Σλάβοϊ Ζίζεκ: «…ο πιο κακός σε όλη την κοιλάδα»

Σλάβοϊ Ζίζεκ είναι Σλοβένος φιλόσοφος και κριτικός θεωρητικός, Γέννηση: 21 Μαρτίου 1949


Σλάβοϊ Ζίζεκ: «…ο πιο κακός σε όλη την κοιλάδα»

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Διανοούμενοι

Δεν είμαι τόσο με την διανόηση του Σωκράτη, ούτε και με τον Πλάτωνα. Ας ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα. Είναι πολύ της μόδας να λέει κανείς, πόσο σήμερα όλα είναι εμπορευματοποιημένα και εξαρτωμένα από τα μίντια, τόσο  που δεν έχουμε πια πραγματικούς διανοούμενους. Ορισμένοι Αμερικάνοι που σιχαίνονται τον μεταμοντερνισμό, λένε ότι η δεκαετία του ’50, ήταν η χρυσή εποχή με τους πραγματικούς διανοούμενους. Τώρα, αυτοί οι «παλιοί φίλοι» έχουν πεθάνει. Ας είμαστε όμως ειλικρινείς, δεν νομίζω ότι υπήρξε κάποια παλιά, χρυσή εποχή, όπου οι διανοούμενοι είχαν απήχηση στην πλειοψηφία του πληθυσμού. Κι ούτε τα πάμε τόσο άσχημα σήμερα και θα σας πω το γιατί. Επειδή στη σκοτεινή περίοδο που ζούμε, ένα πράγμα μπορεί να μας δώσει ελπίδα. Ζούμε σε πολύ αινιγματικούς καιρούς. Δείτε τις διαμάχες σχετικά με τις εκτρώσεις, το τι κάνουμε με την βιογενετική κτλ. Είναι ξεκάθαρο ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση, όπου οι παλιοί ηθικοί κανόνες, απλώς δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Δεν μπορούμε να διαβάσουμε τον Αριστοτέλη και τον Θωμά Ακινάτη και να αποφασίσουμε αν θα πρέπει να κάνουμε επέμβαση εγκεφάλου, ώστε να αλλάξουμε κάποιες εγγενείς ιδιότητες ή όχι. Με άλλα λόγια, για να πάρει κάποιος θέση στο δημόσιο διάλογο, αναγκάζεται να απαντήσει σε φιλοσοφικά ερωτήματα και σ’ αυτούς τους αινιγματικούς καιρούς, η φιλοσοφία γίνεται μια κοινή υπόθεση και θα σας το αποδείξω. Εμείς οι διανοούμενοι, έχουμε πραγματικά παραμελήσει τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα. Προτιμούμε την ιστοριστική ανάλυση κ.ο.κ. και ξέρετε πως μας εκδικούνται οι άνθρωποι; Μέσα από τη μεγάλη δημοφιλία, των νέων βιβλίων για την κοσμολογία και τον δαρβινισμό. Το τελευταίο βιβλίο του Στέφεν Χόκινγκ, μιλάει για την προέλευση του κόσμου, αν την γνωρίζουμε, αν υπάρχει ελευθερία, αν υπάρχει Θεός. Αν μη τι άλλο, ο 21ος αιώνας –και ο Νίτσε είχε δίκιο στις προβλέψεις του, θα είναι μεταφυσικός, υπό την έννοια ότι οι μεγάλες μεταφυσικές διαμάχες θα επιστρέψουν δριμύτερες. Έτσι λοιπόν δεν είμαι τόσο απαισιόδοξος.

Κληρονομιά

Ακόμη ένα πράγμα που θέλω να σημειώσω. Μου αρέσει η συνύπαρξη του Παρθενώνα και του Μουσείου, στην Αθήνα. Μου είπαν ότι υπάρχει ένα μεγάλο παράθυρο μέσα στο μουσείο, απ’ όπου μπορείς να δεις την Ακρόπολη. Αυτό άρα συμβαίνει μέσα από ένα πλαίσιο. Σκέφτομαι λοιπόν: έχουμε άραγε επίγνωση, πως ακόμα και όταν δεν βρισκόμαστε στο μουσείο, βλέπουμε την Ακρόπολη με αυτόν ακριβώς τον τρόπο; Φανταστείτε κάποιον εντελώς βάρβαρο, όχι με την ρατσιστική έννοια, αλλά απλώς με την έννοια κάποιου που δεν ξέρει τίποτε για την Αρχαία Ελλάδα. Θα έλεγε: «Ενδιαφέρον, αλλά τίποτε το ιδιαίτερο. Είναι απλά μερικά ερείπια.» Χρειάζεσαι ολόκληρο το πλαίσιο του πεπρωμένου της Ευρώπης, του θεμελίου της Ευρώπης, για να θαυμάσεις την Ακρόπολη. Μ’ έναν τρόπο, μ’ αρέσει αυτό. Μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε πως κάθε φορά που κοιτάζουμε ερείπια, ανεξάρτητα από το πόσο αυθεντικά είναι, για να ενθουσιαστούμε από αυτά χρειαζόμαστε το πλαίσιο. Και η πραγματική ιδεολογική πάλη, είναι η πάλη γι’ αυτήν την πλαισίωση. Είναι της μόδας να λέμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες αποτελούν έναν ευρωπαϊκό, ιμπεριαλιστικό μύθο, ότι στην πραγματικότητα ήταν Αιγύπτιοι ή οτιδήποτε άλλο. Όχι! Οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν ορισμένα συγκλονιστικά πράγματα. Αλλά να παλέψουμε για ποιο πράγμα; Δυστυχώς, σήμερα αν μιλήσεις για την αρχαία ελληνική και γερμανική –ειδικά αν είσαι Γερμανός- παράδοση, θεωρείσαι ρατσιστής, εθνικιστής. Έτσι λοιπόν πρέπει να παλέψουμε για την κληρονομιά. Πώς να παλέψουμε; 

Η ελληνική κληρονομιά δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα άτομο. Έχουμε τον Σωκράτη, τον Διογένη και τον ελαφρά διαφορετικό από τον Σωκράτη, Πλάτωνα. Ξέρετε που είναι η διαφορά; Ο Σωκράτης, ο αυθεντικός Σωκράτης, ο Σωκράτης σε νεαρή ηλικία, για να χρησιμοποιήσω όρους ψυχανάλυσης, ήταν μια φιγούρα καθαρής υστερικοποίησης. Είναι γνωστός για το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», που δεν σημαίνει ότι ήταν βλάκας. Με αυτό εννοούσε πως, όταν ισχυρίζεσαι ότι γνωρίζεις κάτι, να υπονομεύεις εσύ ο ίδιος τα επιχειρήματά σου. Να είσαι δηλαδή συνεπής. Ο Πλάτων όπως ξέρουμε προχώρησε παραπέρα. Και θέλω να τονίσω, ιδιαίτερα σήμερα, την συμπάθεια μου στον Πλάτωνα. Κάτω από την ατυχή επιρροή του Λένιν και κάποιων άλλων, είναι της μόδας να αντιπαραθέτουμε τον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη, σαν τον κακό τύπο ενάντια στον καλό. Ξέρετε, ο Πλάτων, η αριστοκρατία, το μίσος για τη δημοκρατία, είναι αλήθεια. Αλλά ας μην ξεχνούμε ποτέ δυο πράγματα. Πρώτον, στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα, δεν υπάρχει χώρος για σκλάβους. Δεν τους χρειάζεται. Ο Αριστοτέλης ήταν αυτός που έλεγε όλα αυτά τα πράγματα, ότι οι σκλάβοι ήταν ομιλούντα εργαλεία κτλ. Δεύτερον, ο Πλάτων έλεγε, ότι είναι καθαρά ενδεχομενικό το γεγονός, ότι υπάρχουν περισσότεροι άνδρες σε θέσεις εξουσίας απ’ ότι γυναίκες. Είπε ότι, σε μια ιδανική κοινωνία, το φύλο δεν θα πρέπει να αποτελεί λόγο διαχωρισμού. Οι γυναίκες δεν θα έπρεπε να αποκλείονται από τις θέσεις εξουσίας. Λοιπόν, για μισό λεπτό, είπε: Όχι σκλάβοι, ισότητα για τις γυναίκες! Σήμερα φυσικά για αρκετούς αριστερούς, κυρίως για τους αναρχικούς, η πιο συμπαθητική φιγούρα θα ήταν ο Διογένης. Πιστεύω ότι είναι μια διφορούμενη μορφή. Από τη μία, είναι καλό να υπάρχει κάποιος ο οποίος, με την ίδια την παρουσία του υπονομεύει την πομπώδη αυθεντία του λόγου της εξουσίας. Ήταν ικανός, με τον τρόπο που εγώ φαντάζομαι τον Διογένη, να κάνει κάτι που σύμφωνα με την εμπειρία μου, μόνο οι γυναίκες μπορούν να κάνουν. Μόνο μια γυναίκα μπορεί, να σε κοιτάζει με ένα βλέμμα ούτε καν διαβολικό, αλλά συγκαταβατικό και σκεπτικό, και σε ένα δευτερόλεπτο έχεις διαλυθεί. Σαν να σου λέει: «Τι αηδίες λες;» Αυτή είναι η καλή πλευρά, ο υγιής κυνισμός. Από την άλλη, ας μην ξεχνούμε ποτέ, ότι ο κυνισμός είναι το κύριο μέσο λειτουργίας των διεφθαρμένων εξουσιών. 

Ο Peter Sloterdijk, που δεν είναι σαν κι εμάς, είναι δεξιός, αλλά έξυπνος δεξιός –και θα έπρεπε να είναι κόκκινος. Στο βιβλίο του «Κριτική του κυνικού λόγου» εισάγει έναν όμορφο διαχωρισμό ανάμεσα στον αυθεντικό κυνισμό και τον κυνισμό. Το λέει καθαρά, ότι ο αυθεντικός κυνισμός είναι το όπλο των στερημένων, των φτωχών. Ο αφέντης σου κάνει το ιδεολογικό κήρυγμα κι εσύ λες: «Χα χα, για δες ποιος σου μιλάει!» Ο κυνισμός αντιθέτως, αφορά εκείνους που είναι στην εξουσία και που κρυφά σπάνε πλάκα με την ίδια την ιδεολογία τους. Αυτή η γραμμή διαχωρισμού είναι κρίσιμη, επειδή ειδικά σήμερα, που ο τρόμος δεν είναι ο ευθύς κρατικός τρόμος, νομίζω δεν είναι παραγωγική η θέση του Διογένη, εκείνη του κυνικού απ’ έξω. Γιατί το ίδιο το σύστημα, μας επιτρέπει να είμαστε ημί-απομονωμένα άτομα και έτσι λειτουργούμε άψογα. Υποστηρίζω λοιπόν περισσότερο τον Σωκράτη. Μπορείτε να σκεφτείτε κάτι τόσο υπέροχο, όπως τον Σωκράτη να αντιμετωπίζει τον Μπους; Να του λέει: «Πηγαίνεις στο Ιράκ, να επιβάλλεις τα ανθρώπινα δικαιώματα; Ωραία, όρισε το -ανθρώπινα!-» Ο Σωκράτης θα είχε διαλύσει τον Μπους σε πέντε λεπτά.

Η πρόκληση

Η γενική οπτική μου, στρέφεται περισσότερο προς τον κοινωνικό έλεγχο, την οργάνωση κτλ. Έχω αυτή την βαθιά δυσπιστία απέναντι στις καρναβαλικές αποσυνθέσεις της κοινωνικής τάξης (order). Δε συμπαθώ τους αριστερούς, που τους αρέσει αυτή η εκστατική στιγμή μια φορά στα είκοσι χρόνια, που σου δίνει το δικαίωμα να πεις στα παιδιά σου «ήμουν κι εγώ εκεί». Κι έπειτα να γίνει ένας συνηθισμένος, διεφθαρμένος επιχειρηματίας, ή κάτι παρόμοιο. Μου αρέσει η αριστερά που σκέφτεται τι θα γίνει την επόμενη ημέρα, όταν θα είναι νηφάλια ώστε να εισάγει μια νέα τάξη. Αυτό είναι που χρειαζόμαστε διακαώς σήμερα. Πρόκειται για μία πρόκληση στην καθαρή της μορφή, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα. Δεν είναι απλώς μια διαμαρτυρία. Θα βρεθείτε μπροστά στην πρόκληση του: τι προσφέρουμε; Δε λέω ότι ο αγώνας είναι μάταιος, άσκοπος. Δεν επαναλαμβάνω το λάθος που συναντούμε σε διάφορους μεταμοντέρνους, από τον Αντόρνο μέχρι τον Αγκάμπεν, ότι η κοινωνία σήμερα είναι μονοδιάστατη, ότι δε μπορεί να κάνει κάποιος κάτι. Ακόμη και στην υπάρχουσα παγκόσμια τάξη, έχουμε πολύ περισσότερο έδαφος για να ελιχθούμε. Απλά πρέπει να βρεις το δρόμο σου. Το να λες, αυτό που λένε ορισμένοι αριστεροί, ότι ο καπιταλισμός θριάμβευσε και ότι τα επόμενα είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι πολιτιστική κριτική, να απολαμβάνουμε τα προνόμιά μας και να «σκιαγραφούμε» μια σκοτεινή εικόνα, είναι μάταιο. Όχι! Η Ελλάδα συμβολίζει πολύ καθαρά αυτό που λέμε «Θεέ μου,  είμαστε υποχρεωμένοι να δράσουμε.». Δεν είναι ολόκληρη η Ελλάδα σήμερα, μια Κασσάνδρα για την Ευρώπη; Μπορείς να το δεις αυτό στις αντιδράσεις των Ευρωπαίων. Πρώτα σας ενέπαιζαν λέγοντας «χα, χα, οι τεμπέληδες Έλληνες.» Τώρα, βρίσκονται μάλλον σε πανικό, αφού σας σκέφτονται ως την έναρξη μιας διαδικασίας που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Πιστεύω ότι η ηθική πρόκληση είναι τεράστια. Εμείς οι αποκαλούμενοι ριζοσπαστικοί διανοούμενοι, μήπως δεν είχαμε συνηθίσει να ζούμε για πολύ καιρό, σε αυτήν την σχετικά άνετη κατάσταση; Ξέραμε ότι γύρω μας υπάρχει ένας άσχημος κόσμος, αλλά είχαμε κανονίσει για τους εαυτούς μας καλές θέσεις στο Πανεπιστήμιο. Δεν τα πήγαμε και τόσο άσχημα. Και βέβαια, για να ζεις ήσυχα με την συνείδησή σου, σκιαγραφείς την ζοφερή εικόνα, αλλά εξακολουθείς να ζεις σε αυτήν. Τώρα όμως, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι.

Μουσακάς και Μακαρόνια

Πάντα τονίζω ότι, η μπαρτλεμπιανή μου αρχή, στηρίζεται στην προσωπική μου εμπειρία. Πολύ συχνά παρατηρώ, ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος του να είσαι ένας κριτικός διανοούμενος, που ταιριάζει τέλεια και νομιμοποιεί την υπάρχουσα τάξη. Είμαι πολύ ανοιχτός όταν οι άνθρωποι μου λένε «Είστε ασυνεπής. Μερικές φορές μιλάτε για μπαρτλεμπιανή πολιτική, άλλες για μικρά ορθολογικά βήματα κι άλλες ακούγεστε επαναστατικός σαν τον Μπακούνιν.» Η απάντησή μου είναι «Μα γιατί να διαλέξουμε;» Υπάρχουν ξεκάθαρα περίοδοι ,όπου εκείνοι που βρίσκονται στην εξουσία, προκειμένου να μονιμοποιήσουν την θέση τους, δεν αρέσκονται σε τίποτε περισσότερο παρά σε αυτού του είδους την ανεξάρτητη κριτική, η οποία δικαιολογεί ή νομιμοποιεί, άμεσα ή έμμεσα την εξουσία τους. Σε τέτοιες εποχές, είναι καλό να αρνείσαι τον διάλογο και να παραμένεις σιωπηλός, η σιωπή γίνεται απειλητική. Για παράδειγμα, όταν στη Σλοβενία οι κομμουνιστές άρχισαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, να χάνουν. Θυμάμαι που μας καλούσαν συνέχεια να πάμε στην Κεντρική Επιτροπή, και όταν τους αγνοούσαμε πανικοβάλλονταν. Δεν είχαμε κανένα εναλλακτικό σχέδιο να αδράξουμε την εξουσία. Έπειτα, υπάρχουν στιγμές που –και αυτός είναι για ‘μένα ο καλύτερος τυπικός ορισμός της επαναστατικής κατάστασης- σε συνηθισμένες εντάσεις, αυτή η αντί-ουτοπική σκέψη είναι χρήσιμη. Άλλες φορές όμως, αν και σπάνια, υπάρχουν καταστάσεις όπου, ακόμη και για να λύσεις ένα μικρό πρόβλημα, πρέπει να κάνεις κάτι μεγάλο. Και, μερικές φόρες, υπάρχει περιθώριο και για πραγματισμό. Εδώ μπορούμε να αναφερθούμε στον Μακιαβέλι, που το γνώριζε αυτό. Ότι δηλαδή συχνά, δεν μπορείς καν να διακρίνεις τις μικρές από τις μεγάλες πράξεις. Συχνά, επιμένοντας σε κάτι φαινομενικά μικρό, θέτεις τα θεμέλια για μια μεγάλη αλλαγή. Γι’ αυτό το λόγο και, παρά τις όποιες αμφιβολίες για τον Ομπάμα –δεν είμαι ηλίθιος-, νομίζω ότι η συζήτηση που άνοιξε για το σύστημα υγείας, δεν αφορούσε απλώς ένα επιμέρους πρόβλημα, για το χειρισμό του όποιου θα μπορούσαμε να είμαστε κριτικοί απέναντί του. Έκανε απαίσιους συμβιβασμούς! Αλλά αυτή η συζήτηση που άνοιξε, δεν επικεντρώθηκε στο βασικό συστατικό της αμερικανικής ιδεολογίας; Τη χρήση της ελευθερίας της προσωπικής επιλογής, στην απαξίωση κάθε ευρύτερης κοινωνικής δράσης. Οπότε και πάλι, ελπίζω να συμφωνούμε εδώ: πρόκειται για μια ψευδή επιλογή, είναι –θα έλεγα ειρωνικά- σαν να με κατηγορούν για ασυνέπεια επειδή σήμερα τρώω μουσακά και αύριο μακαρόνια.

Μπάρτλεμπυ, τα ανυποχώρητα όχι

Οι τελευταίες δημοτικές εκλογές εκλογές στην Ελλάδα (2010), αποτελούν ένα παράδειγμα «μπαρτλεμπιανής» πολιτικής. Και εδώ είναι σχετικές και κάποιες διακρίσεις του Νίτσε. Είναι λάθος της Αριστεράς που το αντιλήφθηκε αυτό ως απάθεια. Όχι! Επρόκειτο για ένα δραστικό όχι! Ήταν ένα μήνυμα… και πρέπει να λάβουμε το μήνυμα πολύ σοβαρά υπόψιν. Συχνά, είμαστε σκεπτικοί για την κοινοβουλευτική δημοκρατία και λέμε «Θέλω τον Στάλιν πίσω» ή οτιδήποτε άλλο. Όχι, σε ολόκληρο τον κόσμο η κοινοβουλευτική δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση. Στην Γαλλία, στην Αγγλία. Χρησιμοποιώ πάντοτε το εξής παράδειγμα. Ο Τόνι Μπλερ, ψηφίστηκε πριν από έξι με επτά χρόνια, ως ο πιο μισητός άνθρωπος στη Μ. Βρετανία και μια εβδομάδα μετά κέρδισε τις εκλογές. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα εκρηκτικό επίπεδο, μια ποσότητα δυσαρέσκειας, η οποία δεν μπορεί να καταγραφεί μέσα από τις αποστειρωμένες διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τι να κάνουμε, να σώσουμε την δημοκρατία ριζοσπαστικοποιώντας την; Δεν ξέρω, ίσως εν μέρει. Υπάρχουν τα παραδείγματα της Βραζιλίας ή της Βολιβίας του Μοράλες. Το ένα στοιχείο εκεί είναι τα κοινωνικά μηνύματα. Η επιτυχία, η μερική επιτυχία, ακόμα και με καπιταλιστικούς όρους του Λούλα, οφείλεται και στο γεγονός ότι ξεκίνησε έναν διάλογο, όχι με τα κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά με τα κινήματα των αποκλεισμένων αγροτών, των γυναικών κτλ. Με αυτήν την έννοια, προσπαθείς να εισάγεις μια επιπλέον δυναμική. Αυτό δεν είναι ένα αφηρημένο ζήτημα για τους διανοούμενους. Θεέ μου, ας παθιαστούμε και λίγο, είμαστε στην Αθήνα! Στην Ελλάδα! Στο λίκνο της δημοκρατίας. Θα ήθελα να παθιαστώ εδώ και να οικειοποιηθώ από τους δεξιούς την διεκδίκηση της δυτικής κληρονομιάς. Εμείς οι αριστεροί είμαστε που προσπαθούμε να επανεφεύρουμε την δημοκρατία, εμείς είμαστε εκείνοι, που θα σώσουμε ό,τι μπορεί να διασωθεί από την δυτική παράδοση. Σήμερα αυτοί οι συντηρητικοί, που επικαλούνται την ιουδαιο-χριστιανική ή την ελληνική παράδοση, αυτοί είναι οι πραγματικοί βάρβαροι. Αυτοί είναι οι πραγματικοί προδότες.

Επιλογή

Το ζήτημα της ελεύθερης επιλογής, αποτελεί σήμερα μια τυπική ιδεολογική χειραγώγηση, που διατυπώνεται κι από ανθρώπους που θεωρούσαν τους εαυτούς τους μεταμοντέρνους αριστερούς, όπως ο Γκίντενς. Όταν η ευημερία σου πλήττεται εξαιτίας αυτών των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, προσπαθούν να σου πουλήσουν αυτό το πικρό χάπι ως τη νέα ελευθερία. Για παράδειγμα, όταν έπειτα από είκοσι χρόνια χάνεις τη δουλειά σου. Είναι η τάση του καπιταλισμού για όλο και λιγότερο μόνιμες δουλειές κι όλο και περισσότερη ευελιξία. Σου λένε: «τι ωραία, ευελιξία! Δεν θα πέσεις σε ρουτίνα.» Το ίδιο και με την όλο και λιγότερη δημόσια υγεία. Σου λένε να επενδύεις, άλλη μια ελευθερία! Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω το εξής. Έχουμε την επίγνωση ότι για να είμαστε ελεύθεροι αποτελεσματικά –και δεν το λέω αυτό με την σταλινική έννοια αλλά με την έννοια, του να είσαι ικανός να αφιερώσεις τη ζωή σου σ’ αυτό που μετρά για ‘σένα- πολλά πράγματα πρέπει να διασφαλίζονται στο παρασκήνιο για να συμβεί αυτό. Σκεφτείτε πως διαχειριζόμαστε σήμερα την ηλεκτρική ενέργεια και το νερό, δεν έχουμε την ελευθερία της επιλογής. Ζεις εδώ που ζεις και υπάρχει μια ιδιωτική ή δημόσια επιχείρηση, που σου παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα και νερό. Ειλικρινά, αν αυτό λειτουργεί, προτιμώ να μην απασχοληθώ με αυτές τις επιλογές. Το ίδιο δεν συμβαίνει και με την υγεία; Δεδομένου του σημερινού επιπέδου του πολιτισμού, μακάρι να μπορώ να στηριχτώ σε ένα υποτυπώδες σύστημα υγείας ώστε να μην ανησυχώ.


Παγκοσμιοποίηση

Είμαι ίσως υπέρ της παγκοσμιοποίησης. Το τρικ αυτής της παγκοσμιοποίησης, είναι ότι δεν είναι στ’ αλήθεια παγκοσμιοποίηση. Παραβιάζει τους κανόνες της όλη την ώρα. Ακόμη και στις τυπικές ιμπεριαλιστικές εφευρέσεις, όπως το Δικαστήριο της Χάγης. Υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιος, μπορεί να τις χρησιμοποιήσει ενάντια στο σκοπό τους. Για παράδειγμα, ήταν πολύ σημαντικό που αποκαλύφθηκαν οι Η.Π.Α., όταν από τη μία «γιόρταζαν» για το Δικαστήριο της Χάγης: «Επιτέλους όχι Μιλόσεβιτς, όχι Πολ Ποτ, θα μπορούμε να κυκλοφορούμε ελεύθερα.» Και την ίδια στιγμή, ασκούσαν άγρια πίεση σε χώρες, να παραδώσουν τους υπόπτους ως εγκληματίες στο Δικαστήριο της Χάγης. Κάποιοι φίλοι από την Σερβία, μου είπαν ότι αυτό ήταν ένα καταστροφικό ηθικά γεγονός, όταν είδαν κυριολεκτικά τους ίδιους διπλωμάτες να πιέζουν τη Σερβία να παραδώσει τον Κάρατζιτς και τον Μλάντιτς και την ίδια στιγμή να απαιτούν την υπογραφή συμφωνίας μη-έκδοσης, έτσι ώστε να μην ισχύει το ίδιο για τις Η.Π.Α. Ήταν δε, ιδιαίτερα παιδευτικό όταν συνειδητοποιήσαμε το όριο. Το όριο ήταν ο Πινοσέτ, κι όλα τα επιχειρήματα που επιστρατεύθηκαν για να τον γλυτώσουν από τη Χάγη, όλοι τους τον θεώρησαν ακατάλληλο για την Χάγη.

Παρότι γνωρίζω την σημερινή του στάση, που στηρίζει τον Μπους, εκτιμώ τον τρόπο που ο Κρίστοφερ Χίτσενς, προσπαθεί να παίξει αυτό το παιχνίδι, ακόμα και με αυστηρά νομικίστικους όρους. Είναι σημαντικό να δείχνεις στους ανθρώπους της καθημερινότητας, πως το σύστημα εξαπατά με τους δικούς του όρους. Θυμηθείτε πως θεμελίωσε ο Χίτσενς νομικά, την κατηγορία ενάντια στον Κίσινγκερ, αναφορικά με την δολοφονία του υπουργού εξωτερικών του Αλιέντε και άλλων στελεχών. Εντόπισε το ζεστό ακόμα «όπλο του εγκλήματος», τις αποφάσεις δηλαδή, που είχαν υπογραφεί από τον Κίσινγκερ για την προμήθεια όπλων από την C.I.A. Επρόκειτο για καθαρή υπόθεση δολοφονίας. Είναι σημαντικό οι άνθρωποι να πάρουν αυτό το μάθημα, ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν σημαίνουν να αντιλαμβανόμαστε τόσο αφελώς τις ελευθερίες. Να καταλάβουν πως το σύστημα εξαπατά. Ένα ακόμα μάθημα που πρέπει να πάρουμε, είναι πως το πρόβλημα με αυτήν την παγκοσμιοποίηση, δεν είναι μόνο ότι μια χώρα χάνει ένα μέρος της εθνικής της κυριαρχίας. ή ότι το κεφάλαιο κυριαρχεί παντού. Εγγενές της στοιχείο, είναι ότι υπάρχουν νέα τείχη παντού. Είναι σαν να κόψαμε το Τείχος του Βερολίνου και αυτό να επέστρεψε δριμύτερο ανάμεσα σε Η.Π.Α. και Μεξικό, στη Δυτική Όχθη. Η Ισπανία, έχει στην κυριαρχία της κατά μήκος του Γιβραλτάρ, μια περιοχή απ’ όπου δεν μπορούν να περάσουν άνθρωποι από την Αφρική. Είναι κρίσιμο όμως να δούμε, πως δεν πρόκειται για σημάδι ατελούς παγκοσμιοποίησης, ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ένα εγχείρημα ημιτελές, που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, όπως θα έλεγε ένας χαμπερσιανός. Όχι, αυτό είναι εγγενές στοιχείο της παγκοσμιοποίησης. 

Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, λειτουργεί μόνον μέσα από τη παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των ανθρώπων. Είναι μια παγκοσμιοποίηση εμπορευμάτων και όχι ανθρώπων. Σαν καλός εγελιανός, γνωρίζω ότι αμέσως, από την εμφάνισή της, η καθολικότητα είναι η πιο βίαιη θέση αποκλεισμού. Γιατί; Ας πούμε ότι εγώ έχω την φυλή μου κι εσύ τη δική σου φυλή. Αν παραμείνω στη μερικότητά μου, δεν διεκδικώ την ολότητα. Έχω την φυλή μου και αποκλείω εσένα. Εσύ είσαι απ’ έξω, αλλά είμαστε και οι δύο άνθρωποι. Αν όμως ισχυριστώ ότι ενσαρκώνω τις καθολικές αρχές της ανθρωπότητας. τότε, αν είμαι εναντίον σου, αυτό δεν θα σημαίνει ότι ένα μέρος της ανθρωπότητας αντιτίθεται σε ένα άλλο. Αλλά ότι είσαι πολύ πιο ριζικά αποκλεισμένος. Αυτό είναι το κόλπο κάθε καθολικότητας.

Homo Sacer

Περί της  σύγκρισης ανάμεσα στην ιδέα του Δικαστηρίου της Χάγης και την πραγματικότητα. Εγώ είμαι ένα εγελιανός επ’ αυτού. Για ‘μένα η πραγματικότητα είναι ένα σύμπτωμα, όχι με την έννοια μιας ανάγκης βελτίωσης της, αλλά με την έννοια του απαραίτητου συμπτώματος. Αυτό είναι το βασικό μάθημα από τον Χέγκελ. Δε μπορείς να παίξεις το χαρτί του ιδεώδους εναντίον της πραγματικότητας. Αν το ιδεώδες το αντιλαμβανόμαστε με αυτόν τον τρόπο, παράγοντας το αντίθετό του, η πρώτη κρίσιμη ερώτηση είναι: «Μπορούμε απλά να πούμε, ότι το κατάλαβαν λάθος, ή μήπως υπήρχε ήδη κάτι λάθος στην ιδέα;» Αυτό μας φέρνει στα θεμέλια της δημοκρατίας. Η αφετηριακή δημοκρατική ιδέα, δεν είναι εκείνη μιας ανακατανομής στο πλαίσιο ενός σώματος κοινωνικού, στο οποίο όλοι διεκδικούν μια γωνιά. Κι όπου κυβερνώντες, εργάτες και απλοί άνθρωποι, λένε: «μισό λεπτό, θέλουμε κάτι παραπάνω, θέλουμε τον χώρο μας.» Η δημοκρατία ξεκινά όταν ο δήμος διεκδικεί το δικαίωμα να εκπροσωπεί όλους. Γιατί όμως αυτό δεν είναι το ίδιο, με μια ολοκληρωτική καθολικότητα που δημιουργεί πολιτισμούς; Επειδή αυτό λέγεται από εκείνους που βρίσκονται απ’ έξω. Δεν εννοώ ότι πρέπει να γίνουμε όλοι ζητιάνοι. Εννοώ ότι το κριτήριο της καθολικότητας πρέπει να είναι αυτοί. Αυτό εννοούσε ο Μαρξ όταν αναφερόταν στη θέση του προλεταριάτου. Σήμερα που ζούμε σε τραγικές εποχές, η οπτική του Μαρξ για την εκμετάλλευση παραμένει η κλασσική καπιταλιστική οπτική: «Χα, χα, είμαι ο καπιταλιστής κι εσύ είσαι ο εργάτης.»

Όλοι μοιραζόμαστε τις τυπικές πολιτικές ελευθερίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά το όλο νόημα της εκμετάλλευσης για τον Μαρξ, είναι ότι πρόκειται για ελεύθερη εκμετάλλευση. Συναντιόμαστε στην αγορά για μια ελεύθερη ανταλλαγή, αλλά δυστυχώς εγώ έχω λεφτά ενώ εσύ δεν έχεις. Υπάρχει όμως αυτή η έστω απατηλή καθολικότητα. Ισχυρίζομαι ότι όλα αυτά τα προβλήματα με τους μετανάστες, το απαρτχάιντ κ.ο.κ, είναι απατηλά και νομίζω ότι είναι τραγικό, ο σημερινός παγκόσμιος καπιταλισμός, δεν μπορεί να αντέξει ούτε καν αυτό το απατηλό. Για να λειτουργήσει, είναι αναγκασμένος να περιορίσει ακόμα και αυτήν την καθολική, τυπική ελευθερία. Γιατί εκείνο που προτείνουν όλοι οι φιλόσοφοι, που προβάλλουν την ιδέα του Homo Sacer, είναι ακριβώς ότι, η κρατούσα τάξη πραγμάτων, όλο και λιγότερο μπορεί να αντέξει τα ίδια της τα ιδεώδη, ακόμη και στη μορφή που είχαν ως τώρα θεσμοποιηθεί.

Η απεργία

Να σημειώσω άλλη μία προβοκατόρικη παρατήρηση, πρέπει να είμαστε αυστηροί, ακόμα και για εμάς τους ίδιους. Στη χώρα μου τη Σλοβενία, είχαμε την μεγάλη απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, Ως αριστερός είμαι πάντα υπέρ των απεργιών. Στην περίπτωση αυτή και πάλι ήμουν υπέρ της απεργίας αλλά ήμουν και διχασμένος. Όλο και περισσότερο σήμερα, το να είσαι σε θέση να οργανώνεις απεργίες, γίνεται μια θέση προνομιούχα. Θέση την οποία ο Λένιν αποκαλεί «αριστοκρατία των εργατών». Πρόκειται για εκείνους που έχουν εγγυημένη από το κράτος εργασία κτλ. Με λυπεί πολύ το πώς, αντί οι απεργίες να γίνονται εργαλεία αλληλεγγύης των εργατών, γίνονται εργαλεία διαφοροποίησης. Όπως στη χώρα μου, εξαιτίας του ανταγωνισμού από την φθηνή Ανατολή, οι εργάτες στην κλωστοϋφαντουργία –ιδίως οι γυναίκες και ειδικά εκείνες που είναι γύρω στα πενήντα, απολύονται, μετά έρχεται ένας μεταμοντέρνος θεωρητικός και τους μιλάει για την ελευθερία που αποκτούν, για νέες επιλογές, για την ευκαιρία να επανεφεύρουν τους εαυτούς τους. Δεν υπήρξε αλληλεγγύη, αν εξαιρέσουμε κάποιες κενές φράσεις από τα συνδικάτα γι’ αυτούς. Επίσης είχαμε την απεργία των τελωνειακών, των δικαστών, των γιατρών κτλ, όλων όσων ανήκαν στα υψηλά εισοδηματικά κλιμάκια, που επίσης οργάνωσαν μια μεγάλη απεργία. Και πάλι την υποστηρίζω, αλλά με πληγώνει που η απεργία λειτουργεί ξεκάθαρα διαφοροποιώντας την εργατική τάξη. Γι’ αυτό και –κι εδώ συναντούμε ένα άλλο παράδοξο- συχνά περιγελούμε την τυπική δημοκρατία, αλλά, πως γίνεται και η σημερινή κοινωνία,  ακριβώς ως παγκόσμια κοινωνία, όλο και λιγότερο μπορεί να αντέξει ακόμα και αυτήν; Όλο και περισσότερο συναντούμε αυτές τις, ίσως όχι ακριβώς φυλετικές, αλλά πάντως νέες συλλογικές, ομαδικές ταυτότητες κτλ. Η αλληλεγγύη αντιμετωπίζει σήμερα πρόβλημα, ιδίως η ενάσκησή της.

Η κρίση

Όσες φορές προσπάθησα να το θεωρητικοποιήσω, ισχυρίστηκα ότι η παραδοσιακή ιδεολογία, λειτουργεί με τον τρόπο που περιέγραψε ο Αλτουσέρ, εγκαλώντας τα άτομα σε υποκείμενα. Για παράδειγμα, είσαι ένα συνηθισμένο εγωιστικό άτομο και η ιδεολογία σου λέει «όχι, πάλεψε για την Ελλάδα», ή, πάλεψε για τον κομμουνισμό ή για την εκκλησία κτλ. Δεν χρειαζόμαστε πια αυτή την έγκληση. Εμπλεκόμαστε στην ιδεολογία ήδη ως άτομα, υπό την έννοια της καθημερινής ζωής. Κι έτσι η ιδεολογία μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως μη ιδεολογία και αυτός είναι ο μεγαλύτερος της θρίαμβος. Οι περικοπές, για παράδειγμα, δεν παρουσιάζονται ως ιδεολογικές επιλογές αλλά ως οικονομική αναγκαιότητα, διατυπωμένη και πάλι από κάποιους ειδικούς. Είναι πολύ σημαντικό να επιμείνουμε σε αυτό και να είμαστε ακριβείς. Από τη μία, όπως τόνισε ο Μαρξ, η οικονομία είναι πολιτική οικονομία. Ποτέ δεν έχεις κάποιο καθαρό επίπεδο οικονομικής αναγκαιότητας. Από την άλλη όμως, και ενάντια σε ένα είδος αριστερού ουτοπισμού, που δεν φαίνεται να έχει καλό τέλος, πρέπει να έχουμε επίγνωση της πολυπλοκότητας του οικονομικού συστήματος. Του πόσο βαθιά ενθυλακώνει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Ας πάρουμε το παράδειγμα της σημερινής κρίσης, το σλόγκαν, ακόμη και κάποιων δεξιών λαϊκιστών: «Βοήθησε την Main Street, όχι την Wall Street.» Ακούγεται ωραίο αλλά δε μπορείς να το κάνεις αυτό στον καπιταλισμό. Ήταν η αλήθεια, με έναν κάπως χυδαίο τρόπο, όταν ο Ομπάμα είπε πως: «Με συγχωρείτε, αλλά στην κοινωνία μας ο μόνος τρόπος να ευημερήσει η Main Street (εμπορική αγορά), είναι η Wall Street (Αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά). Πρέπει επομένως να σκεφτούμε πιο ριζοσπαστικά. Η εύκολη λαϊκιστική λύση, του τύπου: πάρε λεφτά από εκεί και βάλε τα εδώ, δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα.

Ας μην είμαστε τελείως απαισιόδοξοι. Ας έχουμε την επίγνωση όμως, ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε αυτήν την κρίση. Πρέπει όμως να την χρησιμοποιήσουμε. Ας συνειδητοποιήσουμε, ότι τέτοιες στιγμές απώλειας της εμπιστοσύνης, της πίστης, κάτι τέτοιο ανοίγει και τον δρόμο για πολύ πιο σκοτεινούς πειρασμούς. Το είχε θέσει τόσο ωραία ο Μαρξ στα νιάτα του: αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία δεν πιστεύουν πια στα ίδια τους τα πιστεύω.

Μερικοί αριστεροί, νόμιζαν ότι τώρα οι άνθρωποι, με αφορμή την κρίση, θα οδηγηθούν στην επανάσταση. Όχι, οι άνθρωποι μπορούν να δουν πολλά διαφορετικά πράγματα. Μπορούν ας πούμε, να δουν την ανάγκη για ένα νέο Μεσσία. Για παράδειγμα, ένας τρόπος με τον οποίο οι αντιδραστικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν αυτήν την έλλειψη προσανατολισμού, είναι μέσα από την αποδοχή ότι η οικονομία από μόνη της, δεν μπορεί να προσφέρει λύση. Πολλοί όμως συμπεραίνουν ότι το πρόβλημα είναι επομένως ηθικό, πιο θεμελιακό. Αυτή είναι μια συσκότιση. Μια άλλη, είναι η εθνικιστική: πέρα από την οικονομία οφείλουμε να επαναβεβαιώσουμε τις εθνικές αξίες. Εδώ, θα επαναλάβω την γνωστή φράση του Χέλντερλιν, που παραθέτει ο Χάιντεγκερ: «εκεί που υπάρχει ο κίνδυνος, εκεί εμφανίζεται και αυτό που θα μας σώσει.» Το πιο καταστροφικό πράγμα είναι να κάνουμε αυτό που λένε ορισμένοι Αμερικανοί μισό-μαρξιστές, τους οποίους κατά τα άλλα εκτιμώ, που καταλήγουν σε ένα τρελό συμπέρασμα. Ότι: «εφόσον κρίση του καπιταλισμού σημαίνει αύξηση του ρατσιστικού, αντιμεταναστευτικού λαϊκισμού, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε οι αριστεροί, είναι να παρακαλάμε να λειτουργεί καλά ο καπιταλισμός.» Αυτό είναι το τρελό συμπέρασμα. Ωστόσο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι όπου υπάρχει ελπίδα, υπάρχει και ρίσκο. Είναι σημαντικό στους καιρούς της κρίσης, η πρωτοβουλία να μην μένει μονάχα στην άλλη πλευρά. Υπάρχει ένα εμβληματικό σημείο εδώ, κατά την άποψή μου, ένα σύμβολο ίσως. Όταν ο Γκρήνσπαν κατέθεσε στη Γερουσία, είχε πει: «πρέπει να ομολογήσω, ότι η ιδεολογία μου ήταν εσφαλμένη.» Όταν χάνεις την πίστη, το πεδίο είναι ανοιχτό, η πάλη είναι ανοιχτή, πρέπει να το γνωρίζουμε αυτό.
  
Όταν λέω ότι δεν πρέπει να τα αφήνουμε όλα επάνω στους ειδικούς, δεν σημαίνει ότι απορρίπτω πολλούς οικονομολόγους που κάνουν πολύ καλή δουλειά, δείχνοντας, για παράδειγμα, πως ο νεοφιλελευθερισμός εξαπατά, ακόμα και με κριτήριο τους ίδιους τους δικούς του κανόνες. Για παράδειγμα, αν εξετάσουμε δύο τυπικούς ριζοσπαστικά νεοφιλελεύθερους προέδρους, τον Ρήγκαν και τον Μπους τον νεότερο, κατά βάσιν επιστρατεύουν τις πιο χυδαίες κεϋνσιανές (θεωρία του Keynes) στρατηγικές. Έχουμε το δικαίωμα, να νιώθουμε μια συγκεκριμένη ασφάλεια με κάποιον τρόπο. Δεν νομίζω ότι είναι μόνο κομφορμισμός, να λες ότι «υπάρχουν ταξικοί εχθροί, αλλά είναι ακόμη καλό να υπάρχουν στην εξουσία άνθρωποι, που ξέρουν την δουλειά τους.» Δυστυχώς έχουμε όλο και λιγότερο αυτήν την εμπιστοσύνη. Δεν έχω πια εμπιστοσύνη στις άρχουσες τάξεις, ότι θα κάνουν την δουλειά τους, όχι προς όφελος του σοσιαλισμού, αλλά Θεέ μου… ακόμα και βάση τους δικούς τους όρους.

Διαφθορά

Η διαφθορά, δεν είναι μια απλά μια παρέκκλιση, αλλά ένα αναγκαίο στοιχείο για τη λειτουργία του συστήματος. Εδώ είναι που μπαίνει η Εκκλησία, ειδικά η Καθολική Εκκλησία με τον αντιδραστικό της ρόλο, για να το ηθικοποιήσει αυτό. Ας δώσω ένα παράδειγμα: Ένιωσα σχεδόν συμπόνια για το απόλυτα διεφθαρμένο άτομο, τον Bernard Madoff. Γιατί; Έλεγαν «βλέπεις αυτόν τύπο; Εκλεψε πενήντα δισεκατομμύρια δολάρια.» Ακούγεται σχεδόν σαν αντισημιτικό. Ξέρεις, σαν: «Έχουμε τον Εβραίο που το έκανε.» Αλλά για μισό λεπτό, αυτός δεν ήταν το τέλειο προϊόν του συστήματος; Ήταν ένας παραδειγματικός, μεταμοντέρνος, καπιταλιστής. Κλέβεις δηλαδή όσα περισσότερα μπορείς και μετά παίζεις το ρόλο του μεγάλου ανθρωπιστή. Θα έλεγα ότι, η άνοδος της διαφθοράς, είναι στενά συνδεδεμένη με την άνοδο της φιλανθρωπίας. Από την στιγμή που το σύστημα, δεν μπορεί να λειτουργήσει με όρους καθαρά οικονομικούς και νομικούς, χρειαζόμαστε την διαφθορά. Αλλά επίσης –κι εδώ ο εχθρός μας, ο Sloterdijk, έκανε μια σημαντική παρατήρηση: υπάρχει τόσο μεγάλη φτώχεια. Δεν είναι όπως πριν 150 χρόνια, που υπήρχαν κάποιοι σαν τον Carnegie, τον τρελό φιλάνθρωπο. Ο οποίος την ίδια στιγμή, έβαζε μπράβους να χτυπούν τους εργάτες και έτσι και αλλιώς θεωρούνταν εκκεντρικός. Σήμερα δεν χρειάζεται μονάχα η διαφθορά, αλλά είναι απαραίτητη κι η φιλανθρωπία, προκειμένου να προληφθούν οι εκρήξεις και να λειτουργεί το σύστημα. Αυτό είναι λυπηρό, αλλά μας προσφέρει και κάποια ελπίδα. Όταν ένα σύστημα προσπαθεί ευθέως να ηθικοποιήσει τον εαυτό του, τότε έχουμε μια βαθιά κρίση.

Η αριστερά

Υπάρχει αυτή η φράση από τη Βίβλο: «Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω, δεν θα φοβηθώ κακό.» Υπάρχει όμως και μια υπέροχη διασκευή της, από τη σκοπιά της αντίστασης των μαύρων, που τη λατρεύω: «Και μέσα σε κοιλάδα σκιάς θανάτου αν περπατήσω, δεν θα φοβηθώ κακό, γιατί είμαι ο πιο κακός σε όλη την κοιλάδα.» Αυτό πρέπει να είναι η αριστερά!


Παραγωγός: Γιώργος Κεραμιδιώτης