Άντζελες Άρριεν: Αρχέτυπα και η επιστροφή στο Σπίτι

Άντζελες Άρριεν, Διαπολιτισμική ανθρωπολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων, καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Συνθετικών Μελετών της Καλιφόρνια και Ινστιτούτο Διαπροσωπικής Ψυχολογίας στο Μένλο Παρκ, Συγγραφέας

Άντζελες Άρριεν: Η επιστροφή στο Σπίτι


(απομαγνητοφώνηση/επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος)

Αρχέτυπα

Είναι υπέροχο να σκέφτεται κανείς, για τις δυνάμεις που λειτουργούν στα ανθρώπινα όντα, ανεξάρτητα από τις πολιτισμικές τους συνθήκες ή τις οικογενειακές τους αποτυπώσεις. Συχνά σκεφτόμουν τι είναι αυτές οι δυνάμεις και είναι αυτό που με οδήγησε να ρίξω μια ματιά στο ότι διαπολιτισμικά λειτουργούμε με τις ίδιες αυτές δυνάμεις. Με συγκίνησε το ότι στα Απαλάχια όρη όταν σε χαιρετούν, λένε: «Τι μαθαίνεις; Πως δουλεύει;» Και σκέφτομαι, ποιες είναι οι δυνάμεις που εργάζονται και μας μαθαίνουν; Βασικά, νομίζω, ότι στην πραγματικότητα είναι τρεις. Είναι ουσιαστικά: οι θεραπευτικές, αυτές τις μύησης και οι δημιουργικές. Κρατούν ή φτιάχνουν ένα τεράστιο καλάθι ή καζάνι, ή δοχείο όπου έρχονται πολλά πρότυπα ή αυτά που ο Γιουνγκ ονόμαζε: αρχέτυπα. Έτσι, αυτό με κινητοποίησε να δω, είναι αυτά οι τρόποι που κινούν το ανθρώπινο μας πνεύμα προς την ολότητα; Οι ιθαγενείς του κόσμου, συχνά λειτουργούν με τα πρότυπα αυτά: Τον δρόμο του Πολεμιστή, ο οποίος Πολεμιστής, είναι ο παλαιότερος όρος για τον Αρχηγό. Ή με τον δρόμο του Δασκάλου, επειδή κάθε πολιτισμός στον κόσμο έχει κάποια εκπαιδευτική μέθοδο. Ο δρόμος του Θεραπευτή, όλοι οι πολιτισμοί στον κόσμο έχουν θεραπευτικά πρότυπα. Ή, ο δρόμος του Οραματιστή, όπου όλες οι δημιουργικές τέχνες, που ξεχειλίζουν από τα ανθρώπινα όντα, θέλουν πάντα να εκφράσουν τα οράματά τους.

Νομίζω ότι με πολλούς τρόπους, το όνειρο της ζωής μας ή το κάλεσμα της ζωής μας έχει φλογιστεί. Έχουμε μια τάση να θυμόμαστε γιατί βρισκόμαστε εδώ και ποιο είναι αυτό που είναι να κάνουμε ως  ανθρώπινα όντα για το οποίο είμαστε εδώ. Και νομίζω ότι με πολλούς τρόπους είμαστε εδώ στ’ αλήθεια, για να μάθουμε για την αγάπη, να εκφράσουμε την αγάπη και είμαστε πραγματικά εδώ για να δημιουργήσουμε. Και το όνειρο της ζωής μας ουσιαστικά, στηρίζεται στις στενές σχέσεις, αυτές οι δυνάμεις εκεί ζωντανεύουν με πολλούς τρόπους απλά, περιμένοντας να δουν ποιον μπορούν ν’ αρπάξουν στη συνέχεια. Είναι, σχεδόν σαν να έχεις καταληφθεί από τις Μούσες. Αν σκεφτούμε τις εννέα Μούσες στην Ελληνική Μυθολογία και πως, παρόλο που είχαν όλες θηλυκή μορφή, ήταν εκείνες που άνοιγαν τις πύλες για τα μυστήρια αυτών των αρχέτυπων. Ή, με το να μας γνέφουν να πάμε προς τη μουσική ή την επιστήμη, ή στις τέχνες, ή προς έναν ιδιαίτερο δρόμο στον οποίο θα μπορούσαμε να προσκληθούμε. Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον για τους ανθρώπους να αναλογιστούν ποιους δρόμους έχουν αληθινά εξερευνήσει. Έχουν εξερευνήσει το ηγείσθε; Τον δρόμο του Πολεμιστή. Έχουν εξερευνήσει λειτουργίες θεραπείας ή ιατρικής; Ή έχουν εξερευνήσει τους δρόμους της σοφίας; Τον δρόμο του Δασκάλου, ή τη δημιουργία της Φωτιάς, που πραγματικά βρίσκεται σε όλες τις τέχνες, παγκόσμια.

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

Συχνά, σκέφτομαι αυτό που είπε ο Γιουνγκ αρκετό καιρό πριν, ότι ο ψυχολογικός μηχανισμός για τον μετασχηματισμό της ενέργειας είναι το σύμβολο. Και νομίζω ότι στην ονειρική μας ζωή παίρνουμε αυτά τα «σκουντήματα» από την ψυχή. Μπορεί να στεκόμαστε στο ντους και η ψυχή να πει: «Α, ωραία, τώρα είναι διαθέσιμοι για να έρθουν κάποιες πληροφορίες». Ή, όταν οδηγούμε μόνοι σε έναν ανοιχτό δρόμο. Μεγάλο μέρος της κατάθλιψης, νομίζω, είναι η πολλή δημιουργικότητα, οι πολλές πληροφορίες που φθάνουν διαισθητικά ή μέσα από την καθοδήγηση, ή μέσα από όνειρα, οι οποίες δεν έχουν πραγματωθεί. Ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, στα 40 του ήταν πραγματικά σε κατάθλιψη κι ένιωθε ότι είχε αποσυνδεθεί από τη δημιουργική του φλόγα. Πίστευε ότι για εκείνον όλα είχαν χάσει το νόημά τους. Έτσι, αποφάσισε ότι ίσως έπρεπε να πάει στα βουνά. Και πήγε στα βουνά, στα Πυρηναία όρη για τρεις μήνες. Κι όταν γύρισε έγραψε ένα ποίημα, ως έναν τρόπο να μείνει συνδεδεμένος με τη δημιουργική φωτιά και συνδεδεμένος με το τι είχε σημάνει γι’ αυτόν. Κάτι να του υπενθυμίζει ποιος πραγματικά ήταν παρά ό,τι νόμιζε πως είναι. Αυτό συλλαμβάνει, ότι ένας άνθρωπος κυριολεκτικά καταλήφθηκε από ένα αρχέτυπο -νομίζω το αρχέτυπο της θεραπείας και το αρχέτυπο του οραματιστή- όταν έγραψε:

«Εγώ, δεν είμαι εγώ.
Είμαι αυτός που βαδίζει δίπλα μου, που δεν μπορώ να δω.
Και εκείνος που άλλες φορές καταφέρνω να επισκέπτομαι
και εκείνος που άλλες φορές ξεχνώ.
Και εκείνος που παραμένει ήρεμος και σιωπηλός καθώς εγώ μιλώ.
Και εκείνος που σιωπηλά συγχωρεί,
όταν κινούμαι στην οργή ή τον φόβο ή τον ενδοιασμό.
Και εκείνος που βαδίζει εκεί που δεν μπορώ να πάω.
Και εκείνος που παραμένει όρθιος όταν εγώ πεθαίνω».

Η σκέψη που είχα αφού το διάβασα, ήταν: «Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος, που βάδισε στον τύπο των αρχέτυπων, έτσι, θυμήθηκε βαθιά ποιος σ’ αλήθεια ήταν». Αυτό επανέφερε το νόημα στη ζωή του και επίσης τον συνέδεσε ξανά με τη δημιουργική του φλόγα. Νομίζω ότι τα αρχέτυπα είναι δρόμοι που μας ανάβουν την φλόγα για την επιστροφή στο σπίτι, στο μονοπάτι των ψυχών και ανοίγουν ξανά ή ξυπνούν ξανά, την καρδιά. Όταν συμβεί αυτό, τότε μπορούμε στ’ αλήθεια να δημιουργήσουμε συγχρόνως συλλογικά και ατομικά και να αρχίσουμε να φέρνουμε το φάρμακό μας, το αυθεντικό φάρμακό μας στη γη και τις οικογένειές μας.

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ ήταν Ισπανός ποιητής, Γέννηση: 24 Δεκεμβρίου 1881

Μου αρέσει που οι Αιγύπτιοι έκαναν ιερογλυφικά για την μαγεία. Κυριολεκτικά, όταν το αποδομήσεις αυτό, είναι η τέχνη της επικοινωνίας. Και στον Ρούμι, τον ποιητή του 12ου αιώνα, του άρεσε να κάθεται σε ένα από αυτά τα παλιά χαλιά, σαν τα τούρκικα χαλιά. Καθόταν εκεί κι έγραφε ένα ποίημα για να θυμόμαστε ότι πρέπει να κινούμαστε από το εσωτερικό μας. «Μην κινείσαι με τον τρόπο που ο φόβος θέλει να κινείσαι. Ξεκίνα ένα ανόητο έργο. Ο Νώε το έκανε». Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι, ότι αν μπορούμε να γυρίσουμε σπίτι, μπορούμε να αρχίσουμε να κινούμαστε από μέσα μας και να αρχίσουμε να αποδεσμεύουμε τις αναστολές στην αγάπη και τη δημιουργικότητα, που βρίσκονται μέσα στον φόβο και την περηφάνια, να κινηθούμε: Μην κινείσαι με τον τρόπο που ο φόβος θέλει να κινείσαι και ξεκίνα ένα ανόητο έργο. Το όνειρο της ζωής μας, ή ένα τραγούδι της καρδιάς. Το αγαπώ αυτό: Το έκανε ο Νώε. Νομίζω ότι, με τον 21ο αιώνα, το κάλεσμα είναι να πάμε «σπίτι», έτσι ώστε να μπορούμε να ξανά-ονειρευτούμε τις ζωές μας. Και, με κάποιον τρόπο, να ξανά-ονειρευτούμε τη Γη.

Νιώθω ότι υπάρχει τόση ασθένεια της καρδιάς ή απώλεια της ψυχής, επειδή οι άνθρωποι δεν στέκονται στα δώρα και τα ταλέντα τους. Υπάρχει μια, σχεδόν σαν συλλογική, συναινετική ύπνωση. Στέκονται περισσότερο σε μια αυτό-μείωση και ανεπάρκεια παρά σε ένα… όπως λένε οι ιθαγενείς: «Στέκεσαι σε ένα μακρύ, ψηλό σώμα, με τις βαθιές σου ρίζες. Είσαι ένα μακρύ, ψηλό δέντρο, με τις βαθιές σου ρίζες», που πάει πίσω, σε ένα είδος εγγενούς γενναιοδωρίας που υπάρχει μέσα σε όλους μας, που δεν έχει καθόλου να κάνει με πληθωρικότητα ή αλαζονεία, ή μείωση ή ανεπάρκεια. Μου αρέσει πολύ που τον χειμώνα πολλοί ιθαγενείς στον κόσμο, θα θάψουν ένα μαχαίρι σαν υπενθύμιση ότι: «Δεν θα είμαι εγώ αυτός που θα αποκοπώ από τη δική μου φύση». Νομίζω ότι χρειάζεται να εγκαταλείψουμε αυτού του είδους τον εθισμό στην αυτό-υποτίμηση και να αρχίσουμε περισσότερο να ακολουθούμε τα έμφυτα δώρα και ταλέντα που φέρουμε.

Είναι πραγματικά ενδιαφέρον, ότι όταν πας σε κάποιον σαμάνο ή έναν γιατρό ή έναν θεραπευτή σε πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς, θα σου κάνουν μία από τις τέσσερεις ερωτήσεις, λένε: «Πότε στη ζωή σου σταμάτησες να τραγουδάς; Πότε σταμάτησες να χορεύεις; Πότε σταμάτησες να γοητεύεσαι από τις ιστορίες και ειδικά από την ιστορία της δικής σου ζωής;». Και: «Πότε σταμάτησες να ανακουφίζεσαι ή να νιώθεις άνετα με τη γλυκιά επικράτεια της σιωπής;». Έτσι, νομίζω, έχει ενδιαφέρον να βλέπει κανείς διαπολιτισμικά, το ότι δεν υπάρχει κανένας πολιτισμός στον κόσμο που δεν τραγουδά ή δεν χορεύει, ή δεν λέει ιστορίες ή δεν αντιλαμβάνεται ότι η σιωπή ή η μοναξιά συνδέεται στ’ αλήθεια με το μυστήριο. Οι ωκεάνιοι ιθαγενείς λένε: «Αν μπορείς να τραγουδάς, μπορείς να πεις την αλήθεια». Οι ιθαγενείς της Αμερικής, λένε εδώ και αιώνες: «Τραγούδα για τη ζωή σου». Έρευνες δείχνουν, ότι ο ήχος της ίδιας μας της φωνής, ψάλλοντας ή τραγουδώντας, δυναμώνει το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Αλλά οι ιθαγενείς Αμερικάνοι, το ξέρουν αυτό εδώ και αιώνες, γιατί λένε: Τραγούδα για τη ζωή σου. Και οι Αφρικανοί: «Αν μπορείς να περπατάς, μπορείς να χορέψεις και αν μπορείς να μιλάς, μπορείς να τραγουδήσεις». Η μουσική είναι τόσο ενοποιητική δύναμη και το βλέπουμε αυτό στον κόσμο σήμερα. Και ο χορός συνδέει ξανά τους ανθρώπους με τη σοφία του σώματος. Νομίζω ότι όταν κανείς σταματά πια να χορεύει, νιώθει άβολα με το σώμα του και έχει χάσει επαφή με την έμφυτη βαθιά σοφία του.

Πολλοί ιθαγενείς λένε συχνά ή πιστεύουν ότι οι πρόγονοί μας στέκονται πίσω μας, ότι οι αρσενικοί πρόγονοι στέκονται πίσω μας στα δεξιά και οι θηλυκοί μας πρόγονοι στέκονται πίσω μας στα αριστερά και λένε: «Ίσως αυτός είναι εκείνος, που μπορεί να αναδείξει το καλό, το αληθινό και το όμορφο», ή «ίσως αυτός είναι εκείνος που θα σπάσει τα βλαβερά οικογενειακά πρότυπα, ή τα βλαβερά κοινωνικά πρότυπα». Συχνά σκέφτομαι, ότι τα αρχέτυπα στέκονταν πίσω μας ή γύρω μας και έλεγαν: «Ίσως αυτός είναι εκείνος που θα φέρει την καλή, αληθινή, όμορφη πλευρά αυτής της ενέργειας, της δύναμης ζωής».

Η γυναίκα της Νουβία

Υπάρχει μια τόσο όμορφη ιστορία, που έρχεται από την Αφρική. Είναι μια παλιά ιστορία του Λώρενς Βαν ντερ Ποστ, από τη συλλογή του «Ιστορίες της Ζούγκλας». Αφορά τη σύνδεση ανάμεσα στην πνευματική εργασία και τις θεραπευτικές ενέργειες ή δυνάμεις. Είναι για μια όμορφη μαύρη γυναίκα από τη Νουβία, που ήταν τυλιγμένη με ένα κόκκινο τόγκο, με ένα καλάθι στο κεφάλι της. Περπατά μέσα από το χωριό, περνά πλάι από τις αδερφές της και αναρωτιέται, γιατί κάθε φορά που περνά εκείνες ψιθυρίζουν; Αλλά, εκείνη, που έχει μεγάλη αξιοπρέπεια και χάρη, συνεχίζει να περπατά μέσα από το χωριό και να πηγαίνει στις δουλειές της. Όλες οι γυναίκες φορούσαν εκείνα τα όμορφα περιδέραια από τζίτζιφα, αλλά το δικό της το είχε φτιάξει με έναν τόσο ωραίο τρόπο, που όλες οι αδερφές της και οι συντρόφισσές της στο χωριό ζήλευαν πολύ. Αποφάσισαν ότι κάποια μέρα θα της έπαιρναν αυτό το περιδέραιο. Τις Παρασκευές, όλες οι γυναίκες έπλεναν κάτω στην όχθη του ποταμού, έτσι, εκείνη αποφάσισε ότι θα πήγαινε μαζί τους την Παρασκευή το πρωί. Εκείνες ήταν ήδη μέσα στο νερό, αυτή λοιπόν σκέφτηκε πως ίσως σήμερα την έκαναν παρέα και δεν θα ψιθύριζαν. Με αρκετή σιγουριά της είπαν: «Ε, δεν θα έρθεις στο ποτάμι μαζί μας;» Εκείνη σκέφτηκε: «Α! Τι υπέροχη μέρα. Αυτή είναι η μέρα, η μέρα που με κάνουν πάλι παρέα». Κι έτσι, μπήκε στο ποτάμι μαζί τους. Παρατήρησε ότι εκείνες δε φορούσαν τα περιδέραιά τους, τους είπε: «Τι τα κάνατε τα περιδέραιά σας;» Εκείνες απάντησαν: «Κάναμε μια πολύ σημαντική τελετή σήμερα το πρωί. Αυτό που κάναμε, είναι, ότι αποφασίσαμε να πετάξουμε τα περιδέραιά μας στο νερό σαν προσφορά στους Θεούς και τις Θεές του ποταμού». Η μαύρη γυναίκα από τη Νουβία συγκινήθηκε πάρα πολύ, σκέφτηκε «Τι θαυμάσιο πράγμα να κάνει κανείς» και είπε: «Θα ήθελα να κάνω κι εγώ το ίδιο». Πήρε το περιδέραιό της, έκλεισε τα μάτια της, έκανε μια προσευχή και το έριξε μέσα στον ποταμό. Και, εκείνη τη στιγμή, όλες γύρισαν προς αυτή και την πιτσίλισαν και είπαν: «Νομίζεις ότι θα ήμασταν τόσο ανόητες ώστε να δώσουμε τα περιδέραιά μας στους Θεούς και τις Θεές του ποταμού; Νομίζεις ότι είμαστε τόσο ανόητες;» Πήγαν στην άκρη της όχθης του ποταμού και τράβηξαν έξω τα περιδέραια. Τα έπλυναν και τα φόρεσαν και την πιτσίλισαν ξανά και ξανά και ήταν πολύ ενθουσιασμένες με την επιτυχία τους. Έβαλαν πάλι όλα τα ρούχα που είχαν στεγνώσει μέσα στα καλάθια και ανέβηκαν στο χωριό και η γυναίκα από τη Νουβία πήγε στην άκρη της όχθης του ποταμού, κάθισε εκεί και έκλαψε πολύ. Μετά, σηκώθηκε, τυλίχτηκε με το Τόγκο, έβαλε το καλάθι πάνω στο κεφάλι της, πήγε στην όχθη του ποταμού και άρχισε να προσεύχεται στους Θεούς και τις Θεές του ποταμού. Προσευχήθηκε ξανά και ξανά κι εκείνοι της επέστρεψαν το περιδέραιο. Προσευχήθηκε ξανά και έκλαψε και τότε νόμισε ότι άκουσε κάτι. Αλλά όχι, πρέπει να ήταν το κελάρυσμα του ποταμού. Μα όχι, το άκουσε πάλι: «Βούτηξε μέσα, βούτηξε μέσα» και βούτηξε κάτω, στην κοίτη του ποταμού. Εκεί, όταν η λάσπη άρχιζε να καθαρίζει, περίπου τρία μέτρα μακριά της ήταν μια γριά γυναίκα, καλυμμένη με όλες εκείνες τις πληγές που έσταζαν, και έλεγε: «Γλείψε τις πληγές μου, γλείψε τις πληγές μου». Επειδή ήταν η γυναίκα που ήταν, σύρθηκε προς τη γριά γυναίκα, πήρε το χέρι της και πολύ αργά αρχίζει να γλείφει μία από τις πληγές. Καθώς έγλειφε αυτή την πληγή ένα πολύ παράξενο πράγμα συνέβη. Όλες οι πληγές πάνω στο σώμα της έκλεισαν και το πρόσωπό της έγινε πολύ λαμπερό και φωτεινό.

Η ιστορία συνεχίζει αλλά εδώ ήταν το κομβικό της κομμάτι. Είναι μια υπενθύμιση ότι όταν έχουμε προδοθεί και όλη η προδοσία είναι αποτέλεσμα αυτό-εξαπάτησης, γιατί ήταν απρόθυμη να αναλάβει δράση γι’ αυτό που είχε παρατηρήσει -είχε παρατηρήσει τους ψιθύρους. Και γιατί νόμιζε ότι όλα θα ήταν διαφορετικά εκείνο το πρωινό όταν την έκαναν παρέα. Όταν έχουμε πληγωθεί ή προδοθεί, τότε είναι που συχνά πηγαίνουμε «σπίτι», τότε εκείνη αρχίζει να προσεύχεται. Νόμισε μετά ότι άκουσε κάτι: ότι ήταν το κελάρυσμα του ποταμού. Ήταν η φωνή της σοφίας, που έλεγε: «Βούτηξε μέσα». Και το έκανε, πήγε «σπίτι», στη δική της κοίτη του ποταμού, στον πυρήνα. Πάντα, όταν πηγαίνουμε «σπίτι» στη δική μας κοίτη του ποταμού, εκεί μέσα κάθεται το σοφό πρόσωπο που μας δίνει τις επόμενες οδηγίες για τη θεραπεία μας. «Τώρα που είσαι σπίτι, που ήρθες εδώ, γλείψε τις πληγές μου». Η αφήγηση ιστοριών και η ποίηση, είναι ένας τρόπος που φλογίζει τη μυθική φαντασία. Αλλά επίσης, φλογίζει τα αρχέτυπα. Είναι ένας τρόπος που πραγματικά μας πάει στο «σπίτι», στο μυστήριο.

___________
Παραγωγή: Thinking Allowed
Μετάφραση: Ρούλα Ζουπανιώτη

Προτάσεις