Φρανσίσκο Φερρέρ: «Ο θάνατος του Μοντέρνου Σχολείου»



Φρανσίσκο Φερρέρ: «Ο θάνατος του Μοντέρνου Σχολείου»


Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος 

«Στο σχολείο, όλα πρέπει να γίνονται προς όφελος του μαθητή»

Γεννήθηκε σε μια μικρή Καταλανική πόλη κοντά στην Βαρκελώνη, από γονείς πιστούς καθολικούς. Πριν ενηλικιωθεί, ήταν ήδη αφοσιωμένος δημοκράτης και οπαδός του ελεύθερου πνεύματος χάρη στην επιρροή ενός ελευθερόφρονα θείου του. Για την δράση του δίπλα στον ριζοσπάστη δημοκρατικό ηγέτη Ζορίγια, αναγκάστηκε να διαφύγει στο Παρίσι μαζί με την σύζυγό του και τις τρεις κόρες του. Το Παρίσι, ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα, η πολιτιστική και πολιτική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Οι πολιτιστικές πρωτοπορίες και οι πολιτικές ιδεολογίες της εποχής, οδηγούν τη γαλλική πρωτεύουσα σ’ έναν ανανεωτικό πυρετό, που μετασχηματίζει τη ζωή και τις συνήθειες. Επικρατεί αναβρασμός από προοδευτικά και επαναστατικά πνεύματα. Αναζητούνται νέοι δρόμοι στη λογοτεχνία, την τέχνη και την πολιτική. Την περίοδο εκείνη, ο Φερρέρ, εργάζεται σαν υπεύθυνος σ’ ένα εστιατόριο στο Barrio Latino. Παράλληλα παραδίδει μαθήματα ισπανικής γλώσσας. Εκεί ήλθε σε επαφή με Γάλλους ριζοσπάστες, αλλά και εξόριστους αναρχικούς και σοσιαλιστές συμπατριώτες του, μυήθηκε στον γαλλικό τεκτονισμό και συμμετείχε στην 2η Διεθνή. Ο Φερρέρ δουλεύει ενεργά με τον κύκλο των εξόριστων στο Παρίσι Ισπανών δημοκρατών και κατέχει τη θέση του γραμματέα του Ζορίγια. Όμως, τον αρχικό του ενθουσιασμό διαδέχεται μια βαθιά απογοήτευση.  Καθώς η δυσαρέσκειά του βαθαίνει, η σκέψη του ωριμάζει.

«Επειδή συμμετείχα στην εξέγερση της Santa Colomna De Farnes, αλλά κυρίως για οικογενειακούς λόγους, μετανάστευσα εθελοντικά στο Παρίσι, όπου χάρη σε συστάσεις του Ζορίγια, έζησα ως έμπορος κρασιών ως το 1889. Η εμπειρία που απέκτησα στα 15 χρόνια της παραμονής μου στο Παρίσι, με έπεισε ότι το πρόβλημα της λαϊκής εκπαίδευσης δεν ήταν λυμένο, και αφού δεν ήταν λυμένο στη Γαλλία, δεν μπορούσα να περιμένω να το λύσουν οι Ισπανοί δημοκράτες, αφού είχαν πάντοτε επιδείξει άγνοια για την πρωταρχική σημασία, που έχει για έναν λαό το εκπαιδευτικό του σύστημα. Η σχέση μου με τον Ζορίγια, ήταν κομβική για την πολιτική μου δράση. Μ’ έφερε σε επαφή με πολλούς Ισπανούς επαναστάτες αλλά και αξιόλογους Γάλλους δημοκράτες, η συναναστροφή με τους οποίους με απογοήτευσε. Αν τα μέλη των επιτροπών δεν ασχολούνταν τόσο με το τι θα έκαναν σε μια μελλοντική δημοκρατική κυβέρνηση, κι ασχολούνταν πιο ενεργά με τη λαϊκή εκπαίδευση, πόσο θα είχαμε προοδεύσει αυτά τα 30 χρόνια στα ημερήσια σχολεία για παιδιά και στα νυχτερινά σχολεία ενηλίκων! Θα αρκούνταν τότε οι εργάτες σε μικροξεσηκωμούς για την αυξημένη τιμή του ψωμιού, ή θα επαναστατούσαν ενάντια στις στερήσεις; Αυτές που τους επιβάλλονται εξαιτίας της υπεραφθονίας που απολαμβάνουν, όσοι πλουτίζουν με την ξένη εργασία.»

Η Γαλλία απολαμβάνει εκείνα τα χρόνια μεγάλη οικονομική ευημερία. Η ανάπτυξη αυτή όμως έχει πολλά σκοτεινά σημεία. Στο λαμπρό και μποέμικο Παρίσι, η σκιά της περιθωριοποίησης και της φτώχειας σαρώνει πολλές συνοικίες. Αυτή η κατάσταση είναι κοινή και στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, οπού η πείνα και η απόλυτη μιζέρια περιβάλλουν τα λίγα εκείνα κοινωνικά στρώματα, που συγκεντρώνουν τον πλούτο. Ενάντια στη βία της απελπισίας, που προπαγανδίζουν κάποιοι αναρχικοί κύκλοι, υψώνονται άλλες επαναστατικές φωνές. Απέναντι στην ιδέα του Μπακούνιν, ότι η επανάσταση θα προκύψει βίαια και αυθόρμητα, ο Κροπότκιν θυμίζει το 1889, ότι: «ένα κατεστημένο οικοδόμημα, αποτέλεσμα αιώνων ιστορίας, δεν καταστρέφεται με μερικά κιλά εκρηκτικών.» Προτείνει τον βασικό ρόλο στην εκπαίδευση, βεβαιώνοντας, ότι καμιά κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί να θριαμβεύσει, αν δεν προηγηθεί μια επανάσταση στα μυαλά και στις καρδιές των ανθρώπων. Αυτή η εσωτερική επανάσταση πρέπει να πραγματοποιείται διαμέσου των σχολείων. Με δική του πρωτοβουλία δημιουργείται το 1898, η επιτροπή υπέρ της εκπαίδευσης, στην οποία συμμετέχουν: ο Τολστόι, οι αδελφοί Ρεκλού, ο Γκραφ και ο Μαλάτο. Αυτές οι ελκυστικές προοπτικές, συμπίπτουν με τις ανησυχίες του Φερρέρ, που εμβαθύνει στο ζήτημα της εκπαίδευσης. Κι έτσι, έρχεται σε επαφή με τους αναρχικούς ιδεολόγους. Επηρεάζεται από τα τότε ανανεωτικά ρεύματα στην εκπαίδευση και παρακολουθεί με ενδιαφέρον την εκπαίδευση της 3ης Γαλλικής Δημοκρατίας. Έχοντας ήδη καθιερώσει τον διαχωρισμό κράτους κι εκκλησίας, η γαλλική κυβέρνηση ενθαρρύνει την πρωτοβουλία της Τζουλ Φερί, για μια πρωτοβάθμια εκπαίδευση δωρεάν, υποχρεωτική και κοσμική. Ο Φερρέρ θαυμάζει την πρόοδο στο ζήτημα της θρησκείας αλλά σύντομα, βλέποντας την εξέλιξη της δημόσιας γαλλικής εκπαίδευσης, ο ενθουσιασμός του μετατρέπεται σε απογοήτευση. Επαληθεύει ότι τα παλιά ελαττώματα δεν έχουν εξαλειφθεί, έχουν απλώς αντικατασταθεί.

«Ο Θεός αντικαθίσταται από το κράτος, η χριστιανική αρετή απ’ το καθήκον του πολίτη, η θρησκεία απ’ τον πατριωτισμό, η υπακοή στον βασιλιά, την αριστοκρατία και τον κλήρο, απ’ την υπακοή στον δημόσιο υπάλληλο, στον ιδιοκτήτη και το αφεντικό.»

Αλλά υπάρχει κι ένας μη κρατικός θεσμός που επηρεάζει βαθιά τον Φερρέρ, το ορφανοτροφείο του Σεμμπούι κοντά στο Παρίσι, που διευθύνεται απ’ τον αναρχικό παιδαγωγό, Πολ Ρομπίν. Εκείνος, αποπειράται να αποδείξει, ότι ένα παιδί δεν πρέπει να ‘ναι καταδικασμένο σε μια ζωή άγνοιας και μιζέριας, εξαιτίας της μιζέριας των γονιών του. Στις αρνητικές επιπτώσεις μιας δύσκολης οικογενειακής ζωής, αντιπαραβάλλει μια εκπαίδευση στοργική και μια ζωή σε επαφή με τη φύση. Η βορειοαμερικάνα Έμμα Γκόλντμαν, αφηγείται: «Πήρε το υλικό του απ’ όπου μπορούσε, απ’ τον δρόμο, τις παράγκες, τα ορφανοτροφεία, τα ιδρύματα, τα αναμορφωτήρια, απ’ όλα τα φριχτά και βρώμικα μέρη, όπου η καλή κοινωνία κρύβει τα θύματά της, για να καθησυχάζει τη συνείδησή της. Μάζεψε όλους τους αλήτες, βρώμικους και εξαθλιωμένους, που μπορούσε να φιλοξενήσει και τους πήγε στο Σαν Μπουί.»

Πολ Ρομπίν, Γάλλος εκπαιδευτικός και επιστήμων, Γέννηση 1837

Αυτά τα τόσα θετικά αποτελέσματα, που έχει στα εξαθλιωμένα παιδιά η πρακτική εκπαίδευση του Ρομπίν, επηρεάζουν αποφασιστικά τον Φέρρερ, διαμορφώνοντας με οριστικό τρόπο την παιδαγωγική του θεωρία. Επεξεργάζεται την ιδέα ενός μοντέρνου σχολείου, στο οποίο οι μαθητές θα λαμβάνουν μία εκπαίδευση ορθολογική, βασισμένη στον θετικισμό, όπου η επιστήμη και το πείραμα θα είναι τα μόνα μέσα για την κατάκτηση της γνώσης, που ισχύει πραγματικά. Τα παιδιά δεν πρέπει να υποβάλλονται σε καμιά πολιτική, θρησκευτική και ηθική εξουσία. Ο Φέρρερ διευρύνει τα μαθήματα ισπανικών και ξεκινά παραδόσεις σε διάφορα εκπαιδευτικά κέντρα. Η μέθοδός του βρίσκει μεγάλη απήχηση και δημοσιεύει το έργο «Πρακτικό Εγχειρίδιο Ισπανικών», μια περίληψη της εκπαιδευτικής του μεθόδου, στην οποία, για πρώτη φορά στην εκμάθηση νέων γλωσσών, τα κλασικά κείμενα αντικαθίστανται με φράσεις καθημερινής χρήσης. Ανάμεσα στους μαθητές του είναι και δυο άτομα που αποκτούν ξεχωριστή θέση στη ζωή του, τη δασκάλα Λεοπολντίν Μονάρ, με την οποία συνδέεται συναισθηματικά και αποκτά ένα παιδί, τον Ριέγκο. Και την Ερνεστίνα Μενιέρ, μια γυναίκα βαθιά θρησκευόμενη και από πλούσια οικογένεια. Παρά τις διαφορετικές πεποιθήσεις στο ζήτημα της θρησκείας, η φιλία και η εμπιστοσύνη ανάμεσά τους είναι αμοιβαίες. Η Ερνεστίνα, ευαισθητοποιημένη ως προς τα κοινωνικά προβλήματα των παιδιών, μοιράζεται τα ίδια εκπαιδευτικά ιδεώδη με τον Φερρέρ. Όταν πεθαίνει, του κληροδοτεί μια αξιοσημείωτη περιουσία, για να μπορέσει να φέρει εις πέρας τα σχέδια του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, ο Φερρέρ, έχει αλλάξει την πολιτική και κοινωνική του σκέψη και έχει ωριμάσει ως προς τις παιδαγωγικές του ιδέες. Απογοητευμένος απ’ τις πολιτικές ίντριγκες, σταματά να πιστεύει σε δηλώσεις και πολιτικούς. Η Ισπανία είναι εκείνα τα χρόνια, μια χώρα υπανάπτυκτη, που αναλώνεται στη μιζέρια και την αγνοία.

«Χρειάζεται πάνω απ’ όλα να διαφωτίσουμε τη χώρα, είναι αναγκαίο να διαδώσουμε την κουλτούρα και τη γνώση. Μόνο ένας μορφωμένος λαός μπορεί να βγει από την απελπισία που βιώνει, απολαμβάνοντας την ελευθερία και την ανεξαρτησία.»

Ο Φερρέρ ταξιδεύει απ’ το Παρίσι στη Βαρκελώνη με την οικογένειά του. Επιστρέφει με έναν μόνο στόχο. Να ιδρύσει ένα σχολείο για παιδιά, το «Μοντέρνο Σχολείο». Η Βαρκελώνη που συναντά ο Φερρέρ στην επιστροφή του, έχει λίγα κοινά με αυτήν που είχε εγκαταλείψει χρόνια νωρίτερα. Στην πόλη είχε ξεκινήσει μια μεγάλη πολεοδομική ανάπτυξη και έχει επεκταθεί αρκετά. Ωραία και πολυτελή κτίρια χτίζονται σε καινούριους δρόμους, με τις πιο προωθημένες τεχνικές και το πιο πρωτοποριακό στυλ. Αλλά η αλλαγή είναι περισσότερο επιφανειακή παρά πραγματική. Την ίδια στιγμή που οι μορφές προωθούνται, η κοινωνία ατονεί. Ενδεικτικά, σε μια Βαρκελώνη που βρίσκεται στη μέση ενός αρχιτεκτονικού πυρετού, δεν χτίζεται ούτε ένα κτίριο προορισμένο για δημόσιο σχολείο. Η κατάσταση στην εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι τραγική. Ο Φερρέρ εγκαθίσταται στο Μασάου, όπου αγοράζει ένα σπίτι, το Ερμινάλ. Συναντιέται ξανά με τις δύο κόρες του και τον αδερφό του, που επιστρέφουν απ’ την Αυστραλία όπου είχαν μεταναστεύσει. Με το που φτάνει στη Βαρκελώνη, επιδίδεται σε μια μανιώδη δραστηριότητα, με σκοπό να ιδρύσει το Μοντέρνο Σχολείο όσο πιο γρήγορα γίνεται. Βρίσκει έναν χώρο στην οδό Μπαϊγέν, και ορίζει εκεί την έδρα του σχολείου. Ορίζει σαν διοικητική επιτροπή του μοντέρνου σχολείου, φημισμένους καθηγητές του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης, συμπεριλαμβανομένου του πρύτανη του Πανεπιστημίου Ροντρίγκεζ Μέντεζ. Συμμετέχουν επίσης επιστήμονες αλλά και άνθρωποι του πολιτισμού, όπως ο Ανσέλμο Λορένζο –ο οποίος και θα μεταφράσει πολλά έργα για το Μοντέρνο Σχολείο. Επίσης, καθηγητές που έχαιραν εκτίμησης στους εργατικούς κύκλους. Διορίζει ως διευθύντρια του κέντρου την Κλεμανσίν Ζακίνε, γαλλίδα παιδαγωγό με εμπειρία στο πεδίο της εκπαίδευσης σε διάφορες χώρες και η οποία, είχε υπάρξει μαθήτρια του Φερρέρ στα μαθήματα ισπανικών. Τελικά, στις 8 Σεπτεμβρίου 1901, σε αίθουσες εξοπλισμένες με τα πιο σύγχρονα μέσα, ξεκινάνε τα μαθήματα με 30 μαθητές: 18 αγόρια και 12 κορίτσια. Τα επόμενα χρόνια, ο αριθμός των μαθημάτων, των μαθητών και των καθηγητών θα αυξηθεί. Ο Φερρέρ έχει επιτέλους κατορθώσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

«Το σχέδιο μου είναι, το σχολείο να είναι δημοτικό και μεικτό, δηλαδή με αγόρια και κορίτσια όπως στο Σαν Μπουί και όπως θα πρέπει να είναι το σχολείο του μέλλοντος. Την ημέρα θα είναι σχολείο για παιδιά και το βράδυ για ενήλικες, όπου θα παραδίδονται μαθήματα γαλλικών, αγγλικών, γερμανικών, ταχυγραφίας και λογιστικής.»

Η αποστολή του μοντέρνου σχολείου συνιστάται, στο να γίνουν αγόρια και κορίτσια, άνθρωποι μορφωμένοι, ειλικρινείς, δίκαιοι και ελεύθεροι από κάθε προκατάληψη. Γι’ αυτό θα αντικαταστήσει τον δογματισμό με τον ορθολογισμό και την μελέτη των φυσικών επιστημών. Θα αφυπνίσει και θα αναπτύξει τις ικανότητες των μαθητών/τριών, ώστε μέσα από την ατομική αξία, όχι μόνο να είναι χρήσιμα μέλη της κοινωνίας αλλά και να ενστερνίζονται την αξία της συλλογικότητας. Λόγω της επιτυχίας που έχει η μεικτή εκπαίδευση στο εξωτερικό και κυρίως για να πετύχει το σκοπό του μοντέρνου σχολείου, που θέλει να φτιάξει μια ανθρωπότητα πραγματικά αδερφική, χωρίς διακρίσεις φύλων και τάξεων, δέχεται παιδιά και των δύο φύλων από την ηλικία των 5 ετών. Στην καθημερινή δραστηριότητα του μοντέρνου σχολείου, εφαρμόζονται παιδαγωγικές αντιλήψεις άγνωστες στην παραδοσιακή εκπαίδευση της Ισπανίας, οι οποίες αναπτύσσονται από τους καθηγητές με τον πιο απλό τρόπο. Στις μέρες μας είναι ακόμη επίκαιρες και εφαρμόζονται εξελιγμένες, σε μέρη όπως το σχολείο Πεντία. Ένα κέντρο αντιαυταρχικής εκπαίδευσης, που πέρα απ’ το να δώσει στους μαθητές εκπαίδευση ορθολογική κι επιστημονική, προωθεί μια συμβίωση βασισμένη στην ανεκτικότητα, την κατανόηση και τη συνεχή ώθηση προς μια υπεύθυνη ελευθερία.

Η συνεκπαίδευση των δύο φύλων, δεν ήταν καινούρια στην Ισπανία, αλλά εξαιτίας των κοινωνικών αναστολών δεν είχε εφαρμοστεί σχεδόν καθόλου. Στις πόλεις, οι μεικτές τάξεις ήταν αδιανόητες ακόμη και στα μη θρησκευτικά σχολεία προοδευτικού χαρακτήρα. Ο Φερρέρ, προκαλώντας την αυστηρή και οπισθοδρομική κοινωνική ηθική, εφαρμόζει την μίξη από την αρχή. Αναδεικνύει έτσι το γυναικείο ζήτημα και την αναγκαιότητα της επιστήμης και της γνώσης για το ξεπέρασμά του. Η συνεκπαίδευση των κοινωνικών τάξεων, εφαρμόζεται επίσης στο Μοντέρνο Σχολείο, όπου ανάλογα με το οικονομικό επίπεδο των γονέων, καθορίζεται δωρεάν εγγραφή για την περίπτωση των φτωχών οικογενειών και προοδευτική αύξησή της, για τις πιο ευκατάστατες οικογένειες. Πλούσιοι και φτωχοί μαθαίνουν μαζί, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη και την ισότητα από την πιο τρυφερή παιδική ηλικία. Μια άλλη σημαντική πτυχή της εκπαίδευσης που προωθούσε το Μοντέρνο Σχολείο, ήταν η σημασία του παιχνιδιού και η ένταξή του σε αυτήν. Το πιο ελκυστικό και πρωτοποριακό όμως, σ’ αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα, ήταν η απουσία επαίνων, τιμωριών και εξετάσεων.

«Οι κλασικές εξετάσεις δεν φέρουν παρά μόνο αρνητικά αποτελέσματα. Αυτές οι τελετουργικές πράξεις, φαίνεται να υπάρχουν μόνο για να ικανοποιήσουν την αρρωστημένη περηφάνια των γονιών καθώς και τη ματαιοδοξία και το εγωιστικό συμφέρον πολλών δασκάλων, αλλά και προκαλώντας βασανιστήρια στα παιδιά πριν τις εξετάσεις και αργότερα επακόλουθες ασθένειες, λίγο-πολύ πρόωρες. Είμαστε ριζικά ενάντια στις καθιερωμένες εξετάσεις. Στο σχολείο, όλα πρέπει να γίνονται προς όφελος του μαθητή.»

Φρανσίσκο Φερρέρ «Μοντέρνο Σχολείο»

Άλλες σημαντικές πτυχές του μοντέρνου σχολείου, ήταν, για παράδειγμα, ότι παρέμενε ανοιχτό πριν και μετά τα μαθήματα, λειτουργώντας σαν νηπιαγωγείο για τα παιδιά των εργαζόμενων γονέων. Επίσης, το ότι έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην αυστηρή τήρηση των κανόνων υγιεινής. Για την διδασκαλία των μαθημάτων χρησιμοποιείται το πείραμα και η παρατήρηση. Δε διστάζουν γι’ αυτό να κάνουν μαθήματα έξω απ’ το σχολείο, διοργανώνοντας εκπαιδευτικές εκδρομές, όπου επισκέπτονταν εργοστάσια, την εξοχή ή τα δημόσια πάρκα, προκειμένου να μελετήσουν τις διαφορετικές όψεις του περιβάλλοντος. Κήποι και πλατείες χρησιμοποιούνται επίσης τις Κυριακές και τις αργίες, για να πραγματωθεί, αυτό που ο Φερρέρ ονόμαζε «λειτουργία» της επιστήμης και της λογικής. Αυτές οι δραστηριότητες συνίστανται σε κυριακάτικες διαλέξεις, στις οποίες καθηγητές ή δάσκαλοι, ειδικοί ή και επιστήμονες, συζητούσαν για ποικίλα θέματα: φυσική ιστορία, ιατρική, υγιεινή, μέτρα πρόληψης ασθενειών, γεωγραφία. Η πρωτοβουλία ήταν επιτυχημένη. Ένα ετερογενές και πολυάριθμο κοινό παρακολουθεί τις διαλέξεις, κάτι που εξοργίζει τις εκκλησιαστικές αρχές, που βλέπουν με κακό μάτι τις δραστηριότητες του σχολείου. Ιδίως τις Κυριακές που γίνονται οι δικές τους θρησκευτικές τελετές. Σε μια απ’ τις συγκεντρώσεις, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος του 1904, χτυπούν όλες τις καμπάνες της εκκλησίας για να παρεμποδίσουν τους παρευρισκόμενους –πάνω από 6000, ν’ ακούσουν τους ομιλητές. Ο Φερρέρ σαν απάντηση διοργανώνει διάφορες εκδηλώσεις, όπως το σχολικό πικνίκ την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, όπου συγκεντρώνονται πάνω από 1800 μαθητές. Η αντιπαράθεση οξύνεται όλο και περισσότερο. Πέρα από τις επιθέσεις της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, λόγω της τοποθεσίας του μοντέρνου σχολείου στον ίδιο δρόμο μ’ ένα θρησκευτικό σχολείο.

Η καινοτόμα εκπαίδευση του σχολείου αντιμετωπίζει δύο προβλήματα. Το ένα ήταν, η ανάγκη προσαρμογής των δασκάλων στις νέες εκπαιδευτικές μεθόδους, ζήτημα που προσεγγίζει ο Φερρέρ, πραγματοποιώντας στον ίδιο το χώρο του σχολείου επιμορφωτικά μαθήματα για τους δασκάλους. Και το άλλο, η ανάγκη ν’ αποκτήσει καινούρια εγχειρίδια, που να ανταποκρίνονται στις νέες προσδοκίες. Γι’ αυτό, ο Φερρέρ, ιδρύει έναν εκδοτικό οίκο και κάνει ένα κάλεσμα στις εφημερίδες.

«Στους διανοούμενος: το Μοντέρνο Σχολείο κάνει θερμή επίκληση σε όσους συγγραφείς αγαπούν την επιστήμη και ενδιαφέρονται για το μέλλον της ανθρωπότητας, να προτείνουν εγχειρίδια, προορισμένα στη χειραφέτηση του πνεύματος από τα λάθη των προγόνων μας και για να οδηγήσουμε τους νέους προς τη γνώση της αλήθειας και την πρακτική της δικαιοσύνης, απελευθερώνοντας τον κόσμο από αυταρχικούς δογματισμούς, από ντροπιαστικές σοφιστείες και γελοίους συμβιβασμούς, σαν αυτούς που δυστυχώς διαμορφώνουν τον μηχανισμό της σημερινής κοινωνίας.»

Ο εκδοτικός οίκος του μοντέρνου σχολείου, εκδίδει βιβλία Ισπανών συγγραφέων ή μεταφράζει –χάρις το τεράστιο έργο του Ανσέλμο Λορένζο, έργα ξένων συγγραφέων απ’ όλους τους κλάδους της εκπαίδευσης και της επιστήμης. Ένα από τα βιβλία που περισσότερο εκτιμούν οι μαθητές, είναι: «Οι περιπέτειες του Νόνο», που διηγείται τις περιπέτειες ενός παιδιού 9 ετών, που ζει στην Αυτονομία, μια χώρα όπου συμβιώνουν ειρηνικά, παιδιά απ’ όλες τις φυλές και όπου το χρήμα δεν έχει καμιά αξία. Η ειρήνη και η ευτυχία χαρακτηρίζουν αυτήν την κοινωνία σε αντίθεση με την Αργυροκρατία, μια χώρα που –όπως στην πραγματική κοινωνία, οι άνθρωποι μαλώνουν για το χρήμα. Υπάρχουν αφεντικά και υπηρέτες, φύλακες και κλέφτες, πίκρες και φυλακές. Επίσης, εκδίδεται ένα περιοδικό, που χρησιμεύει ως μέσο πληροφόρησης για την κοινωνία, δημοσιεύοντας διάφορα άρθρα, από παιδαγωγικά ζητήματα μέχρι και συμβουλές υγιεινής. Λειτουργεί επίσης και ως μέσο επικοινωνίας με τους γονείς αλλά και μέσο έκφρασης των μαθητών/τριών.

Με το πέρασμα του χρόνου, οι εργασίες του μοντέρνου σχολείου διευρύνονται. Ο αριθμός των μαθητών αυξάνεται κάθε χρόνο. Ανοίγουν Μοντέρνα Σχολεία στη Βαρκελώνη και σε κοντινά χωρία. Αργότερα εξαπλώνεται σε όλη την Καταλονία. Ανοίγουν επίσης, σχολεία σε Μαδρίτη, Βαλένθια, Πάλμα, Σεβίλλη, Μάλαγα, Κάντιθ, Γρανάδα, Κόρδομπα και η επιρροή φτάνει και στο εξωτερικό, σε χώρες όπως η Πορτογαλία και πόλεις όπως το Άμστερνταμ, η Λοζάνη και το Σάο Πάολο. Αλλά η ίδια η λειτουργία του μοντέρνου σχολείου, θα του δημιουργήσει και επικίνδυνους εχθρούς. Η εκπαίδευση που διαδίδει δεν είναι ουδέτερη. Σκοπός είναι να δώσει σε όλους τους μαθητές τις γνώσεις, επιστημονικές, κοινωνιολογικές και πολιτιστικές, για να μπορούν να είναι άνθρωποι ελεύθεροι, που μέσα από την ηθική τους ανεξαρτησία θα μετατρέψουν μακροπρόθεσμα την κοινωνία και θα χτίσουν μια νέα, βασισμένη στην αλληλεγγύη και την αδελφοσύνη, χωρίς ταξικές διακρίσεις ούτε κυβερνήσεις. «Οι άνθρωποι πρέπει να ενώνονται και ν’ αγαπιούνται για να ζουν αδελφικά.» Ο Φερρέρ, πρέπει να κρατά μια δύσκολη ισορροπία. Να συνδυάσει την ελευθερία του μαθητή με την ιδεολογική αντίληψη που έχει εκείνος για τον κόσμο. Όταν στο περιοδικό του σχολείου δημοσιεύονται εκθέσεις μαθητών, οι εχθροί του τον κατηγορούν για δογματισμό.

«…αν δεν τσακώνονταν και δεν έκαναν κατάχρηση της ελευθερίας και της ευημερίας, θα απολάμβαναν όλοι έναν υψηλό πολιτισμό, θα βασίλευε η εγκαρδιότητα και όλοι θα ήταν φίλοι. Και σίγουρα η επιστήμη θα πήγαινε ακόμη πιο μπροστά. Επειδή δεν θα υπήρχαν πόλεμοι ούτε και πολιτικές συγκρούσεις.»

Αλφόνσος ΙΓ΄ της Ισπανίας
Παρόλο που ο Φερρέρ έχει δυνατούς εχθρούς, το Μοντέρνο Σχολείο συνεχίζει την πορεία του, εξακολουθεί να επεκτείνεται. Αλλά ένα απρόσμενο γεγονός θα αλλάξει την τύχη του. Στις 31 Μάιου 1906, στην εκκλησία των Ιερονίμων της Μαδρίτης, γίνεται ο γάμος του βασιλιά Αλφόνσου 13ου με τη Βικτώρια ντε Πάτεμπεργκ. Λίγες μέρες πριν, ο Ματέο Μοράλ, είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο στην οδό Μαγιόρ, απ’ όπου θα περνούσε η βασιλική πομπή στο δρόμο για το παλάτι. Μετά τη θρησκευτική τελετή, όταν περνάει η άμαξα του βασιλιά, ένα μπουκέτο με λουλούδια πέφτει. Η επίθεση ενάντια στο βασιλιά αποτυγχάνει, αλλά προκαλεί έναν μεγάλο αριθμό θυμάτων. Ο Μοράλ δραπετεύει και κρύβεται με την βοήθεια του δημοσιογράφου Χοσέ Ναρκέζ. Η αστυνομία τον ανακαλύπτει και ο Μοράλ αυτοκτονεί. Ο Χοσέ Ναρκέζ συλλαμβάνεται επειδή τον βοήθησε, αλλά αυτή η σύλληψη δεν είναι μοναδική. Ο Μοράλ, είναι ο βιβλιοθηκάριος του μοντέρνου σχολείου. Προσπαθούν να τον παρουσιάσουν σαν άνθρωπο χωρίς θέληση και μόρφωση, που άλλοι, πιο έξυπνοι, τον έχουν χειραγωγήσει. Δεν φαίνεται όμως, να είναι η χειραγώγηση που υποκινεί την πράξη του, αλλά η πεποίθηση –χαρακτηριστική των βίαιων ρευμάτων του αναρχισμού, ότι μόνο η φυσική εξόντωση του βασιλιά, ως κυρίαρχου εκπροσώπου του κράτους, θα μπορούσε ν’ αλλάξει την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία. Αλλά, πολλά άλλα ρεύματα του αναρχισμού, απέρριπταν τη βία που τόσο κακό τους προκαλούσε. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, οι βίαιες επιθέσεις και η τρομοκρατία πλήττουν και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις και ειδικά τη Βαρκελώνη, όπου γίνονται διάφορες τρομοκρατικές ενέργειες, κάποιες απ’ αυτές αμφίβολης προέλευσης. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτές οι πράξεις αλλοιώνουν το αναρχικό μήνυμα και χρησιμεύουν μόνο σαν δικαιολογία, για να μπορούν οι αρχές να ξεκινήσουν μια αδιάκριτη και κτηνώδη καταστολή στους προοδευτικούς κύκλους και στο εργατικό κίνημα. Η φυλακή και η εκτέλεση επαναστατών, στη πλειοψηφία τους αθώων, είναι ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα γεγονότων με σκοτεινή αρχή.

Παρόλο που ο Φερρέρ υποστηρίζει ειρηνικά μέσα για την αλλαγή της κοινωνίας, το γεγονός ότι ο Μοράλ δούλευε στο Μοντέρνο Σχολείο φτάνει για να τον κατηγορήσουν. Ο Φερρέρ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στη φυλακή Μολέδο της Μαδρίτης, όπου θα μείνει προφυλακισμένος, εν αναμονή της δίκης, περίπου ένα χρόνο. Τα Μοντέρνα Σχολεία κλείνουν άμεσα με κυβερνητική διαταγή. Ο εισαγγελέας ζητά την θανατική ποινή.

«Είμαι αθώος. Οι δικαστές καθώς δεν έχουν αποδείξεις για την ενοχή μου, θέλουν να μάθουν μόνο αν είμαι ή όχι αναρχικός. Αυτό φαίνεται αρκετό για να με καταδικάσουν. Θέλουν ακόμη να μάθουν αν μιλάω στους άλλους στον ενικό, σαν αυτό να ήταν απόδειξη ενοχής.»

Στο εσωτερικό της χώρας, κάποιοι προοδευτικοί εργατικοί κύκλοι κινητοποιούνται για να τον υποστηρίξουν. Παράλληλα ξεκινά μια καμπάνια με άρθρα στις εφημερίδες. Στο εξωτερικό οργανώνεται γρήγορα η αλληλεγγύη. Στις 2 Δεκεμβρίου 1906, ο γνωστός πανεπιστημιακός καθηγητής και εγκληματολόγος Τσέζαρε Λαμπρόσο, χαρακτηρίζει τον Φερρέρ, σαν το νέο μάρτυρα της ελεύθερης σκέψης και της ανθρώπινης ελευθερίας. Τελικά, στις 10 Ιουνίου γίνεται η δίκη. Ο Φρανσίσκο Φερρέρ αθωώνεται. Αφήνεται ελεύθερος μετά από 13 μήνες στη φυλακή. Η περιουσία του επιστρέφεται, αλλά τα Μοντέρνα Σχολεία παραμένουν κλειστά από τις αρχές. Ο Φερρέρ μπορεί να αναλάβει μόνο τον εκδοτικό του οίκο. Το περιοδικό του σχολείου επανεκδίδεται.

«Λέγαμε χθες, ότι ποτέ με καλύτερη ευκαιρία από τη σημερινή, δεν θα μπορούσαμε να βγάλουμε στο φως το 1ο τεύχος της 2ης εποχής. Το Μοντέρνο Σχολείο συνεχίζει την πορεία του χωρίς ν’ αλλάξει διαδικασίες, μεθόδους, προσανατολισμούς, ούτε και σκοπούς. Συνεχίζει την ανοδική του πορεία προς το ιδανικό, γιατί έχει ενδείξεις ότι η αποστολή του είναι σωτήρια και ότι συνεισφέρει μέσω της ορθολογικής κι επιστημονικής εκπαίδευσης στην προετοιμασία μιας ανθρωπότητας πιο καλής, πιο τελειοποιημένης, πιο δίκαιης από τη σημερινή, που παλεύει ανάμεσα στα μίση και τη μιζέρια. Ενώ εκείνη θα είναι αποτέλεσμα της δουλειάς, που έγινε κατά τη διάρκεια των αιώνων για την κατάκτηση της παγκόσμιας ειρήνης.»

Σε συνεργασία με τον Ανσέλμο Λορένζο, γράφει το έργο: «Το Μοντέρνο Σχολείο». Στο οποίο συνοψίζει τη θεωρία του και περιγράφει τις πρακτικές δραστηριότητές του, όπως εφαρμόστηκαν τα 5 χρόνια της παιδαγωγικής του δράσης. Στη συνέχεια ταξιδεύει στην Ευρώπη, αναπτύσσοντας μια έντονη δράση προκειμένου να διευρύνει τις επαφές που χρειάζεται, για να δημιουργήσει μια διεθνή ένωση για την ορθολογική εκπαίδευση των παιδιών. Η οποία, με έδρα το Παρίσι, το 1908, προσπαθεί να εισάγει στην εκπαίδευση όλων των χωρών, τις ιδέες της επιστήμης, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης. Στο πρόγραμμά του προτείνονται συζητήσεις, μελέτες κι εργασίες για τη βελτίωση της διανοητικής, φυσικής και ηθικής εκπαίδευσης. Τους σκοπούς και τα πιο κατάλληλα μέσα για να μπορεί το παιδί, στο πλαίσιο της ελευθερίας του, να έχει πρόσβαση στη γνώση και ν’ αναπτύσσεται αρμονικά. Η ένωση κάνει ένα κάλεσμα για να συμμετέχουν όλοι οι διανοούμενοι με παιδαγωγικές ανησυχίες. Αυτήν την περίοδο, ο Φερρέρ συνεχίζει να εργάζεται εντατικά με το εργατικό κόμμα της Βαρκελώνης, συμμετέχοντας στην ίδρυση της ομάδας «Εργατική Αλληλεγγύη», την οποία και στηρίζει οικονομικά. Το ίδιο και με διάφορα περιοδικά.  Ο Φερρέρ βρίσκεται στο Λονδίνο, όταν λαμβάνει ένα μήνυμα απ’ τον αδελφό του Χοσέ, στο οποίο του ανακοινώνει ότι η γυναίκα κι η κόρη του είναι σοβαρά άρρωστες. Ο Φερρέρ πηγαίνει σπίτι του, στο Ερμινάλ, αλλά αδυνατεί να προβλέψει, ότι αυτό το ταξίδι στην Καταλονία θα έχει μοιραίες συνέπειες.

Ισπανικός εμφύλιος, πολίτες που κρατούν όπλα

Μετά τους τραγικούς αποικιακούς πολέμους που είχε διεξάγει η Ισπανία στα τέλη του προηγούμενου αιώνα και οι οποίοι κατέληξαν στην καταστροφή του 1908, η ισπανική κυβέρνηση συνέχιζε έναν άγριο πόλεμο σε μια περιοχή του Μαρόκο, προκειμένου να υποστηρίξει τα σκοτεινά συμφέροντα κάποιων ιδιωτικών μεταλλευτικών εταιριών. Αυτός ο πόλεμος είναι γνωστός ως «ο πόλεμος των τραπεζικών». Αλλά οι πόλεμοι κοστίζουν πολλές ζωές κι αυτές προέρχονται κυρίως από την εργατική τάξη. Η Ισπανία έχει το 1909 υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, ένα σύστημα στο οποίο μπορεί κάποιος να απαλλαγεί απ’ το στρατό, πληρώνοντας ένα χρηματικό ποσό στο κράτος. Το μέτρο ευνοεί μόνο τους πλούσιους, αφού οι λαϊκές τάξεις δεν έχουν τις 1.500 πεσέτες που χρειάζονται για να γλιτώσουν τα παιδιά τους τη θητεία. Η κυβέρνηση στρατολογεί νέους και εφέδρους, ανάμεσα τους και πολλούς πατεράδες οικογενειών. Αρχίζει ο αποδεκατισμός ενός ανοργάνωτου και ελλιπώς οπλισμένου στρατού. Σύντομα φτάνουν οι ειδήσεις για τις πολλές απώλειες του ισπανικού στρατού. Ο αριθμός είναι μεγάλος. Οι λαϊκές διαμαρτυρίες ενάντια στον πόλεμο αυξάνονται. Στις 26 Ιουλίου 1909, που ήταν να γίνει μια νέα αναχώρηση στρατευμάτων απ’ το λιμάνι, οι γυναίκες που είχαν συγκεντρωθεί για να αποχαιρετήσουν τα παιδιά τους και τους συγγενείς τους, ξεσηκώνονται για να την εμποδίσουν. Οι ταραχές εξαπλώνονται στην Καταλονία και γρήγορα μετατρέπονται σε εξέγερση. Καλείτε γενική απεργία και η κυβέρνηση κηρύσσει κατάσταση πολέμου και στέλνει στρατεύματα να συντρίψει τους εξοργισμένους. Αν και το κίνημα είναι αυθόρμητο και δεν υπάρχει καμιά οργάνωση που να το υποκινεί επισήμως, δημιουργείται μια επιτροπή με συμμετοχή αναρχικών συνδικαλιστών, σοσιαλιστών κι αυτονομιστών δημοκρατών για τον συντονισμό των κινητοποιήσεων. Αλλά τα γεγονότα σύντομα τους ξεπερνούν. Εν μέσω του αγώνα, γίνονται και κάποιες τραγικές υπερβολές, 112 κτίρια πυρπολούνται, από τα οποία τα 80 είναι θρησκευτικά. Η ανεξέλεγκτη κατάσταση ξεσπά πάνω σε μια καθολική εκκλησία, η οποία ταυτίζεται με την πολιτική εξουσία, που καταπιέζει και σφαγιάζει τις λαϊκές τάξεις.

Οι αρχές καταστέλλουν την εξέγερση, που θα μείνει στην ιστορία σαν «Τραγική Εβδομάδα». Υπήρξαν 3 νεκροί στρατιώτες και 3 δολοφονημένοι ιερείς. Τα θύματα του λαού ήταν 75. Υπάρχουν πάνω από 500 τραυματίες. Όταν τελειώνει η εξέγερση, ξεκινά η καταστολή. Κάποιες χιλιάδες άνθρωποι φυλακίζονται, 2000 από αυτούς θα δικαστούν. Ενώ τα πιο συντηρητικά κόμματα απαιτούν σκληρές ποινές, η Αυτονομιστική Καταλανική Ένωση, ζητά αδυσώπητη καταστολή και καλεί τον κόσμο να καταγγείλει τους ταραξίες. Η εκκλησιαστική ιεραρχία κραυγάζει από τους άμβωνες. Όλοι ψάχνουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο, ψάχνουν έναν ένοχο. Στον καθεδρικό ναό, ο επίσκοπος Κασάνα τον επισημαίνει: «Ο λόγος του Θεού διά του στόματός μου, θα δείξει, χωρίς να χρειαστεί να πω το όνομά του σ’ αυτόν τον ιερό τόπο, τον υπεύθυνο της αυξανόμενης κοσμικής και ορθολογικής δύναμης, που έφερε τον όλεθρο στην ιερή μας εκκλησία και έριξε στη φωτιά και το μαχαίρι ολόκληρη την Ισπανία.» 
Η εφημερίδα ABC γράφει: «Είναι φυσικό, αφήνουμε χρόνια τώρα το Μοντέρνο Σχολείο του Φερρέρ και άλλα παρόμοια σχολεία, να μετατρέπουν τους ανθρώπους σε κτήνη. Τα λαϊκά αυτά σχολεία δεν εκπαιδεύουν τους ανθρώπους μακριά από το Θεό, αλλά ενάντιά του. Και μιλούν κάθε μέρα για τις ωφέλιμες σφαγές μοναχών.» Αρχίζει να διαδίδεται από τα κυβερνητικά μέσα και τον φιλοκυβερνητικό τύπο, ότι στην εξέγερση συμμετείχε ο λαϊκός δάσκαλος Φερρέρ, με χρήματα που έφερε από τη Γαλλία. Παρόλο που η παραμονή του Φερρέρ στη Βαρκελώνη, συμπίπτει μόνο με τις δύο πρώτες μέρες της εξέγερσης της Τραγικής Εβδομάδας, και παρόλο που συμμετέχει στα γεγονότα μόνο σε κάποια γειτονιά της πόλης, συλλαμβάνεται στο σταθμό Μονγκάντ, όταν ανήσυχος για τις πολλές φήμες, πάει να πάρει το τρένο. Κατηγορείται σαν αρχηγός της εξέγερσης και ζητείται η θανατική ποινή. Κατάσχεται οτιδήποτε έχει στο σπίτι του και συλλαμβάνεται η οικογένειά του, που εκτοπίζεται με κυβερνητική διαταγή, 295χλμ μακριά από τη Βαρκελώνη. Ο Ανσέλμο Λορένζο και άλλοι φίλοι και συνεργάτες του μοντέρνου σχολείου, θα εκτοπιστούν κι αυτοί. Ο Φερρέρ, αντιμετωπίζει ξανά μια δίκη που υποκινείται από την εξουσία. Αλλά υπάρχει μια ποιοτική διαφορά. Δεν πρόκειται για πολιτικό δικαστήριο αλλά για στρατοδικείο. Ο φόβος κυριεύει την Βαρκελώνη. Οι αρχές ψάχνουν για μαρτυρίες κατά του Φερρέρ κι αυτές έρχονται από τους οπαδούς του Λερού. Το στρατιωτικό κομμάτι του κόμματος του Λερού, ρίχνοντας τις ευθύνες στον Φερρέρ, απαλλάσσονταν για τα γεγονότα στα οποία είχαν όντως συμμετάσχει. Ταυτόχρονα, εμπλέκουν την οργάνωση Εργατική Αλληλεγγύη, εχθρική του κόμματός τους, με την κατηγορία ότι χρησιμοποιήθηκε από τον Φερρέρ για να πραγματοποιήσει τα σχέδια του. Ο Λερού, που βρισκόταν στην Λατινική Αμερική, δεν υποστηρίζει τον Φερρέρ, επιδεικνύοντας χωρίς ενδοιασμούς τον πολιτικό οπορτουνισμό που τον έκανε να μείνει στην ιστορία. Οι προετοιμασίες της δίκης γίνονται ταχύτατα.

Τον Φερρέρ υπερασπίζεται ένας υπηρεσιακός συνήγορος υπεράσπισης, ο στρατιωτικός δικηγόρος Γκαλτσεράν, που ίσα που προλαβαίνει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο Γκαλτσεράν, αφού μελετά όλες τις μαρτυρίες, πιστεύει ειλικρινά στην αθωότητά του και παρόλο το ρίσκο που αναλαμβάνει, λόγω της στρατιωτικής του ιδιότητας, γράφει: «Αυτή η καμπάνια, κατευθύνεται προς το πρόσωπο του Φερρέρ, από το μίσος και από το φόβο για την εκπαίδευση που δίνει στην εργατική τάξη. Όπως αυτή εκφράζεται στα Μοντέρνα Σχολεία –που παλιότερα είχαν καταφέρει να κλείσουν, καθώς και στα βιβλία που εκδίδονταν από τον εκδοτικό οίκο που είχε ιδρύσει. Από φόβο, επαναλαμβάνω, μήπως με τον διαφωτισμό τους, οι απελπισμένοι εξευγενιστούν και βγάλουν από πάνω τους τον απάνθρωπο ζυγό.» Στις 9 Οκτωβρίου πραγματοποιείται η στρατιωτική δίκη και ο Φερρέρ καταδικάζεται σε θάνατο. Στις 12 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση επικυρώνει την απόφαση και ο Φερρέρ μεταφέρεται στις φυλακές του Μονζούικ. Στο παρεκκλήσι της φυλακής, του προσφέρεται θρησκευτική βοήθεια την οποία και απορρίπτει. Γράφει στη διαθήκη του:

«Διαμαρτύρομαι με όλη μου τη δύναμη για την απρόσμενη τιμωρία που μου επιβλήθηκε και δηλώνω πεπεισμένος, ότι πολύ σύντομα θα αναγνωριστεί η αθωότητά μου. Επιθυμώ να μη γίνουν ποτέ και για κανένα λόγο, ούτε τώρα ούτε αργότερα, διαμαρτυρίες πολιτικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα στον τάφο μου, γιατί θεωρώ πως ο χρόνος που χρησιμοποιείται για να ασχοληθούμε με τους νεκρούς, θα ήταν καλύτερο να αφιερωθεί στη βελτίωση των συνθηκών ζωής των ζωντανών, που στην πλειοψηφία τους, οι άνθρωποι το χρειάζονται πολύ.»

Στις 13 Οκτωβρίου 1909, ο Φερρέρ εκτελείται. Μετά τον θάνατό του γεννιέται ο μύθος. Όπως λέει ο Ουίλιαμ Μαρσέλ, όλη η ζωή του Φερρέρ, είχε κάνει λιγότερο κακό στον ισπανικό καθολικισμό απ’ ό,τι κάνει τώρα η απλή αναφορά του ονόματός του. Αλλά οι μύθοι είναι μέρος της θρησκείας και της μαγείας και διαλύονται με το χρόνο. Η πολιτική και θρησκευτική εξουσία που προκάλεσε τον θάνατο του Φερρέρ, ανησυχούσε περισσότερο για τη δράση του και το έργο του παρά για την ενδεχόμενη λατρεία στο πρόσωπό του.  Φοβόνταν τον μύθο αλλά πολύ περισσότερο τον άνθρωπο. Ο Φερρέρ προφητικά φαίνεται να το είχε αντιληφθεί.

«Η ισχύς ενός έργου, μετριέται από την αξία του σαν ηθική εμπειρία, επομένως, από τη διάρκεια του, από την οποία εξαρτάται και το αποτέλεσμά του. Αν το σχολείο μου μείνει οριστικά κλειστό, δεν θα είναι παρά ένα προσχέδιο, μια ερώτηση χωρίς απάντηση.»

Τον Μάρτιο του 1911, το κοινοβούλιο απαιτεί την επανεξέταση της υπόθεσης εναντίον του Φερρέρ. Το ανώτατο συμβούλιο εκδίδει νέα απόφαση: «Δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι κάποιος εξεγερμένος είχε δράσει υπό τις άμεσες διαταγές του Φερρέρ.» Ο Φερρέρ αθωώνεται. Οι παιδαγωγικές εμπειρίες του Φερρέρ, εφαρμόστηκαν μετά το θάνατό του. Σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Μερικής, φτιάχτηκαν Μοντέρνα Σχολεία. Στην Ισπανία, τα ορθολογικά σχολεία απέκτησαν έντονη δράση στη διάρκεια της 2ης Δημοκρατίας και συνέβαλλαν στη διάδοση του πολιτισμού αλλά και στην ανάπτυξη και μόρφωση πολλών εργατικών οικογενειών. Αργότερα ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή. Έχουν περάσει πολλά χρόνια. Σήμερα ένα μνημείο του Φερρέρ, αντίγραφο εκείνου που στήθηκε στις Βρυξέλλες  μετά το θάνατό του, υψώνεται στους πρόποδες του Μονζουίκ.

«Αν θέλουμε ένα μέλλον με αδελφοσύνη, ειρήνη και ευτυχία, εσείς που υποφέρετε την σημερινή κατάσταση, να απευθυνθείτε στον ίδιο τον εαυτό σας και να ιδρύσετε σχολεία στα οποία θα μπορείτε να διδαχθείτε ελεύθερα, όλες τις αλήθειες που έχουν ως τώρα κατακτηθεί…»

Παραγωγή: TVE