Κώστας Γεωργουσόπουλος: «Ο Οιδίποδας, είδε μονάχα όταν τυφλώθηκε»

Κώστας Γεωργουσόπουλος είναι Έλληνας συγγραφέας και κριτικός θεάτρου


Κώστας Γεωργουσόπουλος: «Ο Οιδίποδας, είδε μονάχα όταν τυφλώθηκε»

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Οιδίποδας

Το έργο, πέρα από την ίδια του την αξία την ποιητική, την θεατρική, είναι ίσως από τα λίγα έργα, που έχουν επηρεάσει όλες τις επιστήμες μέσα στους αιώνες, μετά τη δημιουργία του. Δεν υπάρχει κανένας επιστημονικός κλάδος που να μην έχει ασχοληθεί με τον Οιδίποδα. Ανεξαρτήτως απ’ την θεατρική του υπόσταση, μιλάμε για το φαινόμενο, το οποίο απασχολεί ως παράγοντα, κυρίως η ψυχιατρική βέβαια. Μην ξεχνάμε ότι οφείλουμε στον Οιδίποδα, μία από τις σημαντικότερες καταθέσεις του 20ου αιώνα, δηλαδή την φροϋδική άποψη, ο οποίος εγκατέστησε μέσα στη συνείδηση της ιστορίας και της επιστήμης, ουσιαστικά, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις της ψυχιατρικής, της ιατρικής, εγώ θα έλεγα του πολιτισμού γενικότερα. Μ’ όλες τις επιμέρους, πολλές φορές, αναθεωρήσεις που γίνανε αυτής της θεωρίας, ήταν μια ανακάλυψη, μια εξόρυξη ενός υλικού, που μέχρι τότε ήταν τελείως άγνωστο. Ένα μετάλλευμα τελείως άγνωστο στην ιστορία. Μέσα σε αυτό το μεγάλο κείμενο κρύβονται και πράγματα που αναφέρονται στην οικονομία, αλλά και στα νομικά.

Ένα κείμενο, το οποίο γράφεται στην ακμή του αθηναϊκού πολιτισμού. Όταν λέω ακμή, εννοώ ακριβώς, στα χρόνια τα μέσα του λεγόμενου 5ου αιώνα. Είναι ένα κείμενο το οποίο γράφτηκε από το Σοφοκλή, απ’ τον μεσάζοντα αυτών των δύο τραγικών που μας έχουν διασωθεί. Ίσως τον πιο νηφάλιο από τους τρεις τραγικούς και τον πιο αντιπροσωπευτικό της εποχής του. Ο Σοφοκλής, ήταν ο συγγραφέας, ο οποίος όντως εβίωσε όλο τον πέμπτο αιώνα, ακόμα και ηλικιακά, δηλαδή πέθανε περίπου 95 ετών. Γεννήθηκε στις αρχές του 5ου αιώνα και πέθανε στο τέλος του, βιώνοντας όλη αυτή τη μεγάλη περίοδο του ανθρώπινου πολιτισμού. Δεν απομακρύνθηκε ποτέ απ’ την πόλη του, ενώ ο Αισχύλος υποχρεώθηκε πολλές φορές να φύγει απ’ την Αθήνα και πολλές φορές θυμωμένος, πηγαίνοντας στη Σικελία. Ο δε Ευριπίδης, μάλλον αποσυνάγωγος και δυσάρεστος στην Αθήνα, πέθανε στη Μακεδονία. Ο Σοφοκλής και δεν έφυγε ποτέ και αρνήθηκε να φύγει και εκπροσωπεί το πνεύμα της εποχής. Για να είμαστε πιστοί όσον αφορά τα ιστορικά δεδομένα με αυτόν τον ποιητή, πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν και μερικές ενδιαφέρουσες, πιθανών για πολλούς από εμάς, αρνητικές στιγμές στον βίο του. Δεν θα το θεωρούσα αρνητική σκιά ότι μαρτυρείται, ότι ήταν ιερέας τοπικής οικογενειακής θρησκείας, δηλαδή ήταν ιερέας της μεγάλης οικογένειας, της φατρίας, ας το πούμε και έκανε τη θυσία στο σπίτι την κάθε φόρα. Θυμίζω εδώ, και αυτό είναι πολύ σημαντικό να το σκεφτόμαστε κάθε φορά, όταν μιλάμε για την αρχαία Αθήνα, ότι η Αθήνα του κλασικού αιώνα δεν έχει επίσημη θρησκεία, δεν έχει ιερατείο, δεν έχει ιερείς επίσημους, καθόλου, έχει ακόμα και τη θυσία. Στα μεγάλα Παναθήναια, που εορταζόταν η γιορτή της Αθηνάς μια φορά το χρόνο, τη θυσία την έκανε ένας Αθηναίος πολίτης μετά από κλήρωση. Μπορεί να ήταν δηλαδή ένας ναυμάχος, ένας κωπηλάτης ή ένας σιδεράς. Φορούσε τη στολή του Ιερέα και έκανε τη θυσία της πόλεως ενώπιον όλων των προσκεκλημένων απ’ όλη την Ελλάδα. Δεν υπήρχε ιερατείο στην Αθήνα, υπήρχαν όμως τοπικές λατρείες. Όπως εμείς έχουμε τα ιδιωτικά μας εκκλησάκια, κατά κάποιο τρόπο. Ο καθένας ήταν ελεύθερος να λατρέψει τον Θεό του μέσα στα δικά του πλαίσια και κάτω απ’ τους δικούς του όρους. Ο Σοφοκλής λοιπόν: φορούσε την ποδούλα του κι έκανε την θυσία. Αυτό δε το βρίσκω κακό. Το άλλο όμως, που σαφώς, κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι αρνητικό, είναι ότι μαρτυρείται με βεβαιότητα, ότι μετείχε σε μια κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος και ήταν απ’ τους ανθρώπους που κυβέρνησαν για έξι μήνες την Αθήνα, με συντηρητική, θα ‘λεγε κανένας, κυβέρνηση.

Κάποια στιγμή, μέσα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, υπήρξαν κάποιες αντιρρήσεις για την διαχείριση του πολέμου απ’ τους δημοκρατικούς και κατελύθη το δημοκρατικό πολίτευμα. Και, δόθηκε το δικαίωμα του ψηφίζειν και του νομ0θετείν στους ολίγους και όχι στο σύνολο του Δήμου. Ένας από τους επικεφαλής, επιτρέψτε μου να το πω έτσι, του «πραξικοπήματος, ήταν ο Σοφοκλής, που σημαίνει συντηρητικός άνθρωπος για κάποια εποχή. Δεν είναι περίεργο, πάρα πολλοί σημαντικοί Έλληνες ήταν συντηρητικοί και άνθρωποι σπαρτιατικής αγωγής. Για παράδειγμα ο Πλάτων. Εξάλλου και το δημοκρατικό πολίτευμα στην Αθήνα και την εποχή του Σοφοκλή, έκανε παραβάσεις, πολλές φορές φτάνανε σε λαοκρατία, οχλαγωγία και οχλοκρατία και πάει λέγοντας.

Μια λεπτομέρεια, που έχει σχέση με επίσης ένα μεγάλο κείμενο της αρχαίας θεατρικής παραγωγής, που είναι η Ορέστεια του Αισχύλου. Η Ορέστεια του Αισχύλου, δεν είναι ένα έργο που έκατσε κι έγραψε ο Αισχύλος γιατί είχε κέφια, ήταν μια πολιτική πράξη, για να απαντήσει και να σχολιάσει και να μετάσχει, σε ένα μεγάλο πολιτικό διάλογο, που ξεκίνησε από ένα «λαϊκίστικο» εγχείρημα. Όταν κυβερνούσε το δημοκρατικό κόμμα και επικεφαλής ήταν ένας Εφιάλτης (όχι ο Εφιάλτης των Θερμοπυλών), ο οποίος ήταν λαϊκιστής ηγέτης. Κατήργησε πάρα πολλούς απ’ τους Σολώνιους νόμους, ένας από αυτούς ήταν η ίδρυση του Αρείου Πάγου. Ο Άρειος Πάγος ήταν δικαστήριο ουσίας, δεν ήταν ένα δικαστήριο αναθεωρητικό, όπως σήμερα. Ήταν δικαστήριο ουσίας και δίκαζε φόνο, μόνο φόνο, δηλαδή αίμα χυμένο. Αυτό, για τον μεγάλο σοφό, Σόλων, σήμαινε ότι οι δικαστές πρέπει να έχουν τεράστια πείρα για να αναλάβουνε να στέλνουν στο κώνειο έναν άνθρωπο. Τότε, αν καταδικαζόσουν την μία μέρα, την άλλη έπινες το κώνειο. Γι’ αυτό είχε φροντίσει ο μέγας Σόλων, ένας από τους μεγάλους νομοθέτες της ανθρωπότητος. Πρώτον, έπρεπε να το κάνουν άνθρωποι με ηλικία και πείρα ζωής και δεύτερον, οι πολίτες που θα δικάζουν φόνο, θα πρέπει να έχει καθέξει στη ζωή τους αξιώματα δημόσια και να μην έχουν κατηγορηθεί για παραβάσεις. Να είναι έντιμοι πολίτες στη διαχείριση δημοσίου χρήματος. Ήρθε λοιπόν ο Εφιάλτης, είπε: τι σαχλαμάρες είν αυτές, ο καθένας μπορεί να δικάσει αίμα, από εφήβους και πάνω που έχουν δικαίωμα ψήφου, μπορούν να δικάσουν. Έγιναν ταραχές στην Αθήνα και στις ταραχές αυτές δολοφονήθηκε ο Εφιάλτης. Οι έγκυρες πληροφορίες λένε, ότι μετέχει ουσιαστικά, στην εναντίον του συνωμοσία για να τον βγάλουν απ’ τη μέση, ο υπαρχηγός του ο Περικλής, ο οποίος υπερασπίστηκε τον θεσμό του Σόλωνα. Πάνω σε αυτό γίνεται η Ορέστεια, που είναι δίκη για αίμα, και μάλιστα μητροκτονία. Το τρίτο μέρος της Ορέστειας, είναι ο Άρειος Πάγος. Δικάζεται από τον Άρειο Πάγο ο Ορέστης και υποτίθεται είναι η πρώτη μέρα που εγκαθιδρύεται αυτό το δικαστήριο. Άρα αυτός ο μεγάλος τραγικός, πάει πίσω, αντλεί απ’ τη μεγάλη ιστορική πείρα και κάνει θέατρο, δηλαδή δημόσιο μάθημα για το τι σημαίνει Άρειος Πάγος και απονομή δικαιοσύνης στην Αθήνα.


Ο Αισχύλος ήταν Αθηναίος Τραγικός ποιητής

Μιλάμε για τέτοιες πράξεις, το θέατρο την εποχή εκείνη δεν ήταν διασκέδαση, ήταν πολιτική πράξη. Και γι’ αυτό ακριβώς ήταν θεσμός της πόλης, δεν ήταν ιδιωτικός. Χρηματοδοτούνταν απ’ το κράτος, αναλάμβανε το κράτος τα έξοδα όλα της παράστασης και εμπλεκόταν μάλιστα, για να μην υπάρχουν παραβάσεις, να μην υπάρχουν φτήνιες. Γινόταν ένα είδος πρόβας ενώπιον των αρχόντων, για να δούνε, την προηγούμενη μέρα, εάν έχουνε ξοδευτεί σωστά τα χρήματα της πόλης κι αν είναι αξιοπρεπές. Γιατί όταν παιζόντουσαν τα αρχαία δράματα, ακόμα και στην εποχή του λοιμού, που πέθανε το έν τρίτων του πληθυσμού της Αττικής,  δεν αναβλήθηκαν παραστάσεις αρχαίου δράματος. Πέθαναν και τα δύο παιδιά του Περικλή από αυτόν τον κοιλιακό τύφο, ακόμη κι ο ίδιος αρρώστησε και μετά από δύο χρόνια πέθανε. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης αρρώστησε και περιγράφει ο ίδιος καταπληκτικά τα συμπτώματα και ξέρουμε σήμερα από ποια αρρώστια πέθαναν οι Αθηναίοι.

Ο Οιδίποδας, παιζόμενος στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, είναι πολύ σωστό όταν λένε, ότι συνδέθηκε με την άνοδο στην εξουσία του Περικλή. Δηλαδή, ο Οιδίπους Τύραννος, εκπροσωπεί την καινούρια πολιτική αντίληψη που επέρχεται στην Αθήνα, με την έλευση του Περικλή. Πίσω δηλαδή από αυτό το πρόσωπο, κρύβεται ουσιαστικά αυτό που χαρακτήριζε, αρνητικά ή θετικά –δεν έχει σημασία, ως ηγέτη τον Περικλή. Ο Περικλής την είδε την παράσταση, αυτό είναι μια δημοκρατική πράξη. Όταν παίχτηκαν οι Νεφέλες του Αριστοφάνη και ακούστηκε στην αρχή ότι το έργο σατιρίζει έναν σοφιστή απατεώνα, ο κόσμος στο ακροατήριο αναρωτιόταν με ποιον τα ‘χει βάλει ο Αριστοφάνης αυτή τη φορά. Κάποια στιγμή στην παράσταση, όταν βγήκε το προσωπείο του ήρωα, οι μισοί Αθηναίοι, που ήταν στη μεριά της σκιάς, δεν ξεχώριζαν ποιος είναι, και σηκώθηκε από τις πρώτες σειρές ο Σωκράτης και είπε: «Εμένα». Αυτή η πράξη του Αριστοφάνη, έστειλε τον Σωκράτη στο κώνειο, υπάρχει αυτό στην Απολογία του Σωκράτη, του Πλάτωνα. Το λέει ο ίδιος ο Σωκράτης στην απολογία του, ότι μες το μυαλό σας Αθηναίοι, είχατε την παράσταση των Νεφελών και με στείλατε στο κώνειο. Όμως, ο Σωκράτης ήταν εκεί, παρόν, είπε: εμένα σατιρίζει, το χάρηκε εκείνη τη στιγμή απ’ ότι φαίνεται και το πλήρωσε. Δεν ήταν χωρίς ελαττώματα η δημοκρατία και δεν είναι, θεωρείται απλώς το λιγότερο βλαπτικό από τα υπόλοιπα πολιτικά συστήματα.

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα έργο, τον Οιδίποδα, που βγήκε στην καρδιά του κλασικού αιώνα. Έχει έναν ήρωα, ο οποίος, από την εποχή του κιόλας, συνδέθηκε με τον χαρακτήρα του Περικλή, με τις καινοτομίες του Περικλή, με τις τόλμες αλλά και με την αλαζονεία της εξουσίας του Περικλή. Διότι δεν έπαψε να είναι ένας αλαζόνας ηγέτης και επ’ αυτού, έχουμε το τεκμήριο του Θουκυδίδη. Ο Θουκυδίδης, ουσιαστικά σε αυτόν αποδίδει το λάθος του Πελοποννησιακού πολέμου, λόγω δηλαδή των Μεγαρικών γεγονότων. Αν δεν έχουμε ως βάση την ιστορία, αυτά τα κείμενα δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε, μπορεί να είναι πολύ σπουδαίοι οι ρόλοι, πολύ σπουδαία η ποίηση, αλλά για να καταλάβουμε την ουσία τους, ως έργα μεγάλης παιδείας και πολιτισμού, πρέπει να ξέρουμε και το λεγόμενο ιστορικό background. Τι ήταν το Μεγαρικο; Κάποια στιγμή ο Περικλής, μέσα στην αλαζονεία της εξουσίας, έκανε εμπορικό αποκλεισμό των Μεγάρων. Τα Μέγαρα, ήταν φιλολακωνική πόλη. Για να κάνουμε μια αναλογία με το σήμερα, για την Αθήνα, ήταν ότι η Κούβα για την Αμερική, όλοι θυμάστε τον αποκλεισμό που έκανε ο Κένεντι. Ακριβώς το ίδιο συνέβη, έκλεισαν την είσοδο των Μεγάρων και δεν έμπαιναν μέσα τα πλοία και τα τρόφιμα και τότε οι Μεγαρίτες ζήτησαν την συμβολή των Σπαρτιατών, που ήταν σύμμαχοί τους. Δεν ήταν οι Σπαρτιάτες τόσο πρόθυμοι για πόλεμο, εκείνοι που ήταν έξω φρενών με τους Αθηναίους εμπορικά, ήταν οι Κορίνθιοι. Οι Κορίνθιοι, είχαν το ίδιο εξαγωγικό προϊόν με την Αττική, τα αγγεία. Τα κορινθιακά αγγεία ήταν λαϊκότερα, τα αθηναϊκά πιο καλλιτεχνικά. Γινόταν ανταγωνισμός, ποιος θα πουλήσει τα προϊόντα του. Τον πόλεμο αυτό, ο αλαζόνας Περικλής, τον πλήρωσε οικονομικά. Όταν βλέπουν οι Αθηναίοι τον Οιδίποδα, έχουν οικονομικό πρόβλημα, έχουν ακριβύνει τα προϊόντα τους στην αγορά. Πουλάνε αγγεία –βρίσκονται αττικά αγγεία και μέσα στις πυραμίδες, αυτά ακρίβυναν στην αγορά γιατί ακρίβυναν οι πρώτες ύλες. Η κύρια ύλη των αγγείων ήταν το αργιλικό χώμα, το οποίο υπήρχε κοντά στα Μέγαρα, αποκλείστηκε η πρώτη του ύλη, ακρίβυνε, έπρεπε να την βρουν από αλλού. Οι Σπαρτιάτες απέκλεισαν την Αθήνα, από εκεί ξεκινά και το έργο, από τον λοιμό, ο οποίος συνέβη μετά τον αποκλεισμό.

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς ήταν Αθηναίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός του 5ου αιώνα

Οι Σπαρτιάτες λυμαίνονταν όλη την περιοχή απ’ έξω  από την Αθήνα κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί, μπήκαν εντός της πόλης. Αφόδευαν παντού τα άλογα τους, τα ζώα τους, μολύνθηκαν τα πηγάδια και ξεκίνησε η φασαρία. Η Αθήνα ήταν σε πολιορκία, πώς να βγει λοιπόν ο αγγειοπλάστης να πάρει το χώμα. Αυξήθηκε η πρώτη ύλη, αυξήθηκε και το προϊόν, άρα ήταν δύσκολο στην αγορά. Φυσικά και οτιδήποτε άλλο, δεν περνούσε ελεύθερα, ήταν πόλεμος. Αυτή η πολεμική ατμόσφαιρα πέρασε στον Οιδίποδα, χωρίς την πολεμική ατμόσφαιρα δεν θα καταλαβαίναμε την έναρξη. Το έργο ξεκινά με τον Οιδίποδα, ο οποίος έχει εγκατασταθεί στην πόλη κι ο οποίος έρχεται να μάθει γιατί έρχεται αυτός ο λαός διαμαρτυρόμενος και προσευχόμενος για το θαύμα. Το έργο ξεκινάει με επιχορήγημα, τι σημαίνει επιχορήγημα; Κάποια στιγμή, είχε δικαίωμα ο ποιητής, εφόσον μπορούσε να το υπερασπιστεί, να ζητήσει και δεύτερο χορό. Ο χορός ήτανε δομικό στοιχείο της Τραγωδίας, δεν υπήρξε Τραγωδία χωρίς χορό. Ο Οιδίποδας έχει χορό, όμως το έργο ξεκινάει με λαό. Αυτούς που έρχονται, παιδιά γυναίκες, με τα χέρια τους να κρατούν κλώνους, να παρακαλούν γιατί έχει πέσει ο λοιμός. Αυτό είναι επιχορήγημα, δηλαδή δόθηκε έκτακτη επιχορήγηση για να μπορέσουν να θρέψουν αυτούς τους ανθρώπους, που έκαναν τον λαό, για τις πρόβες κτλ, είχαν τεράστια έξοδα αυτά. Αυτοί βγαίνουν στην αρχή του έργου και δεν ξαναεμφανίζονται. Έχουν επικεφαλή τους έναν ιερέα, ο οποίος έρχεται να παρακαλέσει τον Οιδίποδα να πάρει μέτρα, γιατί πεθαίνουνε παιδιά, πεθαίνουν όλα τα ζώα που είναι σε εγκυμοσύνη, παθαίνουν αποβολές. Έτσι περιγράφεται η αρρώστια, έχει πέσει μία κατάρα στην πόλη.

Αυτό δεν είναι καινούριο, κάποια στιγμή θα πρέπει να βρούμε τα μοτίβα του αρχαίου δράματος, πως επαναλαμβάνονται και πως τα χρησιμοποιούν οι ποιητές με το δικό τους κύρος και με τη δική τους, κάθε φορά, επεξεργασία. Όπως ξέρουμε, από λοιμό ξεκινά η Ιλιάδα. Έχει πέσει λοιμός, γιατί ο Αγαμέμνονας κοιμάται με την κόρη του ιερέα Χρύση, τη Χρυσηίδα, που είναι ιέρεια, τη βιάζει. Κι ο Απόλλωνας, που είναι ιερέας του ναού, γεμίζει την πόλη με πτώματα. Είναι τέτοια η περιγραφή της Ιλιάδας, που υπάρχει ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά μοτίβα στην παγκόσμια λογοτεχνία. Είναι τέτοιο το θανατικό που έχει πέσει στην Τροία, που δεν προλάβαιναν να κάψουν τους νεκρούς. Τους σωρεύουν και τους καίνε και γεμίζει λέει ο κάμπος με συχνές φωτιές. Είναι τέτοιο το μπούκωμα του θανάτου, ώστε επαναστατεί το ποτάμι, υπάρχει ένα ποτάμι που περνά μέσα από την Τροία, είναι τέτοια η αγανάκτηση του ποταμιού που γέμισε πτώματα, ώστε κάποια στιγμή θυμώνει, λέει, το ποτάμι, κι αρχίζει να πετάει τα πτώματα από μέσα του στον κάμπο, για να λυτρωθεί –καταπληκτική εικόνα. Αυτά τα πράγματα ακούμε και στον Οιδίποδα, επειδή ήταν ένα λαϊκό θέατρο η Τραγωδία, δεν ήταν θέατρο διανοουμένων, μην κοιτάμε που σήμερα λέμε «πω, πω, μεγάλα έργα, δεν έχω την εκπαίδευση να τα δω και πρέπει να τα διδαχθώ στο σχολείο. Αυτό ήταν το λαϊκό θέατρο, οι αρχαίοι Αθηναίοι πήγαιναν και έβλεπαν αυτό το θέατρο και δεν ήξεραν να διαβάζουνε. Πολύ λίγοι ξέρανε να διαβάζουνε. Πολύ λίγοι είχαν τη δυνατότητα να έχουν ένα χειρόγραφο. Ο Αθηναϊκός πολιτισμός, η μεγάλη αυτή δημοκρατική περίοδος, ήταν προφορικός πολιτισμός. Οι ρήτορες δουλεύανε, οι ιστορικοί δουλεύανε, όταν διαβάζανε. Ο Ηρόδοτος, διάβαζε την ιστορία στους Ολυμπιακούς αγώνες στον κόσμο, η ποίηση η λυρική, οι χοροί, όλα αυτά ήταν δημόσια πράγματα και ήταν μια προφορική παράδοση. Ήταν ένας ακουστικός πολιτισμός, και αυτός δημιούργησε τα μεγάλα έργα. Για εκείνη την εποχή ήταν κατανοητά κείμενα, σήμερα ζηλεύουμε γιατί δεν έχουμε την ίδια μέση εκπαίδευση, που χρειαζόταν ο τότε Αθηναίος, για να βλέπει Οιδίποδα, να βλέπει Ορέστεια, να βλέπει Μήδεια.

Όπως είπα πριν, ουδέποτε αυτήν την περίοδο του λοιμού δεν αναβλήθηκαν οι παραστάσεις, αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι παιζόντουσαν τα έργα, ότι ξόδευαν από το δημόσιο λεφτά σε μια εποχή κρίσης, πολέμου με νεκρούς κτλ. Είναι ότι άνοιγαν κατά παράδοση οι πύλες της Αθήνας και μπορούσε να μπει μέσα να παρακολουθήσει και σπαρτιάτης! Αυτό το ξέρουμε εμμέσως μάλιστα, από τον Αριστοφάνη. Κάποια στιγμή, όταν κάνει κριτική ο Αριστοφάνης στους ηγέτες της εποχής, του έκαναν μήνυση, γιατί ήταν μέσα στον Πελοποννησιακό πόλεμο και είπαν είναι δυνατόν, να βρίζεις τους ηγέτες μας την ώρα που έχουμε πόλεμο και όταν από κάτω, στο κοινό, βρίσκονται σπαρτιάτες και μας ακούνε; Η απάντηση του Αριστοφάνη ήταν: Μα αυτό είναι δημοκρατία. Είχε κατηγορηθεί επί προδοσία και απαλλάχτηκε από την  κατηγορία.

Το έργο ξεκινώντας με τον λοιμό, ξεκινά ταυτιζόμενο με το κοινό του. Ήταν μέσα στην έγνοια του ποιητή την εποχή εκείνη, να ταυτιστεί αυτό που έλεγε με το κοινό του. Δηλαδή να ήταν πρόβλημα του Δήμου αυτό που επεξεργαζόταν στη σκηνή, έστω κι αν η αναφορά γινόταν μέσω του μύθου. Ο μύθος ήταν πρόσχημα. Το κοινό έβλεπε πράγματα που ήταν καθημερινές του έγνοιες, αδιέξοδα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, θεσμικά. Ήταν τόσο επίκαιρα αυτά τα πράγματα, που μας λέει ο Πλούταρχος, ότι όταν συνελήφθη ολόκληρο το εκστρατευτικό σώμα των Αθηνών, που πήγαινε στη Σικελία -δεν γύρισε κανένας ζωντανός, πέθαναν εν καιρώ. Τους είχαν να σπάνε πέτρες σε νταμάρια, λέει λοιπόν ο Πλούταρχος πως τα βράδια, μετά από αυτήν την καθημερινή εξαντλητική δουλεία, ξαπλώνανε στα απρανή της Αίτνας και τραγουδάγανε νοσταλγικά τραγούδια. Τι τραγούδια; Χορικά του Ευριπίδη, αυτή ήταν η κουλτούρα της Αθήνας, τραγούδαγαν μεγάλη ποίηση.


1     2