Γυναίκες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Γυναίκες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Γυναίκες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος


Στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι χιλιάδες γυναίκες που πρόβαλαν αντίσταση στον εχθρό παρέμειναν σιωπηλές. Επέστρεψαν στα σπίτια τους και στις οικογένειές τους, με τη σεμνότητα που είχε κυριαρχήσει έπειτα από αιώνες αντρικής κυριαρχίας. Μόλις ένα 10% των μεταλλίων για συμμετοχή στην αντίσταση δόθηκαν σε γυναίκες. Το 1945, ο τίτλος τιμής «Σύντροφοι της Απελευθέρωσης» απονεμήθηκε σε 1030 άντρες και μόλις σε 6 γυναίκες. Οι γυναίκες πρώτη φορά είχαν τη δυνατότητα να καταταγούν στον Γαλλικό στρατό, μία επαναστατική ιδέα, ωστόσο στις τελετές νίκης θεωρήθηκαν όλες Αγγλίδες ή Αμερικανίδες. Η ιδέα της γυναίκας-στρατιώτη ήταν αδιανόητη για τους Γάλλους. Οι εικόνες των γυναικών από τον πόλεμο που ήταν αποδεκτές, ήταν αυτές με τα ξυρισμένα κεφάλια, που τις παρουσίαζαν ως προδότριες. Ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος, για μια χώρα που έστεκε με το βλέμμα καρφωμένο στην άβυσσο. Οι γυναίκες ήταν τα αιώνια θύματα του πολέμου, οι παντοτινά λησμονημένες της ιστορίας, λες κι ο πόνος κι ο ηρωισμός τους υπολείπονται των αντρών. Συμμετείχαν όμως και αυτές στον πόλεμο.

Στην Γαλλία, το 1939, δεν είχαν δικαίωμα ψήφου 21 εκατομμύρια γυναίκες. Παρά την καθοριστική συνεισφορά τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά, οι γυναίκες στη Γαλλία αντιμετωπίζονταν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Οι γαλλίδες δεν είχαν δικαιώματα ούτε για το σώμα τους. Όλες οι μέθοδοι αντισύλληψης ήταν απαγορευμένες. Όλο και περισσότερες όμως, τολμούσαν να αντισταθούν στις αδικίες των οποίων ήταν θύματα, κυρίως απέναντι στη μεγαλύτερη αδικία. Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, θα εξελιχθεί σε σημαντική πολιτική διεκδίκηση τη δεκαετία του ’30.

Η Μπερθ Ουάιλντ, ήταν μία από τις αγωνίστριες που μάχονταν για τα δικαιώματα των γυναικών. Μεγάλωσε σε μεγαλοαστική, προτεσταντική οικογένεια, στη Νότια Γαλλία. Όλοι την φώναζαν Μπέρτυ. Την δεκαετία του ’20, πήγαν με τον Ολλανδό τραπεζίτη σύζυγό της, να ζήσουν στο Λονδίνο. Εκεί η μαντάμ Μπέρτυ Αλμπέρστ, όπως την αποκαλούσαν τώρα, μυήθηκε στον μαχητικό φεμινισμό από Αγγλίδες ακτιβίστριες. Επέστρεψε στο Παρίσι, είχε ήδη χωρίσει τον Φρέντερικ Αλμπέρστ και απελευθερωμένη πλέον από έναν σύζυγό, ο οποίος της απαγόρευε την οποιαδήποτε πολιτική ενασχόληση. Η Μπέρτυ μπορούσε πια να αγωνιστεί όσο επιθυμούσε. Προκειμένου να κερδίσει την ανεξαρτησία της, έκανε κάτι το αδιανόητο για μια γυναίκα της εποχής της και της τάξης της, έπιασε δουλειά! Άρχισε να εργάζεται ως διευθύντρια προσωπικού σε εργοστάσια, υπεύθυνη των εργατριών, που τόσο χρειάζονταν την βοήθειά της. Στον αγώνα της για το δικαίωμα των γυναικών να ορίζουν τη ζωή τους, βρήκε σύντομα και απροσδόκητα ένα σύμμαχο και έναν ερωτικό σύντροφο, στο πρόσωπο ενός νεαρού αξιωματικού του πεζικού. Τον εθνικιστή γιο μιας φανατικά καθολικής μεγαλοαστικής οικογένειας της Λυών, που άκουγε στο όνομα Ανρί Φρενέ. Τίποτα από ότι συνέβη στη συνέχεια, δε θα μπορούσε να έχει γίνει χωρίς την Μπέρτυ, θα πει αργότερα ο Ανρί.

Η Λουσίλ Μπερνάρ, καταγόταν από ταπεινή οικογένεια. Με σκληρή δουλειά, επίμονη μελέτη και πολλές θυσίες, ολοκλήρωσε τις σπουδές της με διάκριση. Ως νεαρή καθηγήτρια ιστορίας και μέλος του κομμουνιστικού κόμματος στη δεκαετία του ’30, καθώς ο Αδόλφος Χίτλερ αναρριχάται στην εξουσία στη Γερμανία, η νεαρή Λουσύ, εκδηλώνει έντονη αγωνιστικότητα και μαχητικότητα. Η Λουσύ, ήξερε να εξουδετερώνει με μια γροθιά τους ακροδεξιούς ακτιβιστές στους δρόμους της Λατινικής συνοικίας. Έμελε να συναντήσει το άλλο της μισό στην πόλη του Στρασβούργου. Ο Ρεημόν Σαμιουέλ, νεαρός πολιτικός μηχανικός, είχε επίσης μάθει καλά τα μαθήματά του στο πανεπιστήμιο εργατών του κομμουνιστικού κόμματος. Η Λουσύ και ο Ρεημόν Ομπράκ, αυτό θα είναι το ψευδώνυμό τους στο πόλεμο, το ψευδώνυμο με το οποίο θα γίνουν γνωστοί σε όλη τη Γαλλία, έδωσαν όρκους αιώνιας αγάπης. Όταν η Γαλλία κι η Μεγάλη Βρετανία, ως σύμμαχοι της Πολωνίας, κήρυξαν πόλεμο στη Γερμανία, ο Ρεημόν μαζί με 4.5 εκατομμύρια άνδρες, κάτω από την ηλικία των 49 ετών, επιστρατεύτηκαν άμεσα. Η Λουσύ κι όλες οι γυναίκες της Γαλλίας, βίωσαν τον πόνο του αποχωρισμού από τους άντρες τους. Ήταν η πρώτη από τις δοκιμασίες που θα υπομείνουν οι γυναίκες κι ο προάγγελος πολλών που θα επακολουθήσουν.

Στο Παρίσι, την αυγή της δεκαετίας του ’40, ξημέρωναν περίεργες μέρες. Η χώρα ήταν σε πόλεμο αλλά δεν πολεμούσε, ήταν ένας εικονικός πόλεμος χωρίς ορατό εχθρό και οι Γάλλοι πίστευαν ότι ήταν ασφαλείς, πίσω από τις ισχυρές οχυρώσεις της γραμμής Μαζινό. Τις οποίες είχαν κατασκευάσει για να προστατεύσουν τα ανατολικά σύνορα της χώρας. Η γαλλική κυβέρνηση, ήδη σε πλήρη αποδιοργάνωση, επέλεξε να αρχίσει την εμπόλεμη δράση, κάνοντας επίθεση στον υποτιθέμενο εχθρό στο εσωτερικό, τους κομμουνιστές. Ο Σοβιετικός ηγέτης Ιωσήφ Στάλιν, είχε ανοίξει τον ασκό του Αιόλου υπογράφοντας συμφωνία μη-επίθεσης με την Γερμανία, συμμαχώντας έτσι με τον Χίτλερ προκειμένου να καταλάβει ένα μέρος της Πολωνίας.

Η νεαρή Μάι Πόλιτζερ, είχε μείνει άναυδη με την απόφαση των Σοβιετικών. Θεώρησε ότι μέσα σε λίγες μέρες, είχαν κάνει στροφή 180 μοιρών. Λίγα χρόνια νωρίτερα, η Μάι είχε κερδίσει την καρδιά ενός λαμπρού φιλοσόφου, του Ζωρζ Πόλιτζερ. Η Μάι θαύμαζε καιρό την πολιτική σκέψη του Πόλιτζερ. Η Μάι, είχε ενταχθεί στους κόλπους της ένωσης νέων γυναικών της Γαλλίας, ως ενεργή ακτιβίστρια. Επικεφαλής της οργάνωσης ήταν η αγαπημένη φίλη της Ντανιέλ Καζανόβα. Η Ντανιέλ και οι συντρόφισσές της, όλες ακτιβίστριες, ειρηνίστριες και αντιφασίστριες, είχαν προχωρήσει στην έκδοση μιας φεμινιστικής εφημερίδας με το όνομα «Νεαρά Κορίτσια της Γαλλίας». Η κυβέρνηση όμως απαγόρευσε την εφημερίδα της Ντανιέλ και της Μάι, όπως επίσης και την L'Humanité καθώς και δεκάδες άλλες κομμουνιστικές εκδόσεις. Στις αρχές του 1940, η καταστολή του Γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος ήταν σκληρή, 35 μέλη του κοινοβουλίου φυλακίστηκαν. Από 2278 εκλεγμένους κομμουνιστές αφαιρέθηκε το αξίωμά τους και 3400 ακτιβιστές φυλακίστηκαν. Οι δύο γυναίκες δεν το γνώριζαν, πως θα ξεκινούσε γι’ αυτές η εποχή στην κόλαση.


Το 1940, η Βιρτζίνια Χολ έφτασε σε ένα ταραγμένο Παρίσι. Η Βιρτζίνια, μια νεαρή Αμερικανίδα 34 ετών, ήταν μία ικανή και έξυπνη γραμματέας του State Department, των Ηνωμένων Πολιτειών. Ονειρευόταν να γίνει διπλωμάτης, ένα όμως ατύχημα σε κυνήγι είχε ως αποτέλεσμα να χάσει το αριστερό της πόδι, έτσι, εξανεμίστηκε το όνειρό της. Πληγωμένη και με έντονη την ανάγκη για περιπέτεια, η Βιρτζίνια παραιτήθηκε κι έφτασε στο Παρίσι, για να συμμετέχει στον επερχόμενο πόλεμο κατά της Γερμανίας. Ήθελε να γίνει χρήσιμη, ήξερε ότι ο μόνος τομέας στον στρατό, στον οποίο στρατολογούνταν εθελόντριες ήταν το ιατρικό σώμα. Τώρα, το ανάπηρο προσθετικό πόδι της δεν ήταν εμπόδιο. Δεν είχε ιατρική εκπαίδευση, είχε όμως δίπλωμα οδήγησης. Ο Γαλλικός στρατός πήρε την Βιρτζίνια Χολ ως οδηγό ασθενοφόρου και την έστειλε ανατολικά, στα οχυρά της γραμμής Μαζινό. Όταν έφτασε κοντά στην πόλη Μετς, βρήκε στρατιώτες να την περιμένουν άπραγοι. Βρήκε έναν στρατό να περιμένει επίθεση των Γερμανών, δίχως να είναι ενημερωμένοι πότε θα γινόταν αυτό. Στις 10 Μαΐου του 1940 όμως, αυτός ο αόρατος πόλεμος, σε μια στιγμή πήρε σάρκα και οστά. Ο Γερμανικός στρατός εξαπέλυσε επίθεση στο Βέλγιο, οι γερμανικές μεραρχίες κατέλαβαν αστραπιαία την βορειοανατολική Γαλλία, πιάνοντας τον Γαλλικό στρατό εξ απήνης και σε λίγες εβδομάδες απειλούσαν το Παρίσι. Η Βιρτζίνια Χολ μετατέθηκε στο 9ο σύνταγμα του πυροβολικού και ήταν μάρτυρας των πρώτων μαχών κοντά στο Μετς. Μετέφερε αδιάκοπα τους τραυματίες στα νοσοκομεία. Στη σκληρή κι αιματηρή ήττα που ακολούθησε, σκοτώθηκαν 92.000 Γάλλοι στρατιώτες.


«Δεν μπορώ να καταλάβω πως η ζωή των ανθρώπων, μπορεί να είναι υπό την συνεχή απειλή άλλων, δεν θα μπορέσω ποτέ να το καταλάβω και νομίζω ότι είναι τρομερό, μη μου πείτε ότι γίνεται στο όνομα της πατρίδας.» Αυτά είναι τα λόγια που έγραψε μια νεαρή Γερμανίδα 18 ετών, στην αρχή του πολέμου. Η Σόφι Σολ, ζούσε με τα αδέλφια της και τις αδελφές της στην πόλη Ουλμ και ανυπομονούσε να εκπαιδευτεί ως δασκάλα. Η Σόφι, όπως κι ο αδελφός της Χανς, είχαν ενθουσιαστεί από τις αξίες που πρέσβευε ο Αδόλφος Χίτλερ κατά την άνοδο του στην εξουσία. Τις αξίες της πατρίδας, της συντροφικότητας και της κοινότητας, την απαίτηση για ψωμί και εργασία σε κάθε Γερμανό. Πρώτη φορά μια οργάνωση πρόσφερε σε νεαρά κορίτσια, την ευκαιρία να κάνουν αθλήματα ή να ταξιδεύουν χωρίς τους γονείς τους, να γνωρίζουν άλλους νέους ανθρώπους και να συγκροτούν μία κοινότητα. Τους είχαν πει ότι θα συμμετείχαν σ’ ένα μεγάλο σκοπό. Οι δύο έφηβοι, δεν άκουγαν τις προειδοποιήσεις του πατέρα τους, ο οποίος σύγκρινε τον Χίτλερ με τον αυλητή του Χάμελν, που μάγευε τα παιδιά με το φλάουτό του για να τα οδηγήσει στο θάνατο. Αντίθετα με τον πατέρα τους, τα αδέλφια Σολ τα έβρισκαν όλα τέλεια, με μόνη εξαίρεση εκείνο το θέμα για τους Εβραίους, που προέκυπτε συνεχώς.

Ο Χίτλερ όταν έλεγε κοινότητα, εννοούσε μία εθνική κοινότητα η οποία θα ήταν προστατευμένη από φυλετικό εκφυλισμό. Σύμφωνα με τους Ναζί, όλο το έθνος απειλούταν από κατώτερες μειονότητες. Στους Εβραίους, τους οποίους κατηγορούσαν για όλα και για τίποτα, πρόσαπταν ότι ήταν καπιταλιστές και ταυτόχρονα μπολσεβίκοι μαρξιστές. Κατηγορούσαν επίσης τους Τσιγγάνους, τους μαύρους και τους σλάβους. Μόνο οι μητέρες του λάου, οι καθαρόαιμες γερμανίδες θα έπρεπε να τεκνοποιούν για να αυξηθεί και να δυναμώσει πληθυσμιακά η πατρίδα. Ωστόσο, ενώ ήταν καθήκον των μητέρων του λάου να τεκνοποιήσουν, σε μια άλλη κατηγορία γυναικών απαγορευόταν να τεκνοποιήσει. Αμέτρητα φιλμ προπαγάνδας χρησιμοποιήθηκαν για να πείσουν τους Γερμανούς, ότι απαιτούνται ριζοσπαστικά μέτρα για να σταματήσει ο εκφυλισμός της Γερμανικής φυλής. Ένα μεγάλης έκτασης πρόγραμμα στείρωσης ξεκίνησε, για να προστατέψει την Γερμανία από εκείνους που θεωρούνταν ευτελείς, για να σταματήσει η μίξη των φυλών, οι διανοητικές ταραχές και οι κληρονομικές ασθένειες και να αναχαιτιστεί η αναπαραγωγή των κατώτερων ανθρώπων. Στειρώθηκαν 400.000 άνθρωποι, οι 200.000 ήταν γυναίκες. Στις αρχές του 1939, 200.000 ηλικιωμένοι θανατώθηκαν. Οι άρρωστοι, οι ανάπηροι, οι διανοητικά ασθενείς, επίσης θανατώθηκαν. Στις καρδιές της Σόφι και του Χανς Σολ, η μικρή σπίθα αμφιβολίας, σταδιακά εξελίχθηκε σε φωτιά αγανάκτησης και εξέγερσης, η απείθεια τους προς τους Ναζί είχε ήδη ξεκινήσει.

Στις 10 Ιουνίου το Παρίσι βομβαρδίστηκε μαζικά, στις 14 Ιουνίου κηρύχτηκε ανοικτή πόλη. Η κυβέρνηση, η οποία είχε αποσυρθεί στην πόλη Τουρ, τώρα κατευθυνόταν νότια προς το Μπορντό. Στις 17 Ιουνίου ο στρατάρχης Πεταίν, ο οποίος εν μία νυκτί ορίστηκε πρωθυπουργός, απηύθυνε διάγγελμα στο έθνος από το ραδιόφωνο:

«[…] Με βαριά καρδιά σας ανακοινώνω σήμερα, ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε παύση πυρός. Απόψε συζήτησα με τον εχθρό για το αν είναι διατεθειμένος να αναζητήσουμε μαζί ως στρατιώτες, μετά τη μάχη και εις το όνομα της τιμής, τα μέσα για να σταματήσουμε τις εχθροπραξίες.»


Τα Γερμανικά στρατεύματα παρήλαυναν μέσα στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός-στρατάρχης Πεταίν, είχε συμφωνήσει να διαιρεθεί η χώρα σε δύο ζώνες, χωρισμένες από μία διαχωριστική γραμμή μήκους 1000 χιλιομέτρων περίπου. Δυτικά, κατά το μήκος των ακτών μέχρι βόρεια, οριζόταν η ζώνη κατοχής υπό γερμανική διοίκηση και νότια υπήρχε η λεγόμενη «ελεύθερη ζώνη» υπό Γαλλική διοίκηση, που όμως ,πλήρωνε μεγάλους φόρους στη Γερμανία σε καθημερινή βάση. Η Γαλλική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο Βισύ, η δημοκρατία δεν υπήρχε πια και τώρα το Γαλλικό κράτος προωθούσε την εργασία, την οικογένεια και το έθνος, ως θεμελιώδεις αρχές της πολιτικής του. Οι γυναίκες, ξαφνικά, βρέθηκαν υπεύθυνες για την πτώση του έθνους, οι οπαδοί της κυβέρνησης του Βισύ, πίστευαν ότι οι γυναίκες είχαν αποτύχει να φέρουν εις πέρας το ηθικό τους καθήκον. Κυρίως εκείνες οι επιπόλαιες γυναίκες, που έβαφαν τα πρόσωπά τους κι εγκατέλειπαν τις οικογένειές τους για να πάνε να δουλέψουν. Στο εξής, με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, οι γυναίκες δεν ήταν πια άτομα με δικαιώματα. Η ταυτότητα μιας γυναίκας οριζόταν από το ρόλο της ως μητέρα και ως νοικοκυρά. Οι αποπροσανατολισμένες νεαρές της Γαλλίας, έπρεπε να επανέλθουν στον ίσιο δρόμο, αυτή ήταν πλέον η αποστολή Γαλλικού κράτους:

«Μητέρες της Γαλλίας, το καθήκον σας είναι το πιο δύσκολο αλλά και το πιο σπουδαίο. Πριν από το Κράτος, είστε οι πάροχοι της εκπαίδευσης. Μόνο εσείς ξέρετε πώς να δίνετε αυτή την όρεξη για δουλειά, την αίσθηση της πειθαρχίας, της ταπεινότητας και του σεβασμού, που δημιουργεί καλούς άντρες κι έναν δυνατό λαό. Είστε η έμπνευση του χριστιανικού πολιτισμού μας.»

Δουλειά, Οικογένεια, Έθνος. Αυτό ήταν το τρίπτυχο σλόγκαν της Γαλλικής Δημοκρατίας, πρώτα θύματά του ήταν οι γυναίκες.
Δουλειά, για ποιον όμως; Ο νόμος που ψηφίστηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1940, καθιστούσε παράνομη την πρόσληψη παντρεμένων γυναικών σε δημόσιες υπηρεσίες, όσες ήταν ήδη εργαζόμενες θα απολύονταν κι αν ήταν πάνω από 50 ετών, υποχρεώνονταν ν’ αποσυρθούν.
Οικογένεια, με τι κόστος; Το διαζύγιο απαγορευόταν τα τρία πρώτα χρόνια του γάμου. Όποια γυναίκα εγκατέλειπε τη συζυγική της εστία τιμωρούταν αυστηρά ενώ η άμβλωση ορίστηκε ως έγκλημα κατά της ασφάλειας του κράτους. Οι οικογένειες διαλύονταν από την απουσία των αντρών. Ενάμιση εκατομμύριο στρατιώτες ήταν αιχμάλωτοι των Γερμανών και θα παρέμεναν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, εξανεμίζοντας τις ελπίδες των γυναικών, που ήλπιζαν ότι οι άντρες τους θα επέστρεφαν στο σπίτι με την ανακήρυξη της εκεχειρίας.
Έθνος, αλλά όχι για όλους. Δεν ήταν καλή ιδέα να είσαι αλλοδαπός ή διαφορετικός στο Βισύ της Γαλλίας. Από το φθινόπωρο του 1940, κυκλοφορούσαν πολλά κείμενα που απροκάλυπτα συσχέτιζαν αυτήν την εθνική επανάσταση με το φυλετικό διαχωρισμό που εφάρμοζε το ναζιστικό καθεστώς. Στης 3 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση του Βισύ εξέδωσε ένα θέσπισμα για τους Εβραίους προς εφαρμογή σε όλη τη χώρα.

Στα τέλη του 1940 και η Βρετανική πρωτεύουσα ήταν εφιαλτική, το Λονδίνο βομβαρδιζόταν ανελλιπώς. Αυτήν την επιχείρηση συστηματικού βομβαρδισμού της Βρετανίας, ο Χίτλερ την είχε ονομάσει «Blitz», δηλαδή «Αστραπή». Κάθε βράδυ, 150 έως 200 γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδιζαν κατά κύματα με χιλιάδες βόμβες όλες τις μεγάλες αγγλικές πόλεις. Σ’ αυτό το χαοτικό Λονδίνο έφτασε η Βιρτζίνια Χολ, η Αμερικανίδα οδηγός ασθενοφόρου. Χάρις το αμερικανικό διαβατήριό της, η Βιρτζίνια κατάφερε να φύγει από το Παρίσι μετά την εκεχειρία. Πήγε στη Μαδρίτη, μετά στην Πορτογαλία και κατέληξε στη Μεγάλη Βρετανία. Η χώρα του Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε λυγίσει αλλά δε τσάκισε. Η επιχείρηση Αστραπή κινητοποίησε όλη τη χώρα, κυρίως τις γυναίκες της Βρετανίας. Εν αντιθέσει με τη Γαλλία, η Βρετανία υποστήριξε τη συμμετοχή των γυναικών στην πρώτη γραμμή του πολέμου, στην ύπαιθρο οι γυναίκες αναλάμβαναν την ανατροφή παιδιών από τις εκκενωμένες πόλεις, απ’ όπου απομακρύνθηκαν για να γλυτώσουν από τους εντατικούς βομβαρδισμούς. Χρειαζόταν επειγόντως ένας στρατός γης γυναικών, που σύντομα θα γίνει γνωστός ως «Κορίτσια της Γης», που μπορούσαν να δουλέψουν στα χωράφια, αντικαθιστώντας τους απόντες άντρες. Ακόμη και στον βρετανικό στρατό ενεπλάκησαν ενεργά οι γυναίκες: ως οδηγοί ασθενοφόρων, πιλότοι αεροπλάνων, ακόμη και στη συντήρηση μηχανημάτων. Γυναίκες εργάτριες λειτουργούσαν τα εργοστάσια πρωί βράδυ. Οι γυναίκες συμμετείχαν επίσης στον εθελοντικό στρατό προστατεύοντας τους πολίτες καθώς και στις εναέριες μονάδες, οι οποίες πραγματοποιούσαν αναγνωριστικές πτήσεις. Το 1914, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Βρετανίδες έγιναν γρήγορα αναπόσπαστο και ενεργό μέλος της πολεμικής προσπάθειας της χώρας τους. Η Βιρτζίνια Χολ ήθελε να συνεχίσει να πολεμάει. Πολύ γρήγορα η σωστή γνώση που είχε στον πόλεμο ξηράς και η φλογερή της επιθυμία να υπηρετήσει, κίνησαν την προσοχή της Βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών και συγκεκριμένα των επιχειρήσεων ειδικών αποστολών, ενός μυστικού παραρτήματος των Βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών, το οποίο είχε δημιουργήσει ο ίδιος ο Τσώρτσιλ. Ο Τσώρτσιλ είχε δώσεις στους επικεφαλής της οργάνωσης μία μόνο εντολή: βάλτε φωτιά στην Ευρώπη. Και εννοούσε με όλα τα πιθανά μέσα, με εκτεταμένο σαμποτάζ σε όλα τα εδάφη που ήταν υπό Ναζιστική κατοχή. Η Χολ ζήτησε να επιστρέψει στη Γαλλία και η επιχειρήσεις ειδικών αποστολών, την επέλεξαν για την πρώτη γαλλική αποστολή της. Πρώτη φορά μία μυστική υπηρεσία στρατολογεί γυναίκες σε αποστολές ξηράς, σχεδόν 40 γυναίκες, οι καλύτερες κατάσκοποι του τμήματος F, θα έπεφταν με αλεξίπτωτο στη Γαλλία. Η πλειοψηφία θα πλήρωνε ακριβά αυτή που έμελλε να γίνει μία από τις πιο οδυνηρές αποτυχίες των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών.

Εν τω μεταξύ στο Παρίσι, η ζωή γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη για τους Γάλλους, κυρίως για τις γυναίκες και τις μητέρες, οι οποίες έπρεπε να τα αντιμετωπίσουν όλα μόνες τους. Τα συσσίτια ήταν ο κανόνας σε όλη τη χώρα και τα δελτία που καθόριζαν πόσο φαγητό αναλογούσε σε κάθε έναν, δεν επαρκούσαν. Οι μητέρες συχνά αναγκάζονταν να πεινάνε προκειμένου να ταΐσουν τα παιδιά τους ή τους ηλικιωμένους. Το κάρβουνο, το πετρέλαιο, τα υφάσματα, τα δέρματα, δεν επαρκούσαν. Οι πρώτοι δύο χειμώνες της κατοχής ήταν εξαιρετικά δύσκολοι. Η Μπέρτυ Άλμερστ, η μαχόμενη ακτιβίστρια, που τα τελευταία χρόνια φρόντιζε εργάτες σε εργοστάσια, παρότρυνε την κυβέρνηση του Βισύ να ορίσει τοπικό επιθεωρητή για την ανεργία στην Λυών. Άρχισε να πολιορκεί τις αρχές για να δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις εργασίας για τις γυναίκες και να φτιάξουν καταφύγια για εκατοντάδες άλλες. Παραπονέθηκε στους ανωτέρους της ότι της επέτρεπαν να ανοίγει κέντρα περίθαλψης μόνο για γυναίκες οι οποίες είχαν φτάσει σε κατάσταση εξαθλίωσης. Η Μπέρτυ, πεπειραμένη πολιτική ακτιβίστρια, μπορούσε να διακρίνει ότι το Βισύ στους δρόμους και στα άδεια καταστήματα έχανε την υποστήριξη του γαλλικού λαού.

«Γάλλοι πολίτες! Έχω δυσάρεστα να σας πω. Τις τελευταίες εβδομάδες, νιώθω έναν άρρωστο άνεμο να πνέει σε πολλές περιοχές της Γαλλίας. Ο φόβος κυριεύει τις σκέψεις, η αμφιβολία καταλαμβάνει τις ψυχές. Η εξουσία της κυβέρνησής μου, είναι το θέμα της συζήτησής μου, οι διαταγές συχνά εκτελούνται λανθασμένα. Σε ένα κλίμα διαδόσεων και δολοπλοκιών, οι δυνάμεις της ανασυγκρότησης όλο και αποθαρρύνονται, μια πραγματική ανησυχία καταλαμβάνει το γαλλικό έθνος.»

Ήταν κάτι που ανησυχούσε πολύ τον Πεταίν, η αντίθεση προς τη γαλλική κυβέρνηση του Βισύ, εξαπλωνόταν κυρίως ανάμεσα στις γυναίκες. Όμως, τι ακριβώς σήμαινε αντίσταση στη Γαλλία του 1941; Σίγουρα δεν γεννιέσαι μέλος της αντίστασης, ο λαός άρχισε να επικοινωνεί την οργή του για τη γερμανική κατοχή και για τη κυβέρνηση του Βισύ, προς έναν κοινό σκοπό. Στην αρχή ήταν δύο άνθρωποι, μετά έγιναν δέκα, μετά εκατό. Στη Λυών, η Μπέρτυ συναντήθηκε ξανά με τον Ανρί Φρενέ, ο οποίος είχε δραπετεύσει από στρατόπεδο συγκέντρωσης και είχε βγει στην παρανομία. Σε μόλις λίγους μήνες, το ζευγάρι δημιούργησε ένα μεγάλο δίκτυο πληροφοριών και προπαγάνδας, το οποίο ονόμασαν Ένοπλος Αγώνας, με σκοπό να πολεμήσουν τους Γερμανούς κατακτητές.

Βρισκόμαστε στο 1941, είναι η χρονιά που θα αλλάξουν τα πάντα για τη Λουσύ και τον Ρεημόν Ομπράκ. Μαζί με τον Καβάιγ και τον Νταστιέ, ίδρυσαν το κίνημα «Απελευθέρωση». Σκοπός τους ήταν να αγωνιστούν ενάντια στους Ναζί κατακτητές όπως μπορούσαν, αλλά και ενάντια στο καθεστώς του Βισύ, διανέμοντας την εφημερίδα «Liberation» (Απελευθέρωση). Η οποία τυπωνόταν σε 10.000 αντίτυπα. Πίσω στο 1940, η Μάι και ο Ζώρζ Πόλιτζερ, μαζί με τους Ελέν και Ζακ Σολομόν καθώς και τον Ζακ ντε Κουρ, ίδρυσαν έναν συνασπισμό αντίστασης κομμουνιστών φοιτητών, τον οποίο ονόμασαν Ελεύθερο Πανεπιστήμιο. Η Μάι αφιέρωσε όλο της το χρόνο στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο. Μαζί με την Ντανιέλ Καζανόβα εξέδιδαν την εφημερίδα του κινήματος. Οι γυναίκες της αντίστασης, όπως χιλιάδες άλλες, ρίσκαραν τη ζωή τους για τον αγώνα. Θα γίνονταν γρήγορα απαραίτητες και χωρίς αυτές δεν θα υπήρχε αντίσταση στο εσωτερικό. Συμμετείχαν σε μυστικές αποστολές, έκρυβαν δραπέτες στρατιώτες, διακινούσαν αλληλογραφία, συγκέντρωναν πληροφορίες, δακτυλογραφούσαν και μοίραζαν αντιστασιακές εφημερίδες. Χάρις στις γυναίκες, τα δίκτυα της αντίστασης διατηρούνταν ανοιχτά και λειτουργικά.

Την Άνοιξη του ’41, καίρια γεγονότα θ’ αλλάξουν την έκβαση του πολέμου. Τον Ιούνιο, σε μία έξαρση επεκτατισμού, ο Χίτλερ θα εξαπολύσει την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» και θα επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση και στον Στάλιν. Σκοπός του Φύρερ ήταν να κατακτήσει το «Λέμπενσράουμ» (ζωτικός χώρος), που η χώρα του πάντα εποφθαλμιούσε προς ανατολάς. Και θα εξασφάλιζε στη Γερμανία την κυριαρχία της στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο, από την Αυστρία ως τα Βαλκάνια και από την Πολωνία ως την Ουκρανία. Στις αρχές του 1942, ξεκίνησε ένα σύστημα μαζικής εξόντωσης σύμφωνα με τις επιθυμίες του Χίτλερ, ως οριστική λύση στο Εβραϊκό ζήτημα. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Άουσβιτς, Μπίκερναου, Τρεμπλίνκα και στο Σόμπιμπορ, τώρα έγιναν κέντρα εξόντωσης με θαλάμους αερίων, που χρησιμοποιήθηκαν για τη μαζική δολοφονία ανθρώπων, τους οποίους έφερναν εδώ με τρένα απ’ όλες τις κατεχόμενες περιοχές των Ναζί. Όταν αποβιβάζονταν από τα τρένα κάποιοι άντρες έκαναν αναγκαστική εργασία ενώ οι γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους, στέλνονταν αμέσως στους θαλάμους αερίων. Ήταν λάθος να είσαι μητέρα και να τεκνοποιείς, λάθος που ισοδυναμούσε με θανατική ποινή. Ήταν ένα έγκλημα πρωτοφανές στην ανθρώπινη ιστορία, θα θανατωθούν περίπου έξι εκατομμύρια Εβραίοι στην Ευρώπη.

Στις αρχές του 1940, θανατώθηκαν πολλοί αντιστασιακοί στη γαλλική κατεχόμενη ζώνη. Η καταστολή της οργανωμένης αντίστασης είχε γίνει εμμονή για τους Γερμανούς, στο στόχαστρο είχαν βάλει τους νεαρούς κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν πάρει όπλα και οργάνωναν επιτυχημένες επιθέσεις σαμποτάζ. Ένα ηχηρό συμβάν παραδειγματικής θανάτωσης, θα ήταν αρκετό για να αναχαιτίσει τους υπόλοιπους. Μία σειρά συλλήψεων, αποδυνάμωσε το δίκτυο αντίστασης, που είχαν στήσει οι Πόλιτζερ. Η ίδια η Μάι, μαράζωνε σε ένα κελί φυλακής όταν έχασε τους δύο πιο σημαντικούς άντρες της ζωής της. Τον σύζυγό της Ζωρζ και τον αδελφό της στον αγώνα, τον συμπολεμιστή της Ζακ ντε Κουρ. Τους εκτέλεσαν γερμανικά εκτελεστικά αποσπάσματα στο Μοντ Βαλεριέν, τον Μάιο του 1942. Η Μάι και η Ντανιέλ, οι δύο μαχήτριες της αντίστασης από τον Συνασπισμό των Νεαρών Κοριτσιών της Γαλλίας, μεταφέρθηκαν στο οχυρό του Ρομενβίλ, απ’ όπου θα απελαύνονταν λίγες βδομάδες μετά με ένα κομβόι αντιρρησιών για το στρατόπεδο του Άουσβιτς-Μπίρκενάου. Το 1943, πέθαναν και οι δύο στο στρατόπεδο από τύφο. Χιλιάδες γυναίκες που ζούσαν στη Γαλλία, έπεσαν θύματα της κτηνωδίας των Γερμανών και των συνεργών τους, που ανήκαν στο καθεστώς της κυβέρνησης Βισύ. Το 1940 είχε γίνει απογραφή των Εβραίων και από τις 29 Μαΐου του 1942, όλοι οι Εβραίοι της κατεχόμενης ζώνης έπρεπε να φοράνε ένα κίτρινο αστέρι. Σε διάστημα λίγων μηνών, στρατόπεδα συγκέντρωσης δημιουργήθηκαν στην κατεχόμενη ζώνη και στην ελεύθερη ζώνη. Στο Παρίσι κυκλοφορούσαν φήμες για επικείμενες μαζικές εκτελέσεις. Στις 15 και 16 Ιουλίου του 1942, η Γαλλική αστυνομία, κατόπιν άνωθεν διαταγής, συνέλαβε 12.884 αλλοδαπούς Εβραίους στο Παρίσι. Μεταξύ 1942 και 1944, σχεδόν όλοι οι Εβραίοι συνελήφθησαν. Συνολικά 76.000 Εβραίοι, που ζούσαν στη Γαλλία, στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ανάμεσά τους 11.400 παιδιά κάτω των δεκαεπτά ετών. Μόνο δυόμιση χιλιάδες επιβίωσαν.

Εν τω μεταξύ, ο Σοβιετικός χειμώνας θα στήσει το σκηνικό, όπου θα ξεδιπλωθεί μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές επιχειρήσεις στον κόσμο. Ήταν πόλεμος μέχρις εσχάτων, μέχρι να εξαφανιστεί από το χάρτη ή η Ε.Σ.Σ.Δ, ή η Ναζιστική Γερμανία. Οι δύο στρατοί θα χάσουν αρκετά εκατομμύρια στρατιώτες στο πεδίο της μάχης. Τα σοβιετικά πολεμικά εργοστάσια δούλευαν ασταμάτητα χάρις τις σοβιετικές εργάτριες. Η Ε.Σ.Σ.Δ, ήταν το μόνο έθνος που έστειλε γυναίκες στο μέτωπο, σχεδόν ένα εκατομμύριο σοβιετικές πήραν τα όπλα για να πολεμήσουν τη Βέρμαχτ, είτε ως μέλη του Κόκκινου στρατού, είτε ως μέλη των ομάδων πολιτών, που κινητοποιήθηκαν για να προκαλούν προβλήματα στα γερμανικά στρατεύματα. Ο Κόκκινος στρατός κατάφερε ν’ αναχαιτίσει τους Γερμανούς κατακτητές και στις αρχές του 1943, απελευθέρωσε το Στάλινγκραντ. Το τίμημα ήταν οι ζωές εκατοντάδων χιλιάδων, αντρών και γυναικών. Ήταν μια τραγική συμβολική και ταπεινωτική ήττα για τη Βέρμαχτ και σημείο καμπής σε αυτόν τον παγκόσμιο πόλεμο, που μετρούσε ήδη τέσσερα χρόνια. Η Σόφι Σολ, είδε τον αδελφό της Χανς, να φεύγει για να πολεμήσει στη Ρωσία. Επέστρεψε από το Ανατολικό μέτωπο ένας διαφορετικός άνθρωπος. Ώριμος και πιο αποφασισμένος από ποτέ να πολεμήσει τους Ναζί και τον ατελείωτο τρόμο, το ατέρμονο μίσος και το θάνατο που έσπειραν. Έτσι, τα δύο αδέλφια μαζί με λίγους φίλους, άρχισαν να τυπώνουν χιλιάδες φυλλάδια σ’ ένα μικρό εργαστήρι. Υπέγραφαν ως ομάδα, με το μυστηριώδες όνομα: Το Άσπρο Τριαντάφυλλο. Ένα πρωί, η Σόφι κι ο Χανς, πήραν μια βαλίτσα γεμάτη προκηρύξεις και πήγαν στο πανεπιστήμιο. Τις πέταξαν ψηλά από τις σκάλες και τις παρατηρούσαν να φτερουγίζουν στο χειμωνιάτικο τοπίο του Μονάχου: «Το έθνος μας είναι συγκλονισμένο από το θάνατο των αντρών του Στάλινγκραντ. Οι νεκροί του Στάλινγκραντ, μας απευθύνουν έκκληση, το έθνος μας αφυπνίζεται ενάντια στην υποδούλωση της Ευρώπης από τον Εθνικοσοσιαλισμό, μπροστά σε μια αναβίωση της ελευθερίας και της τιμής.» Ο θυρωρός του πανεπιστημίου, είδε τη Σόφι και τον Χανς, μάζεψε τα φυλλάδια και κάλεσε την Γκεστάπο. Αφού ολοκλήρωσε την επί αρκετές βδομάδες ανάκριση στη φυλακή του Μονάχου, η Γκεστάπο τοιχοκόλλησε τη δική της προκήρυξη στο πανεπιστήμιο: «Καταδικάστηκαν σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Σόφι Σολ, 22. Χανς Σολ, 25. Η ποινή εξετελέσθη.» Η Σόφι και ο Χανς είχαν αποκεφαλιστεί.


Οι Αμερικανοί, οι οποίοι είχαν μπει στον πόλεμο ως σύμμαχοι των Βρετανών, προσγειώθηκαν στη Βόρεια Αφρική κι απελευθέρωσαν τους Αλγερινούς. Η Βέρμαχτ πιάστηκε εξ απήνης κι αποφάσισε να εισβάλει στην ελεύθερη ζώνη και να κατακτήσει όλη τη Γαλλία. Ο Γερμανικός στρατός ήταν παντού μαζί με τα σκυλιά του, την Γκεστάπο, η οποία εγκαταστάθηκε τώρα στη Λυών, υπό τις διαταγές του Κλάους Μπάρμπι. Ο Μπάρμπι, είχε συγκροτήσει μια μαύρη λίστα με μέλη της αντίστασης, των οποίων η σύλληψη ήταν υψίστης σημασίας. Στην κορυφή της λίστας του ήταν μια γυναίκα. Ο Μπάρμπι την αποκαλούσε «Κουτσή Κυρία» και θα έπαιζε σημαντικό ρόλο για το δίκτυο πληροφοριών των Βρετανών, στη Γαλλία. Ήταν αυτή, που μετέφερε όλες τις πληροφορίες τους στο Λονδίνο. Η «Κουτσή Κυρία», δεν ήταν άλλη από την Βιρτζίνια Χολ. Η γαλλόφιλη Αμερικανίδα, είχε σταλεί στο Βισύ ως δημοσιογράφος και με βάση τη Λυών, είχε συσπειρώσει ένα εκτεταμένο δίκτυο κατασκόπων. Ο Μπάρμπι όμως έφτασε εκεί αργά, μέχρι να εισβάλουν στην ελεύθερη ζώνη οι Γερμανοί, η Βιρτζίνια είχε καταφέρει να φτάσει στην Αμερικανική πρεσβεία στη Μαδρίτη. Δεν το έβαζε εύκολα κάτω, και το 1944, θα επιστρέψει στη Γαλλία ως μέλος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, για να συμμετέχει στην αντίσταση θα εισχωρήσει στους κόλπους της C.I.A. Τώρα όλη η Γαλλία ήταν υπό Γερμανική κατοχή, επιλέγοντας να συνθηκολογήσει με τους κατακτητές αντί να συμμετέχει με τους συμμάχους στο Αλγέρι, η κυβέρνηση του στρατάρχη Πεταίν, αποκάλυψε με ποιανού το μέρος ήταν. Οι μάσκες είχαν πέσει. Ο Πιέρ Λαβαλ, επικεφαλής της κυβέρνησης δήλωσε, ότι προτιμούσε να κερδίσουν οι Γερμανοί τον πόλεμο παρά οι Ρώσοι μπολσεβίκοι. Ο στρατάρχης Πεταίν προσπάθησε να δείξει καλό πρόσωπο υιοθετώντας το ρόλο του πατέρα του έθνους κι ένας πατέρας πότε δεν προδίδει τα παιδιά του. Για να συγκαλύψει τη φρικιαστική αλήθεια της συνεργασίας του με τους Ναζί, ξεκίνησε συστηματική προπαγάνδα που έδειχνε τον γέρο στρατάρχη με τα παιδιά του, με νεαρές γυναίκες ή σε σχολεία. Όταν η κυβέρνηση του Λαβάλ, έπειτα από απόφαση των Γερμανών, εφάρμοσε την υπηρεσία υποχρεωτικής εργασίας, ένα πρόγραμμα για να στηρίξει την κρατική δύναμη της Γερμανίας, για άλλη μια φορά θα είναι οι γυναίκες αυτές που θα χρησιμοποιηθούν ως όργανα της προπαγάνδας. Οι άντρες θα φύγουν για να δουλέψουν στη Γερμανία ενώ οι γυναίκες πρέπει να μείνουν σπίτι και  να υπομείνουν την απώλεια ενός συζύγου ή ενός γιου. Υπάρχει καλύτερος τρόπος για να πουλήσεις την πολιτική της συνεργασίας, από την εικόνα μιας μητέρας και του παιδιού της;

Οι γυναίκες όμως, έβλεπαν τους άντρες τους να φεύγουν, όχι για τη Γερμανία αλλά για την παράνομη αντίσταση και οι ίδιες τους τροφοδοτούσαν με προμήθειες. Ήταν επείγον για τον Λαβάλ να πιάσει όσους δραπέτευαν από το πρόγραμμα εργασίας, όπως επίσης και τους αντιρρησίες. Έπρεπε να χρησιμοποιήσει περισσότερους αστυνομικούς για να κάνουν περισσότερους ελέγχους. Έτσι, εκ μέρους του στρατάρχη Πεταίν, συγκρότησε μια κοινοβουλευτική δύναμη την Milite Francais, δηλαδή τη γαλλική πολιτοφυλακή, για να κυνηγήσουν τον εσωτερικό εχθρό. Αρκετές χιλιάδες Γαλλίδες επέλεξαν να γραφτούν σε αυτό το αντιδημοκρατικό, αντισημιτικό, αντικομουνιστικό, εθνικιστικό κίνημα. Ένα θανατηφόρο σκοτάδι σκίαζε τη χώρα και την τιμή της. Υπό τη σκιά της γερμανικής κατοχής, τα παρισινά βράδια ανήκαν στις αποκαλούμενες «κοντέσες» της Γκεστάπο, οι οποίες στροβιλίζονταν στον ανεμοστρόβιλο των πάρτι στις αγκαλιές των Γερμανών αξιωματούχων. Υπήρχαν Γάλλοι, άντρες και γυναίκες, που ανυπομονούσαν να συμμετέχουν στη γιορτή του Ράιχ, δηλαδή στην κατασπατάληση του πλούτου της χώρας. Στην πλειοψηφία τους αυτά τα ξεφαντώματα πληρώνονταν με αγαθά και περιουσίες που είχαν κλαπεί από τους Εβραίους, από τα διαμερίσματα, τις γούνες, τα κοσμήματά τους.

Ήταν ζήτημα μηνών για να εξολοθρευτεί στο εσωτερικό η αντίσταση, με την αγαστή συνεργασία της γερμανικής Γκεστάπο με την γαλλική πολιτοφυλακή. Η γαλλική αντίσταση ήταν έως τότε ενωμένη γύρω από τον Ζαν Μουλέν, τον οποίο είχε στείλει ο Σαρλ ντε Γκωλ, για να συγκροτήσει στρατό αντίστασης. Η Μπέτυ Άλμπερστ, που πολλές φορές είχε συλληφθεί και δραπετεύσει, προδομένη από συντρόφους της, δεν άντεχε να ζήσει ξανά φυλακισμένη και να ρισκάρει να προδώσει κι η ίδια. Κρεμάστηκε στο κελί της φυλακής της, το πτώμα της το πέταξαν στον κοινό τάφο της φυλακής. Η κρυφή ζωή της Λουσύ Ομπράκ, πήρε άσχημη τροπή όταν ο Ρεημόν συνελήφθη μαζί με τον Ζαν Μουλέν και άλλους ηγέτες της αντίστασης τον Ιούνιο του ’43. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, το χτύπημα που δέχτηκε η αντίσταση από τη Γκεστάπο ήταν τρομερό. Η Λουσύ δεν άντεχε που ο άντρας της είχε πέσει στα χέρια του Μπάρμπι, ήταν ειδήμονας στο να φυγαδεύει τους μαχητές της αντίστασης από την φυλακή. Ήταν επικεφαλής της πτέρυγας δράσης του δικτύου της και έφερνε εις πέρας τις πιο δύσκολες αποστολές. Κατάφερε τέσσερεις μήνες μετά, έγκυος στο δεύτερο παιδί της, να απελευθερώσει τον Ρεημόν, με επίθεση κομάντο της ομάδας της. Ο Τσώρτσιλ είχε πει στις επιχειρήσεις ειδικών αποστολών  να βάλουν φωτιά στην Ευρώπη, σε κάθε κατεχόμενη περιοχή. Στη Γαλλία, αυτή ήταν η αποστολή εκατοντάδων αντρών πρακτόρων αλλά και 39 εξαιρετικών γυναικών κατασκόπων. Ήταν ένας πόλεμος των πληροφοριών, το αντίτιμο θα ήταν οι ζωές αυτών των κατασκόπων, θυσία στον βωμό της λογικής του κράτους. Τελικός προορισμός αυτών των γυναικών, που σύμφωνα με τους κανόνες των Ναζί, έπρεπε να φοράνε το κόκκινο τρίγωνο, ήταν το στρατόπεδο συγκέντρωσης γυναικών στο Ράβενσμπρικ, βόρεια του Βερολίνου ή σε άλλα στρατόπεδα. Η Ζενεβιέρ ντε Γκωλ, απελάθηκε στο Ραβενσμπρικ, τον Ιανουάριο του 1944:

«Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν μια φρικιαστική ανακάλυψη. Ποιος μπορούσε να το φανταστεί, ότι αυτό το σύστημα θα κατέστρεφε την ανθρωπότητα. Είδα πρόσωπα γυναικών που με συντάραξαν βαθιά. Άρχισα να νιώθω ότι προσπαθούν να εκμηδενίσουν κάτι μέσα μας, που είναι πιο πολύτιμο από την ίδια τη ζωή: την αξιοπρέπειά μας. Μοιραζόμασταν όμως κάτι πολύτιμο, ως συλληφθέντα μέλη της Αντίστασης, ξέραμε για ποιον λόγο βρισκόμασταν εκεί. Η σκέψη εκείνων των αντρών και των γυναικών, που υποβλήθηκαν σε φρικιαστικές συνθήκες επειδή ήταν Εβραίοι ή Τσιγγάνοι, ή επειδή αυτό ή εκείνο, δεν έχει καμιά λογική.»

Η ντε Γκωλ, απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο στρατό, που κατέλαβε το στρατόπεδο Ράβενσμπρικ, στις 25 Απριλίου του 1945. Από τις 10.000 γυναίκες που στάλθηκαν στο στρατόπεδο, μόνο 2.000 επέστρεψαν ζωντανές. Τα Αμερικανικά και τα Βρετανικά στρατεύματα, κατέφθασαν στη Γαλλία τον Ιούνιο του 1944. Η χώρα απελευθερώθηκε σταδιακά, οι Γάλλοι πανηγύριζαν με τους συμμάχους, γιόρταζαν την ελευθερία τους και την ελπίδα για ειρήνη επιτέλους. Τα χαμόγελα όμως των γυναικών, αργότερα θα τα σκίαζε ένα ακόμη πέπλο. Παρότι εκείνα τα σκοτεινά χρόνια ανάγκασαν τις γυναίκες να αντιμετωπίσουν τις καθημερινές προκλήσεις μόνες τους, η επιστροφή των αιχμαλώτων πολέμου θα οξύνει τα συζυγικά προβλήματα. Πως αναζωπυρώνεις την φλόγα σε μια οικογένεια έπειτα από τόσα χρόνια χωρισμού; Πως μπορεί ο ένας να κατανοήσει τον πόνο του άλλου; Τους μήνες που ακολούθησαν μετά το τέλος του πολέμου, σημειώθηκαν πολλά διαζύγια.

Η κατάσταση χειροτέρεψε καθώς, δεδομένου της αναπόφευκτης λαϊκής απαίτησης για εκδίκηση και τιμωρία όσων συνεργάστηκαν με τον εχθρό, οι γυναίκες έγιναν ο αποδιοπομπαίος τράγος. Η ταπείνωση και η βία που επιβλήθηκαν στις γυναίκες, που ήταν συχνά απ’ τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, ήταν μεγάλη αδικία καθώς πολλοί απ’ όσους ταυτίστηκαν πολιτικά με τους Γερμανούς, ή επωφελήθηκαν από την κατοχή, τελικά γλύτωσαν την τιμωρία. Ήταν λες και οι σεξουαλικές σχέσεις να ήταν το απόλυτο έγκλημα για μια γυναίκα. Το ξύρισμα των κεφαλιών τους συμβόλιζε την εγγενή ανευθυνότητα της γυναικείας φύσης.


Γυναίκες, τα αιώνια θύματα του πολέμου, ηττημένες ακόμη και στη νίκη. Χιλιάδες γυναίκες βιάστηκαν από τους Αμερικανούς ελευθερωτές. Δεκάδες χιλιάδες γερμανίδες βιάστηκαν από τον Κόκκινο στρατό. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί, ότι τα σκοτεινά χρόνια της κατοχής πολλές γυναίκες επέλεξαν να βγουν στην παρανομία και να αντισταθούν. Ήταν πολλές, αλλά οι πράξεις τους για πολύ καιρό θα αμφισβητούνται και δε θα αναγνωριστούν από τους άντρες, οι οποίοι δοξάζουν μόνο τη στρατιωτική δράση. Όσο για τις ίδιες τις γυναίκες, δεν είχαν καμία επιθυμία να γραφτούν στην ιστορία ως ηρωίδες της απελευθέρωσης. Προτίμησαν απλώς να γυρίσουν την σελίδα ενός κεφαλαίου, που απέπνεε μόνο οσμή θανάτου. Χάρις το σθένος και τον ηρωισμό τους, θεσμοθετήθηκε το δικαίωμα ψήφου για όλες τις γαλλίδες, που ψηφίστηκε με εντολή του Σαρλ ντε Γκωλ, τον Οκτώβριο του 1944.

ΕΡΤ. Α.Ε 2016
Απόδοση: Αφροδίτη Κοσμά
Elles étaient en guerre (1939-1945