Κώστας Ταχτσής: Εξομολογήσεις ζωής και το Τρίτο Στεφάνι

Ο Κώστας Ταχτσής ήταν διακεκριμένος Έλληνας λογοτέχνης της μεταπολεμικής γενιάς, Γέννηση: 8 Οκτωβρίου 1927

Κώστας Ταχτσής: Εξομολογήσεις ζωής και το Τρίτο Στεφάνι

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος


Οι ψυχολόγοι λένε, ότι τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής μας, μας σφραγίζουν για πάντα. Αυτά τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής μου, τα πέρασα στη Θεσσαλονίκη. Αν εξαιρέσει κανείς τα δύο πρώτα χρόνια, που δεν είχα ακόμα συνείδηση του τι συνέβαινε γύρω μου, τα υπόλοιπα τέσσερα ήταν τραυματικά, ήταν οδυνηρά. Ταυτίζονται στη συνείδησή μου με το χωρισμό της μάνας μου απ’ τον πατέρα μου, την απώλεια του πατέρα μου. Κατά τη δική μου άποψη, όλα τα μυθιστορήματα είναι αυτοβιογραφικά, ακόμα και αυτά, που εκ πρώτης όψεως δεν μοιάζουν καθόλου ως αυτοβιογραφικά. Τα πολύ φορμαλιστικά, τα αντί-μυθιστορήματα τύπου Ρομπ Γκριγιέ, αν μη τι άλλο αντανακλούν τον ψυχισμό του συγγραφέα, την αποστροφή του για τις μάζες, το γεγονός ότι δεν θέλει να πλησιάσει πολλούς αναγνώστες, ότι έχει μία πολύ αριστοκρατική αντίληψη της τέχνης. Και αυτό αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι.

Αυτοβιογραφικό

Όσον αφορά το «Το Τρίτο Στεφάνι» και ό,τι άλλο έχω γράψει, ασφαλώς έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Αλλά, άλλο είναι η αυτοβιογραφία και άλλο η τέχνη. Στην τέχνη κάνεις μεγάλες προσθαφαιρέσεις. Ανασυνθέτεις την πραγματικότητα, κλέβεις στοιχεία από εδώ, κλέβεις στοιχεία από εκεί, ανεξάρτητα από το πότε συνέβησαν. Για παράδειγμα, σε ένα σημείο στο Τρίτο Στεφάνι, η Εκάβη διηγείται πως συνέλαβαν το γιο της, ο οποίος έμπαινε μέσα στο κοίλον μέρος ενός καροτσιού και το οποίο ο συνένοχος του έβαζε μέσα σε ένα κατάστημα. Έβγαινε ο γιος τη νύχτα από το καρότσι κι έκλεβε τόπια υφάσματος. Την άλλη μέρα τον έβγαζε ο συνένοχός του με τα τόπια κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αυτό είναι αυτοβιογραφικό με την εξής έννοια, μία φορά είχα πάει στο 3ο αστυνομικό τμήμα, έμενα στο Σύνταγμα την εποχή εκείνη και μάλιστα στον ίδιο όροφο με τον Τσαρούχη. Περίμενα για μια υπόθεση να δω τον αστυνομικό υπηρεσίας. Περιμένοντας, χάζευα στους τοίχους τις φωτογραφίες των πεσόντων ανδρών της αστυνομίας, στον Αλβανικό πόλεμο κτλ. Εκεί παραδίπλα, ήταν και κάτι αποκόμματα εφημερίδων, στα οποία διάβαζε κανείς τις επιτυχίες των διωκτικών αρχών. Μια απ’ αυτές τις μεγάλες επιτυχίες, ήταν το πώς έπιασαν αυτούς τους κλέφτες, την ιστορία αυτή του δούρειου ίππου, που χρησιμοποίησα αργότερα, γράφοντας το Τρίτο Στεφάνι.

Τρόπος γραφής

Θεωρώ ότι το Τρίτο Στεφάνι, είναι ρεαλιστικό λόγω περιεχομένου αλλά ο τρόπος της γραφής είναι τέτοιος, που θα ‘πρεπε να τοποθετηθεί κανείς, αξιολογώντας το αισθητικά, σαν μετά-υπερρεαλιστικό και μετά-μοντερνιστικό. Δηλαδή, ο συγγραφέας που το ‘χει γράψει έχει διαβάσει υπερρεαλισμό, έχει διαβάσει μοντέρνο μυθιστόρημα και κάνει λιγάκι ένα είδος παιχνιδιού. Όπως κάνω και στα διηγήματά μου, στα οποία ο ήρωας είναι ο ίδιος αλλά φορά διαφορετικές μάσκες. Το ίδιο συμβαίνει και στο Τρίτο Στεφάνι, σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα βέβαια, όπου ο συγγραφέας μιλάει με την μάσκα μιας γυναίκας και μιλάει σαν γυναίκα. Από αυτήν την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς, ότι είναι ένα μυθιστόρημα τραβεστί, το οποίο όμως μόνον ένας άντρας θα μπορούσε να γράψει και εννοώ ένας άντρας που δεν είναι καν ομοφυλόφιλος. Αλλά ένας άντρας ο οποίος με μύριους τρόπους, ακόμα και παριστάνοντας τον ομοφυλόφιλο, συνεχώς κοροϊδεύει και συνεχώς αναιρεί τον ανδρισμό του. Κάθε φράση του μυθιστορήματος κοροϊδεύει και αναιρεί τα πάντα.

Χρειάστηκε πάρα πολλή προεργασία, όπως λένε τώρα.  Χρειάστηκε να το γράψω σε τρεις-τέσσερεις διαφορετικές μορφές πριν καταλήξω σε αυτήν. Χιλιάδες σελίδες δακτυλογραφημένες, «σκισίματα» μαζί με τα σκισίματα, γιατί έχω την μανία όταν κάνω ένα λάθος, να πετάω όλη την σελίδα και να ξαναρχίζω από την αρχή. Μια μανία που μου ‘μεινε νομίζω, εξαιτίας ενός τραύματος, που κι αυτό ανάγεται στα παιδικά μου χρόνια. Όταν ήμουνα μικρός, δεν πήγα ποτέ στην πρώτη τάξη του δημοτικού, λόγω τις αλλαγές κηδεμόνων και τόπων κτλ . Πήγα απευθείας στην Δευτέρα, αυτό μάλιστα έγινε στην Βέροια, ως κατ’ οίκον διδαχθείς. Τα πρώτα γράμματα λοιπόν μου τα έμαθε η γιαγιά μου στο σπίτι. Όταν με έβαζε να γράψω κάτι και έβλεπε ότι έκανα ένα ασήμαντο λαθάκι, κρατούσε το μεγάλο ψαλίδι ανάποδα και μου ‘δινε μια στο χέρι.

Γέννηση

Για ένα καλό, υποτίθεται, μυθιστόρημα, χρειάζεται να δουλέψουνε πολλές γενιές και χρειάζεται να συμβάλλουν, να συμμετάσχουν, να συντείνουν, πάρα πολλοί παράγοντες. Εγώ θα έλεγα ότι, ένα μυθιστόρημα αρχίζει να γεννιέται, από την ίδια τη στιγμή που το σπερματοζωάριό του, από τα εκατομμύρια των σπερματοζωαρίων του πατέρα του, είναι αυτό που καταφέρνει να διατρυπήσει τον φλοιό του μητρικού ωαρίου. Και να γεννηθεί με το σώμα του, γιατί κουβαλώντας το γονίδιό του, κουβαλά κι ορισμένες πληροφορίες. Γεννιέται λοιπόν με αυτό το σώμα, που μεγαλώνει σιγά-σιγά και που το καθορίζει σε πολλές περιπτώσεις. Καθορίζει την πορεία της ζωής του. Δηλαδή, φαντάζομαι αν ήμουν 1,90 στο ύψος, όπως ο φίλος μου ο Αναγνωστάκης, θα είχα γράψει άλλα πράγματα. Θα είχα γράψει μια πολύ αρσενική… ποίηση, σαν την ποίηση του Αναγνωστάκη. Ή θα είχα γίνει μπασκετμπολίστας, αλλά δεν θα είχα γράψει το Τρίτο Στεφάνι.

Το έγραψα επειδή είχα αυτό το σώμα, επειδή μεγαλώνοντας υπέστην συγκεκριμένες πιέσεις λόγω ιστορικών συγκυριών, όπως ήταν ο πόλεμος κι η κατοχή, λόγω οικογενειακού περιβάλλοντος, λόγω καταπιέσεων που με ευαισθητοποίησαν, λόγω συμπτώσεων πολλές φορές. Δηλαδή το γεγονός, ότι διάβασα πάρα πολύ παγκόσμια λογοτεχνία σε τρυφερότατη ηλικία, ήταν καθαρή σύμπτωση. Τύχαινε ένα διάστημα να μένει πλάι μας μια κυρία, και μάλιστα ήταν η γυναικά του Περεσιάδη, ο οποίος έγραψε τη Γκόλφω. Λοιπόν αυτή με συμπάθησε, ήμουν 12 χρονών τότε και μου έδινε βιβλία και διάβαζα, τα οποία δεν μπορούσαν να μου αγοράσουν στο σπίτι ή δεν σκεφτήκαν να μου αγοράσουν. Παρόλο που οι προτροπές της γιαγιάς μου ήταν το να μάθω γράμματα, να γίνω μεγάλος άνθρωπος. Αλλά βιβλία, όπως οι περισσότεροι Έλληνες, δεν αγόραζαν. Είχαμε στο σπίτι μας τον ονειροκρίτη, τον τσελεμεντέ, τέτοιου είδους βιβλία. Αργότερα στην κατοχή μέναμε κάπου αλλού και σχεδόν πλάι μας, συμβαίνει να είναι το μαγαζί ενός παλαιοβιβλιοπώλη, με τον οποίο πιάνω φιλίες και αρχίζει να μου δανείζει βιβλία, να μου δίνει δωρεάν και να διαβάζω σχεδόν όλη την μεταφρασμένη παγκόσμια λογοτεχνία. Αυτό ήταν μία μεγάλη τύχη, τέτοιου είδους συμπτώσεις και τέτοιου είδους τύχες, μου συνέβησαν πάρα πολλές.


Το λαχείο

Το γεγονός ότι έζησα τη φρίκη της κατοχής, η οποία δεν με έκανε αναρχικό, ενστάλαξε όμως μέσα μου μια βαθιά πίκρα για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη και μια ανάγκη, να αντιδράσω στον θάνατο που είχα δει γύρω μου. Επίσης οι ενοχές που αισθάνθηκα αργότερα για το γεγονός, ότι τόσοι άνθρωποι είχαν υποφέρει όλα εκείνα τα χρόνια ενώ εγώ, τηρουμένων των αναλογιών, δεν είχα υποφέρει, δεν είχα πεινάσει τόσο πολύ, δεν είχα γίνει σκελετός από την πείνα. Έπειτα, το γεγονός ότι έγραψα το Τρίτο Στεφάνι, μακριά απ’ την Ελλάδα. Το να βρίσκομαι για ένα διάστημα σε μία χώρα σαν την Αυστραλία, απ’ όπου έβλεπα την Ελλάδα σαν από τηλεσκόπιο. Να τη θυμάμαι με νοσταλγία κι αγάπη και να ξεχνάω τις κακές τις πλευρές, να την εξιδανικεύω, να θέλω από ενοχές για τη γιαγιά μου, να αναστήσω τη γιαγιά μου. Όλα αυτά ήταν συμπτώσεις, ήτανε πράγματα, μαζί με το σώμα μου κιόλας, που αν δεν συνέπιπταν, δεν θα έγραφα ποτέ το Τρίτο Στεφάνι. Από αυτή την άποψη, δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα, με την έννοια που λέμε ότι κάποιος είναι συγγραφέας. Απλώς υπήρξα τυχερός, έγραψα ένα βιβλίο σαν να μου ‘πεφτε ένα λαχείο. Μπορεί όλο αυτό να ήταν τύχη, αλλά υπήρξε και μεγάλη ατυχία. Όπως καταλαβαίνεται απ’ όσα είπα μέχρι τώρα, υπέφερα πάρα πολύ πριν το γράψω, υπέφερα πάρα πολύ για να το γράψω και θα έλεγα ότι, εξαιτίας του, έχω υποφέρει πάρα πολλά από τότε που το έγραψα. Θα έλεγα, όπως ο Φλωμπέρ, πως είμαι τα βιβλία μου.

Οι γλώσσες

Για ‘μένα, από παιδί, δεν υπήρξε θέμα καθαρεύουσας ή δημοτικής. Όπως δεν υπήρξε θέμα διχασμού, Κωνσταντίνου – Βενιζέλου. Άκουγα άλλη γλώσσα στην εκκλησία, άλλη γλώσσα μιλούσε η γιαγιά μου, άλλη γλώσσα στην εφημερίδα του θειου μου –ο οποίος διάβαζε τον Ριζοσπάστη- και άλλη γλώσσα στην εφημερίδα του άλλου θειου, ο οποίος διάβαζε κάποια δεξιά εφημερίδα. Όλα αυτά για ‘μένα ήταν ελληνικά. Αργότερα, όταν πήγα στο γυμνάσιο, ελληνικά ήταν και τα αρχαία, άσχετα αν, απ’ τον τρόπο που μας τα δίδασκαν τότε, δεν μάθαμε όσα θα ‘πρεπε να μάθουμε. Υπάρχουν θεωρώ πολλές «γλώσσες». Σε άλλη γλώσσα γράφεται ένα δοκίμιο, σε άλλη γλώσσα γράφεται ένα μυθιστόρημα. Υπάρχει ο γραπτός λόγος, υπάρχει ο προφορικός λόγος και ο γραπτός που παριστάνει τον προφορικό. Υπάρχει η επίσημη γλώσσα, υπάρχει η καθημερινή γλώσσα. Υπάρχει η γλώσσα του γραφείου κι η γλώσσα που χρησιμοποιείς με την γυναίκα σου, την ερωμένη σου κατά τη στιγμή της ερωτικής πράξης. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς καθαρεύουσα με κανέναν τρόπο, για το όνομα του Θεού! Εγώ είμαι εναντίον της ισοπέδωσης γενικά, ή της τυποποίησης. Είμαι υπέρ της επαναφοράς των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο. Βρίσκω αντιλαϊκό μέτρο, το να μην διδάσκονται τα αρχαία ακόμη και στα πρακτικά λύκεια, με την εξής έννοια: ότι διαιρεί τους ανθρώπους σε μελλοντική ελίτ και σε μελλοντικούς προλετάριους, βίδες κάποιας μηχανής. Στερεί από το παιδί, που θα σταματήσει τις σπουδές του στα 15 του χρόνια και θα πάει σε κάποια τεχνική σχολή, την δυνατότητα, αν το αποφασίσει στα 30 του βρε αδερφέ, να αλλάξει επάγγελμα και να γίνει κάτι άλλο.

Αρχαία έργα

Χρειάζεται, αυτό που λέμε, η εγκυκλοπαιδική παιδεία. Κυρίως με την έννοια των ανθρωπιστικών σπουδών, θα έλεγα ότι πρέπει να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά, ιδίως στην Ελλάδα. Κοροϊδεύουν το γεγονός, πως όλα αυτά είναι μια ενιαία γλώσσα, μα είναι μια ενιαία γλώσσα. Πρέπει να διδάσκονται και τα αρχαία ελληνικά και το έργων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Οι μεταφράσεις τους δεν είναι αυτές που όφειλαν να είναι. Είπα κάποτε, όταν είχα μεταφράσει τη Λυσιστράτη και ήρθε η τηλεόραση να μας πάρει μια συνέντευξη, ότι: «Δυστυχώς, τα αρχαία ελληνικά που έμαθα στο σχολείο, δεν ήταν βέβαια αρκετά για να διαβάσω τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς στο πρωτότυπο, όντας πολύ νέος. Πολλούς απ’ αυτούς, τους διάβασα για πρώτη φορά στα αγγλικά.» Αυτό το ερμήνευσαν μερικοί, πως είχα μεταφράσει τη Λυσιστράτη από τα αγγλικά, ενώ εγώ δεν είχα καμία αγγλική μετάφραση υπόψιν μου. Είχα μεταφράσει απευθείας από τα αρχαία, έχοντας βεβαίως υπόψιν μου τη Γαλλική κλασσική μετάφραση των εκδόσεων Videu και όλες τις μεταφράσεις των προηγουμένων μεταφραστών, Βάρναλη, Σταύρου κτλ. Πράγμα που είναι υποχρεωμένος να κάνει ένας μεταφραστής, αλλιώς δεν είναι σωστός μεταφραστής. Πρέπει να έχεις υπόψή σου, ότι έχει γίνει πριν από ‘σένα όταν επιχειρείς κάτι τέτοιο. Θα έπρεπε να ξαναγίνουν σωστά οι αρχαίες μεταφράσεις και μάλιστα, όχι μόνο από φιλολόγους αλλά και από λογοτέχνες, όπως ο Κακριδής με τον Καζαντζάκη, αν και το αποτέλεσμα κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν και τόσο σπουδαίο.

Αν διδάχτηκα τι σημαίνει λογοτεχνικό ύφος, φοβάμαι δεν το διδάχτηκα από την νεοελληνική λογοτεχνία, με ένα-δύο εξαιρέσεις τις οποίες δεν θα κατονομάσω, το διδάχτηκα στο γυμνάσιο με Λυσία, με τους διαλόγους του Πλάτωνα, με την Αντιγόνη. Από τα πρωτότυπα! Και, βεβαίως, από τους μεγάλους ξένους, που διάβασα στο πρωτότυπο. Στις πρώτες μέρες της κατοχής περπατούσα στη Σταδίου, ήμουν παιδάκι ακόμα, με σταμάτησε ένας Γερμανός φαντάρος κάποιας ηλικίας, φαινόταν μορφωμένος άνθρωπος και μου είπε: «Σιγκνόμι, πόθεν δυνάμει σάπωνος προμηθεύεσθέ;» Τι να πει κανείς παραπέρα;

Παραγωγή: ΕΡΤ-2, 1987
Εκπομπή «ΔΙΑΛΟΓΟΙ» του Νίκου Δήμου