέπουμε μια φορά στα 500 χρόνια. Και μετά τον συνάντησα και δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ήταν ακριβώς έτσι, θα τον σύγκρινες με τον Πετράρχη, τον Δάντη ή τον Γκαίτε. Σπάνια ανά τους αιώνες εμφανίζεται κάποιος σαν αυτόν, ένας πνευματικός κρύσταλλος, που η ηθική και η αισθητική τήκονται. Ποτέ δεν αντιμετώπισε το Νόμπελ ως επιτυχία. Πίστευε ότι ήταν παρανόηση. Έλεγε πολλές φορές: «Έγινε παρανόηση, αυτά τα πράγματα δεν συνεπάγονται επιτυχία.» Το πήρε με μια αίσθηση πίκρας.

Σκίτσο του Μπέκετ από τον Αβιγκντόρ Αρίκα

Είχε ένα τηλέφωνο, μια λάμπα πάνω στο γραφείο και ένα πολύ μεγάλο καλάθι για να πετάει χαρτιά. Υπήρχαν πολλά βοηθήματα και λεξικά, ένα αντίγραφο του λεξικού του Τζόνσον και ένα αντίγραφο της Βίβλου σε πολλές γλώσσες. Εκτός από τα αντίγραφα των δικών του βιβλίων, που χρειαζόταν για αναφορές, υπήρχαν πολλά βιβλία του Τζόις και πλήθος βιβλίων σχετικά με τον Σάμιουελ Τζόνσον. Αυτό που εκπλήσσει, είναι ότι κοιτώντας από το παράθυρο του, έβλεπε την φυλακή ντε λα Σαντέ. Είναι ακριβώς απέναντι και ο κόσμος ισχυρίζεται ότι γι’ αυτό επέλεξε αυτό το σπίτι.

Η γυναίκα του, η Σουζάν, ήθελε να μείνει στην αφάνεια. Έκανε μόνο ότι χρειαζόταν για τα έργα του Σάμιουελ, γιατί δεν ξέχασε ποτέ την εποχή, που γύρναγε με το χειρόγραφο του Περιμένοντας τον Γκοντό, το οποίο είχε καταλήξει να είναι το χειρόγραφο, που απέρριπταν ξανά και ξανά. Το χειρόγραφο όμως αυτό ήταν που τη δικαίωσε. Όταν το έργο σημείωσε επιτυχία, οι ίδιοι άνθρωποι που το απέρριπταν άρχισαν τις κολακείες. Δεν μπορούσε να το αποδεχτεί. Η Σουζάν είχε επίσης και ένα άλλο ρόλο. Όλοι καταλάβαιναν ότι ο Σάμιουελ, δεν έβλεπε τα έργα του στη Γαλλία ή στο εξωτερικό και ότι η Σουζάν ήταν ο εκπρόσωπός του. Ο Μπέκετ έκανε τη μοναδική του επίσκεψη στην Αμερική το 1964, πέρασε τον Ατλαντικό για να επιβλέψει το «Φιλμ», μια κινηματογραφική του δουλειά, με πρωταγωνιστή τον Μπάστερ Κίτον. Σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν το Πάτρικ Μαγκί για πρωταγωνιστή αλλά δεν μπορούσε, αργότερα προσπάθησαν να πάρουν τον Τσάρλι Τσάπλιν, ο οποίος δεν ήταν διαθέσιμος και μετά ο Σάμιουελ σκέφτηκε τον Μπάστερ Κίτον.

«Όλα τα παλιά. Τίποτα άλλο. Όλα δοκιμασμένα. Πάντα αποτυχημένα. Δεν έχει σημασία. Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα.»

Του άρεσε να πίνει με φίλους και να περιπλανιέται στα μπαρ του Παρισιού. Να παρακολουθεί στην τηλεόραση ράγκμπι και γκολφ. Του άρεσε να περπατά στους κήπους του Λουξεμβούργου και λάτρευε να μπερδεύεται μέσα στα φύλλα. Έλεγε ότι του θύμιζε την παιδική του ηλικία. Μιλούσε τρυφερά για την παιδική του ηλικία. Του άρεσε η μουσική και η ποίηση. Τα απογεύματά του άρχιζαν ή τελείωναν με μουσική, με λίντερ του Σούμπερτ, τρία-τέσσερα λίντερ. Τον απασχολούσε πολύ κι η αντίληψη του χρόνου. Η ηχογράφηση ουσιαστικά διατηρεί το χρόνο κι αυτό τον άγγιξε. Η συνειδητοποίηση πως, όταν ηχογραφείς μια φωνή σε μια κασέτα, αυτή η φωνή μένει ζωντανή για πάντα, ενέπνευσε τον Μπέκετ να γράψει το έργο «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ». Ο Κραπ, σε κάθε του γενέθλια ηχογραφεί μια σύνοψη της χρονιάς. Και φυσικά, είναι σε μεγάλο βαθμό ένα αυτοβιογραφικό έργο. Υπάρχουν πολλά επεισόδια σε αυτό, που είναι γνωστό ότι συνέβησαν στον ίδιο τον Μπέκετ, όπως ο θάνατος της μητέρας του και άλλα.

Πάτρικ Μαγκί, σε σκηνή από το: «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ»

Μέχρι το τέλος του χρόνου του, είχε καλή μνήμη. Μιλούσε για τα βουνά Γουίκλο σαν να τα ‘χε ζωγραφίσει και να κράτησε μια φωτογραφία αυτής της ζωγραφιάς για πάντα στη μνήμη του. Σχεδόν κάθε δουλειά του από το 1970 και μετά, έδινε την αίσθηση της τελευταίας δουλειάς. Πάντα έμοιαζε να έκλεινε τον κύκλο. Μετά κατάφερνε να γράψει λίγο ακόμα, να το πάει παραπέρα. Είπε κάποτε ότι το μόνο προσπαθούσε να κάνει ήταν να σταθεί μπροστά από το βράχο και να τον σπρώξει λίγο ακόμα πιο πέρα. Σε όλη του τη ζωή πίεζε τη δημιουργικότητά του, κάνοντας λίγη ακόμα λογοτεχνία, διευρύνοντας περισσότερο τις ανθρώπινες καταστάσεις. Περιέγραφε τη δυσκολία της δουλειάς του, σαν τις γραμμές ενός V που σύγκλινε κι ότι αυτός στριμωχνόταν στις γραμμές αυτές, δεν μπορούσε να ξεφύγει.

«Πουθενά συγκεκριμένα. Από το Α ως το Ω. Αυτός ο αγαπημένος παλιός δρόμος. Κάπου στο δρόμο του Μπάλιογκεν από το Α ως το Ω. Με το κεφάλι κάτω, ανεβαίνω ως το χείλος του ορύγματος. Τα ρίζα των λόφων αριστερά. Μπροστά οι αγροί του Κρόκερ. Η σκιά του πατέρα στα δεξιά και λίγο προς τα πίσω. Βγήκαμε το ξημέρωμα και τώρα πέφτει η νύχτα. Κλείσαμε τους λογαριασμούς, δίχως τίποτα καινούριο

Παραγωγή: Βουλή Τηλεόραση
Μετάφραση/Απόδοση: Αγγελική Δορκοφίκη