Στάνλεϋ Αρόνοβιτς: Η εργατική ανισότητα στις Η.Π.Α και ένα μέλλον με αβέβαιες δουλειές

Στάνλευ Αρονόβιτς, Αμερικανός Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πολιτισμικών Σπουδών και Αστεακής Παιδείας, Διευθυντής του Center for the Study of Culture, Technology, and Work. Βετεράνος Πολιτικός Ακτιβιστής και Κριτικός του Ππολιτισμού, Γέννηση: 1933

Στάνλεϋ Αρόνοβιτς: Η εργατική ανισότητα στις Η.Π.Α και ένα μέλλον με αβέβαιες δουλειές

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Παγκοσμιοποίηση

Το πρώτο που πρέπει να πω και δε νομίζω ότι το έχετε για νέο, αλλά είναι σημαντικό να το πω, είναι ότι οι Η.Π.Α ως αποικία, είναι προϊόν της πρώιμης παγκοσμιοποίησης. Μπορούμε να την ονομάσουμε μερκαντιλιστική περίοδος του ιμπεριαλισμού. Όταν οι Βρετανοί, οι Ολλανδοί, οι Γάλλοι και oι Ισπανοί, ήρθαν σε αυτόν τον νέο κόσμο και αποίκισαν τον νέο κόσμο. Τόσο για να εξασφαλίσουν χώρο λόγω υπερπληθυσμού -όπως έκαναν οι Βρετανοί στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία- όσο και γιατί εθεωρείτο ως πολύ πλούσια πηγή πρώτων υλών. Ο νέος κόσμος,  η Αμερική (και οι δύο της πλευρές) έγιναν βασική πηγή γεωργίας για τα αγροτικά προϊόντα και πιο συγκεκριμένα το βαμβάκι για τις βρετανικές υφαντουργίες. Η Αίγυπτος και η Ινδία ήταν πιο υπανάπτυκτες τότε κι η Αμερική ήταν πιο αναπτυγμένη. Και ήταν πιο αναπτυγμένη επί τη βάσει της δεύτερης άποψη της παγκοσμιοποίησης, που ήταν το δουλεμπόριο. Γιατί στην πραγματικότητα, ήταν οι μαύροι σκλάβοι απ’ την Αφρική που αρπάχθηκαν και μεταφέρθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι έγιναν το εργατικό δυναμικό αυτού που, για καιρό, παρέμεινε ως η μεγαλύτερη εξαγωγή αυτής της χώρας, το βαμβάκι και δευτερευόντως το μαλλί. Είμαστε προϊόν λοιπόν της παλαιάς παγκοσμιοποίησης.

Αργότερα, η δεύτερη φάση αυτής της παγκοσμιοποίησης, ήταν η ανεύρεση πλουσίων πηγών πετρελαίου, τόσο μέσα στις Η.Π.Α όσο και στα παράλια. Αυτό το πετρέλαιο δεν παρείχε μόνο φθηνή ενέργεια για την βιομηχανοποίηση μαζί με τον άνθρακα –είχαμε και πλούσιες πηγές άνθρακα- αλλά βοήθησε και στην εδραίωση της θέσης των Η.Π.Α ως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ως μία από τις ηγέτιδες δυνάμεις οικονομικά αλλά και πολιτικά. Αυτή λοιπόν ήταν η δεύτερη φάση της βιομηχανοποίησης, που βασιζόταν ακόμα στους εξαγωγικούς τομείς, όπως η γεωργία, το πετρέλαιο, ο άνθρακας, φθηνές πηγές ενέργειας.

Εργατικό Δυναμικό

Παγκοσμιοποιηθήκαμε επίσης, διότι οι μαύροι σκλάβοι και οι πρώτοι έποικοι ήταν οι πρώτοι σε πληθυσμό. Όλοι ξέρουν (και οι Έλληνες), ότι στις Η.Π.Α γίναμε τεράστια πηγή μετανάστευσης και καταφυγής από την Ευρώπη. Πρώτα απ’ τη Βόρεια Ευρώπη και μετά την νότια και την ανατολική. Η δεύτερη μετανάστευση από τη νότια και ανατολική Ευρώπη, ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη. Από την Ρωσία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία και άλλα μέρη, ήρθε το εργατικό δυναμικό, για τη βιομηχανοποιημένη εποχή του αμερικανικού καπιταλισμού. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι ξένη προς την ανάπτυξη των Ηνωμένων Πολιτειών ως χώρα. Ο ίδιος είμαι από οικογένεια, εν μέρει πολωνική, εν μέρει λιθουανική. Είμαστε όλοι κατά μία έννοια μετανάστες.

Το τρίτο στάδιο όμως ήταν αρκετά διαφορετικό. Η παγκοσμιοποίηση σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό τώρα. Μερικές από τις ίδιες αξίες, που μπορεί να έχουμε και κάποιοι ενδέχεται να μην το γνωρίζουν, είναι ότι έχουμε μετανάστευση προς τις Η.Π.Α, ίση με αυτή της περιόδου 1880 με 1910. Αυτό ξεκίνησε το 1970. Τα 30 τελευταία χρόνια του αμερικανικού βίου, γέμισαν με νέα κύματα μεταναστών. Δεν είναι τόσο από την Ευρώπη, αλλά από την Ασία και τη Λατινική Αμερική πρώτιστα. Και είναι από όλων των ειδών τα κράτη της Ασίας και  όλων των ειδών τα μέρη της Νοτίου Αμερικής και Καραϊβικής. Έχουμε και έναν πολύ αποδημητικό λαό. Στις αρχές του 20ου αιώνα, το μεταναστευτικό δυναμικό ήλθε από τα κτήματα του νότου. Τα κτήματα της εποχής μετά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Άνθρωποι που πριν ήταν σκλάβοι έγιναν συνιδιοκτήτες και συνενοικιαστές. Και όταν είχαμε σχεδόν έναν εγκλεισμό -όπως και στην Αγγλία και άλλα μέρη της Ευρώπης, είχαμε κι εμείς τέτοιο εγκλεισμό- και μαύροι και λευκοί ήρθαν στις αυτοκινητοβιομηχανίες και τις χαλυβουργίες του βορρά και γενικά στις μεγάλες πόλεις.

Τεχνική διαίρεση της εργασίας

Η τεχνική διαίρεση της εργασίας, είναι αποτέλεσμα της ισχύος των αμερικανικών πολυεθνικών και του αμερικάνικου κράτους. Στη δεκαετία του 1990, μπορούσαν να υποσκελίσουν την ανεργία στον τεχνολογικό τομέα στις Η.Π.Α και σε άλλα μέρη του κόσμου. Εξήγαγαν την ανεργία κάνοντας τις Η.Π.Α μια λεπτεπίλεπτη οικονομία υπηρεσιών. Δε μείωσαν τις θέσεις στο δημόσιο τομέα, όπως είχαν υποσχεθεί στη δεκαετία του ’90. Ήξεραν πως αν τις μείωναν πολύ θα χειροτέρευε το πρόβλημα. Στην ουσία επαναδόμησαν το εργατικό δυναμικό για να καταστεί δυνατή αυτή η εξαγωγή.

Σ’ αυτή τη χώρα έχουμε μια μικρή παράδοση που βασίζεται στη προσωρινή, έκτακτη εργασία και την υποαπασχόληση. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στη δεκαετία του ’90, αυτού τους είδους η εργασία γνώρισε εκρηκτική άνοδο. Σ’ αυτή τη χώρα, το 28% των νέων θέσεων είναι προσωρινές. Δε συμβαίνει το ίδιο στη Γερμανία, τη Γαλλία ή τη Βρετανία. Εκεί η πλήρης εργασία παραμένει η κύρια πηγή εργασίας αλλά όχι όσο παλαιότερα. Ο έκτακτος χαρακτήρας ακόμη και των θέσεων πλήρους απασχόλησης είναι πολύ σημαντικός. Για παράδειγμα, η λεγόμενη: νέα οικονομία υψηλής τεχνολογίας, των εταιριών πληροφορικής και επικοινωνιών. Η Microsoft, η Sun Systems, η Apple Computers και άλλες, αναπτύσσουν ένα σύστημα δύο επιπέδων. Το πρώτο επίπεδο περιλαμβάνει ανθρώπους με αληθινές δουλειές. Έχουν επιδόματα, ασφάλεια, συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Στις Η.Π.Α υπάρχει ομοσπονδιακό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, που είναι ανεπαρκές και πολλές εταιρίες το συμπληρώνουν για να προσελκύουν εργατικό δυναμικό. Υπάρχει, λοιπόν, μια μικρή ομάδα σε κάθε επιχείρηση, που ασχολείται πλήρως στον τεχνικό τομέα. Υπάρχει, ως δεύτερο επίπεδο, και μια μεγαλύτερη ομάδα, που αποτελείται από υποαπασχολούμενους έκτακτους υπαλλήλους. Σ’ όλο τον κόσμο σήμερα υπάρχουν 1,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι, που είναι είτε τελείως άνεργοι, είτε υποαπασχολούμενοι και ο αριθμός αυτός μεγαλώνει.

Στο βιβλίο μας «Μέλλον Χωρίς Δουλειές», ο Ντι Φάζιο κι εγώ, υποστηρίξαμε ότι δεν εξαφανίζεται η εργασία αλλά οι θέσεις εργασίας. Δεν το ονομάσαμε Μέλλον Χωρίς Εργασία, αλλά Χωρίς Δουλειές. Διότι πολλοί εργάζονται πάνω σε αυτές τις βάσεις. Και υπάρχει μια μεταφορική έκφραση που περιγράφει αυτή τη κατάσταση. Λέμε: τίποτε δεν είναι καρφωμένο κάτω. Δε μπορείς να είσαι σίγουρος, ότι η δουλεία σου θα είναι εκεί την επόμενη μέρα, σε δύο εβδομάδες ή δύο χρόνια, ακόμα κι αν σήμερα βγάζεις καλά λεφτά. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ότι σε κάποια μέρη του κόσμου –κι αυτό αποτελεί μια σημαντική μορφή ταξικού αγώνα στις Η.Π.Α- οι γυναίκες και τα παιδιά εργάζονται με μισθούς πείνας. Φτιάχνουν παπούτσια, ρούχα, ραδιόφωνα και άλλα ηλεκτρονικά είδη στην Κίνα. Πολλοί άλλοι είναι άνεργοι. Αυτά τα γυναικόπαιδα, όμως, τα υπερεκμεταλλεύονται. Εργάζονται 12 ώρες τη μέρα, 7 μέρες την εβδομάδα. Ο Τύπος μας δίνει συνεχώς τέτοια παραδείγματα.

Αυτό που αρχίζει να ανακύπτει είναι μια περίεργη κατάσταση. Το θέμα δεν είναι ότι οι βιομηχανικές χώρες δεν έχουν τομείς παραγωγής, αλλά ότι ο αριθμός των ανθρώπων που εργάζονται σ’ αυτές τις αρκετά σταθερές δουλειές, μειώνεται χρόνο με το χρόνο. Κι αυτό καθιστά τις απεργίες πολύ δύσκολες. Δεν παίζει ρόλο σε ποιον τομέα γίνεται απεργιακή κινητοποίηση. Η κεφαλαιακή επένδυση δεν είναι όπως στην παλιά χαλυβουργία. Παίρνεις ολόκληρη βιομηχανία και τη φορτώνεις σε φορτηγά, σε τρένα, σε πλοία και την πας σε άλλη χώρα. Οι εργαζόμενοι φοβούνται ότι αν είναι πολύ αγωνιστικοί στον παραγωγικό τομέα θα χάσουν τις δουλειές τους. Έχουμε ένα μεγάλο αριθμό γυναικών που εισήλθαν στη μεγάλη αγορά εργασίας τα τελευταία 20 χρόνια. Έτσι, τώρα, μια πλειοψηφία γυναικών στις Η.Π.Α, εργάζονται τόσο εκτός σπιτιού όσο και εντός. Αυτές οι γυναίκες έγιναν νέα μορφή στήριξης για το εργατικό κίνημα, από τη μία. Απ’ την άλλη, οι περισσότερες έχουν δύο δουλειές. Μια έμμισθη και μια πλήρη απασχόληση μέσα στο σπίτι –χρησιμοποιούμε τον όρο «διπλή βάρδια», δουλεύουν και μια δεύτερη βάρδια. Συχνά, εργάζονται από τις 6 το πρωί ως τις 11 το βράδυ, δεν έχουν καιρό για τίποτε, πόσο μάλλον για συνδικαλισμό.

Εργατικό Κίνημα

Μετά από όλα αυτά, το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε με όλους τους αντικειμενικούς παράγοντες, είναι το ίδιο το εργατικό κίνημα. Είναι ένα κίνημα δεμένο ακόμα στις παλιές πεποιθήσεις. Δείξτε μου ένα μεγάλο εργοστάσιο, δείξτε μου μια μεγάλη ομάδα εργαζομένων στον ίδιο χώρο και ξέρω τι να κάνω ως οργανωτής. Αλλά, δείξτε μου αυτές τις νέες μορφές οργάνωσης: υποαπασχόληση, έκτακτοι, γυναίκες, εργαζόμενοι σε αγροτικές περιοχές, διάσπαρτοι σε τομείς εμπορίου και υψηλής τεχνολογίας. Και τα σωματεία δεν έχουν ιδέα για το τι πρέπει να κάνουν. Δεν το έχουν σκεφθεί στρατηγικά. και αυτή είναι η κληρονομιά του αντιδιανοουμενισμού, του αμερικανικού εργατικού κινήματος. Το οποίο είχε πλήρη επιτυχία όσο η δουλειά γινόταν από τον εργοδότη. Λες: Θα φέρω 140.000 ανθρώπους στο Ντιτρόιτ και θα φτιάξουμε αυτοκίνητα από την αρχή ως το τέλος. Και ξέρεις τι να κάνεις γιατί όλοι είναι συγκεντρωμένοι. Αλλά δώσε στο αμερικανικό εργατικό κίνημα τέτοιο πρόβλημα… και δεν είναι ότι δεν έχει την ευφυία, απλώς δεν έχει τη θεωρία για να εξηγήσει τι συμβαίνει. Για να καταλάβουν το πως λειτουργούν οι πολυεθνικές, ανατρέχουνε… (είναι τόσο βασικό που σου ‘ρχεται να κλάψεις), σε ένα βιβλίο του Καρλ Μαρξ, το Κεφάλαιο, δεύτερος τόμος: Περί του κύκλου του κεφαλαίου, όπου εξηγεί τις διάφορες μορφές κεφαλαίου και πως οργανώνονται. Είναι βέβαια τόσο μακριά από τη συνείδηση του τυπικού εργατοπατέρα στις Η.Π.Α, που δεν είναι καν αστείο.

Το δεύτερο πρόβλημα με το αμερικανικό εργατικό κίνημα, είναι ότι οι οργανωμένοι εργαζόμενοι, με κάποιες εξαιρέσεις, προσπαθούν μεν να οργανώσουν τους φτωχούς -το αναγνωρίζω- στο Λος Άντζελες και τις αγροτικές περιοχές, αλλά σε γενικές γραμμές το εργατικό κίνημα εκπροσωπεί ακόμα τους υψηλόμισθους σε βιομηχανίες, τους τεχνίτες. Μόλις, έκλεισαν συμφωνία με τη Νόρθουεστ, ώστε οι μηχανικοί να παίρνουν 30 δολάρια την ώρα. Είναι μια υψηλόμισθη ομάδα. Το εργατικό κίνημα -δεν θέλω να χρησιμοποιήσω χαλαρά τη λέξη- αλλά είναι το κίνημα της εργαζόμενης αριστοκρατίας. Ανασφαλής αριστοκρατία, αλλά πάντα αριστοκρατία. Και συμβαίνουν δύο τινά. Πρώτον δεν έχουν πρόσβαση στους φτωχούς εργαζόμενους. Αυτό συμβαίνει λόγω αύξησης, του ίδιου του προλεταριανισμού, του ίδιου μας του πληθυσμού, δεν έχουν απολύτως καμιά πρόσβαση. Και δεύτερον, δεν έχουν συλλάβει το νόημα των προβλημάτων στους βασικούς τομείς τεχνολογίας. Δεν ξέρουν ποια είναι τα προβλήματα των προγραμματιστών, των αναλυτών συστημάτων ή των μηχανικών.

Ρετρό εικόνα Αμερικανών εργατών της Χαλυβουργίας

Το αμερικανικό εργατικό κίνημα, μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχουν μόνο ομάδες συμφερόντων και καμιά τάξη. Ένας από τους λόγους που αυτό ρίζωσε σε έναν απ’ τους τομείς της αμερικανικής εργατικής τάξης, ήταν η προθυμία των εργοδοτών και η ικανότητα των τεχνιτών στους βασικούς τομείς εργασίας, να δημιουργήσουν για τους εαυτούς τους μια προνομιακή θέση. Το ειδικευμένο προσωπικό στη χαλυβουργία, για παράδειγμα, είχε ξεχωριστό σωματείο ενώ το ανειδίκευτο προσωπικό δεν είχε για πολλά χρόνια σωματείο. Στον οικοδομικό τομέα, οι ειδικευμένοι εργάτες δημιούργησαν αυτό που θα λέγαμε «μονοπώλιο εργασίας». Δεν ήταν μόνο μονοπώλιο των ειδικευμένων έναντι των ανειδίκευτων, ή των ημιειδικευμένων. Ήταν ένα μονοπώλιο εργασίας των λευκών έναντι των μαύρων ανδρών και γυναικών, όλων των γυναικών. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια κατάσταση, όπου με τον χρόνο αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ: ειδικευμένου και ανειδίκευτου - μεταξύ ανδρών και γυναικών - μεταξύ λευκών και μαύρων, έγινε ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η τάξη αυτοπροσδιοριζόταν. Έβλεπε τον εαυτό της, όχι ως ομάδα αλλά ως τάξη που είχε συγκεκριμένα συμφέροντα σε συγκεκριμένους τομείς. Και αν είχε πολιτικά συμφέροντα, τα συμφέροντα αυτά ήταν να επιτύχουν τέτοια νομοθεσία, τουλάχιστον ως το 1930, που να απέκλειε άλλους από το να συναγωνισθούν για τη δουλειά τους. Έτσι, έγινε κάτι που θα περιγράφαμε ως: αμερικανική εργατική τάξη με εργασιακή συνείδηση.

Ακόμη και στη δεκαετία του ’30 οργανώθηκαν πολλοί εργάτες. Οργανώθηκαν εκατομμύρια ανειδίκευτοι εργάτες και ημί-ειδικευμένοι στους βασικούς τομείς. Ήταν, ακόμη και τότε, πολύ σημαντικό να γνωρίζουν ότι μέσα στις βιομηχανίες αυτές, τα σωματεία ήταν υποχρεωμένα να ξεχωρίζουν, τόσο εκ του νόμου όσο και εξ εθίμου, τη θέση των ειδικευμένων από την θέση των ανειδίκευτων. Δεν υπήρχε πραγματική αίσθηση αλληλεγγύης παρά μόνο στα χρόνια μεταξύ 1935 και 1939. Μετά, τα πράγματα άλλαξαν. Το τρίτο που συνέβη και είναι πολύ σημαντικό (χαρακτηριστική διαφορά απ’ όλον τον κόσμο, εκτός απ’ τη Βρετανία), είναι ότι εμείς είχαμε πάντα ομοσπονδία σωματείων κατά εμπόριο, βιομηχανία και απασχόληση. Δεν είχαμε ποτέ εργατικό κίνημα με τη σωστή έννοια του όρου. Η Αμερικανική Συνομοσπονδία Εργατών, ήταν μια συμμαχία ξεχωριστών σωματείων, τομέων, απασχολήσεων και εμπορίων. Με αποτέλεσμα, όταν είδαν τον εαυτό τους ως κίνημα, για παράδειγμα, στη σύντομη περίοδο του αγώνα υπέρ των λιγότερων ωρών εργασίας, του πενθήμερου, αυτές να ήταν οι εξαιρέσεις στον γενικότερο κανόνα, ότι ήταν μέρος των διάφορων τομέων και εμπορίου. Οι εργάτες έβλεπαν ότι τα συμφέροντά τους ήταν ίδια με τα συμφέροντα των χαλυβεργατών ή των οικοδόμων. Συχνά, τα σωματεία κατέφευγαν σε νομοθέτες ή στο Κογκρέσο, για να υποστηρίξουν τα συμφέροντα ενός τομέα.

Το Κόμμα

Το εργατικό κίνημα ποτέ δεν είχε δικό του κόμμα. Δεν είχε ποτέ εργατικό κόμμα, ή σοσιαλιστικό, ή κομμουνιστικό, που να έβλεπε τον εαυτό του ως το κόμμα της τάξεως, ως εκπρόσωπο της εντός του καπιταλιστικού κράτους. Ακόμα και αν πάλευε για μεταρρυθμίσεις, θα πάλευε για λογαριασμό αυτής της τάξεως. Στη χώρα μας, το εργατικό κίνημα ευθυγραμμίσθηκε από το 1908 και ήταν δουλειά του Σάμουελ Γκόμπερς, αυτός το κατάφερε ως πρόεδρος της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργατών, όταν υποστήριξε τον Τζέννινγκς Μπράιαν. Και ευθυγραμμίστηκε σχεδόν συνέχεια, με λίγες εξαιρέσεις, με τους Δημοκράτες και θεώρησε τον εαυτό του ως μέρος μιας συμμαχίας, που ονομαζόταν «συμμαχία της New Deal» (της Νέας Συμφωνίας) ή Συμφωνία του Ρούζβελτ. Μια μεγάλη συμμαχία, μια διαταξιακή συμμαχία, που έπαιξε σημαντικό ρόλο αλλά ποτέ καθοριστικό. Ο Μιλς, τον έλεγε μικρό συμβαλλόμενο του Δημοκρατικού Κόμματος. Άλλος όρος που χρησιμοποίησε ήταν: «εξαρτώμενη μεταβλητή». Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως Δημοκρατικούς, η διαφορά ήταν θεσμική και κάπως ιδεολογική. Ιδεολογική, γιατί το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν για τους εργαζόμενους αλλά όχι από τους εργαζόμενους. Και αυτή ήταν μια πολύ σημαντική διαφορά. Υπήρχαν καλές στιγμές στο αμερικανικό εργατικό κίνημα όταν πίστευαν πως υπήρχε η δυνατότητα να σχηματίσουν δικό τους πολιτικό κόμμα. Μια τέτοια στιγμή ήταν ο αγώνας του Γιουτζήν Β. Ντεμπς, το 1912. Άλλη στιγμή ήταν ο αγώνας του Λαφαλέτ, το 1924. Μετά υπήρχαν φορές, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, που οι ηγέτες των εργατών, απειλούσαν να αφήσουν το Δημοκρατικό Κόμμα αν δεν έδειχνε περισσότερο ενδιαφέρον και δεν στήριζε τα αιτήματα των εργαζόμενων. Αλλά τίποτε από αυτά δε συνέβη και ο λόγος που δε συνέβη, ο επιφανειακός λόγος, ήταν επειδή ήταν εναντίον της Ε.Σ.Σ.Δ, μπλεγμένοι στον ψυχρό πόλεμο. Όμως, αυτός δεν ήταν ο βαθύτερος λόγος αλλά το ότι αμερικανικά σωματεία φοβούνται την ταξική πολιτική. Έτσι απλά. Φοβούνται ότι θα απομονωθούν, ότι θα νικηθούν, έχουν αποκτήσει τέλεια εξάρτηση από τους εργοδότες τους, από το καπιταλιστικό κράτος και γι’ αυτόν τον λόγο, ως ένα σημείο, θα δίνουν αγώνες μόνο σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Η παγκοσμιοποίηση έπεισε τους περισσότερους εργατικούς ηγέτες, ανεξάρτητα από το βαθμό των μελών, ότι πρέπει να ενωθούν με άλλα εργατικά κινήματα. Στις διαδηλώσεις του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, στο Σηάτλ, η Εργατική Ομοσπονδία και η Συνομοσπονδία Συνδικάτων, υποστήριξαν επίσημα τις κινητοποιήσεις. Οι χαλυβεργάτες, οι λιμενεργάτες, οι εργάτες βιομηχανιών ένδυσης, καθοδηγούσαν τον αγώνα ταυτιζόμενοι με το διεθνές κίνημα, που προσπαθούσε να μειώσει την ισχύ του Π.Ο.Ε, ο οποίος καθόριζε τις συνθήκες εργασίας και υποβάθμιζε το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Αυτή είναι η σκηνή της πάλης των τάξεων, σήμερα. Τα σωματεία ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για την οργάνωση των φτωχών εργαζομένων. Έρχονται σε αντίθεση με τις προτεραιότητες των πολυεθνικών, που εξήγαγαν δουλειές και συνθήκες εργασίας σε χαμηλόμισθες χώρες. Εστίασαν τον τομέα τους σ’ αυτόν τον τομέα, αλλά ο στόχος τους είναι κάπως ιδιοτελής. Δε θέλουν να χαθούν αυτές οι δουλειές από τους εργαζόμενους των Η.Π.Α κι ας είναι κακοπληρωμένες. Ταυτόχρονα, όμως, τους έχει βάλει σε μία νέα αγωνιστικότητα. Δεν είναι πάλη των τάξεων με την παλιά έννοια, αλλά μία νέα αγωνιστικότητα. Είναι πρόθυμοι ν’ αρχίσουν κάποιους αγώνες εναντίον συγκεκριμένων πολυεθνικών. Είναι πρόθυμοι να τα βάλουν με το κράτος.

Πρόνοια

Έχοντας πει όλα αυτά θα πρέπει να πω κάτι, όχι απογοητευτικό, αλλά που κρούει το καμπανάκι του κινδύνου. Κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα του 1996 και του 2000, τα συνδικάτα ήταν τόσο στενά συνδεδεμένα με το Δημοκρατικό Κόμμα και την κυβέρνηση, που δίσταζαν να αγωνισθούν για ζητήματα που αφορούσαν την εργατική τάξη. Και θα σας δώσω δύο παραδείγματα. Το 1996, στο μέσον της εκστρατείας του ο Κλίντον, υπέγραψε για την προστασία του μισθωτού εισοδήματος που είχε θεσμοθετηθεί ήδη από την εποχή του New Deal και ονομαζόταν «μεταρρύθμιση πρόνοιας». Ο κόσμος έβλεπε τη μεταρρύθμιση πρόνοιας με διαφορετικό τρόπο, αλλά γεγονός είναι, ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες το βοήθημα προς τους ανέργους, που είναι εγγύηση εισοδήματος, είναι το μόνο πλαφόν εθνικού εισοδήματος που διαθέτουμε. Δε διαθέτουμε πλέον άλλο πλαφόν εκτός από τον κατώτατο μισθό. Αλλά, αυτό λέει, ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει εισόδημα γιατί δε φταίει εκείνος αν δεν έχει δουλειά. Αυτό έχει αποσυρθεί και μάλιστα από τους Δημοκρατικούς! Όχι από τους Ρεπουμπλικάνους. Και τα συνδικάτα δεν είπαν τίποτα. Γιατί φοβόντουσαν ότι αν τα έβαζαν με τον Κλίντον, θα προκαλούσαν εμπόδια στην επανεκλογή του. Και αυτό είναι σκάνδαλο.

Τεχνολογία και Νέα Όπλα

Η τεχνολογία έχει μια σχετικά ανεξάρτητη πορεία. Οι τεχνολογικές ανακαλύψεις, οι εξελίξεις που προέρχονται κατά το μεγαλύτερο μέρος από την επιστήμη, έχουν από τη μία τα προϊόντα των ερευνητικών εργαστηρίων, που θεσπίστηκαν υπό τις συνθήκες που θα αναφέρω. Αλλά από την άλλη, αυξανόμενα τουλάχιστον ως τα τέλη του ’30, επιχορηγήθηκαν άμεσα από εθνικά κράτη και μεγάλες εταιρείες, αντλώντας από τα κράτη την έρευνα για στρατιωτικούς σκοπούς. Ο Μανουέλ Ντελάντα, εξέφρασε μια άποψη που βρίσκω ακαταμάχητη, δε σημαίνει, βέβαια, ότι είναι και αληθής. Η άποψη που εξέφρασε και επεσήμανε το ίδιο και ο Χέγκελ, είναι ότι: «ο πόλεμος, είναι από τις σημαντικότερες πηγές τεχνολογικής προόδου, που μπορούμε να δούμε στον σύγχρονο πολιτισμό από τον 16ο αιώνα και εξής». Εννοούσε ότι αυτό που συμβαίνει υπό τις συνθήκες αυτές, είναι ότι η τεχνολογική εξέλιξη δεν είναι ουδέτερη. Σε πρώτη φάση λειτουργεί υπέρ του πολέμου, αλλά μετά, όταν οι πόλεμοι τελειώνουν προσωρινά –αυτού του είδους οι πόλεμοι είναι συνεχείς- προσφέρονται ως βάση για κυβερνητική επιχορήγηση της τεχνολογικής εξέλιξης, που βρίσκει το δρόμο της μέσα από νέες μορφές όπλων.

Αυτός είναι ο πρώτος κύριος τρόπος που η τεχνολογία, δεν είναι πλέον το αποτέλεσμα ομάδας επιστημόνων που συνεργάζεται εν είδει «συλλόγου», με σκοπό να ωφελήσουν την ανθρωπότητα. Το έργο τους συνδέεται με πολεμικούς σκοπούς. Το άλλο που συμβαίνει είναι, ότι όταν οι περίοδοι πολέμου μειώνονται, οι κυβερνήσεις απεκδύονται της αποκλειστικότητας σε κάποια από αυτή τη νέα τεχνολογία, την πολεμική τεχνολογία. Επιτρέπουν σε εταιρείες, σε κάποιες νέες που δημιουργήθηκαν απ’ την πολεμική επιχορήγηση και σε παλιές που απέσπασαν πολεμικές επιχορηγήσεις, να αναπτύξουν την τεχνολογία για ιδιωτικούς σκοπούς. Το ερευνητικό πανεπιστήμιο στις Η.Π.Α είναι η κύρια πηγή τεχνολογικής ανακάλυψης. Μιλώντας για την τεχνολογία, θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε, ότι η τεχνολογία εξαρτάται άμεσα από την επιστήμη. Τα χρηματικά ποσά που πήγαιναν στα πανεπιστήμια και σε άλλα μέρη για τεχνολογική εξέλιξη και επιστημονική εξέλιξη, άρχισαν ήδη να μειώνονται. Αυτό που έγινε ήταν, ότι τα πανεπιστήμια μαζί με τις μεγάλες εταιρείες αρχίζουν να «παντρεύονται», να συνάπτουν συμφωνία. Σχηματίζουν συμμαχία με αντάλλαγμα την ιδιοκτησία των δικαιωμάτων, των επιστημονικά βασισμένων τεχνολογικών εξελίξεων. Το πανεπιστήμιο χρηματοδοτείται από αυτές τις εταιρείες σε τομείς όπως η φαρμακευτική, η πληροφορική, η βιοτεχνολογία και όλους αυτού του είδους τους τομείς. Τα πανεπιστήμια άρχισαν να εξαρτώνται όλο και περισσότερο, όχι τόσο πλέον απ’ την κυβέρνηση, αν και παρέμεινε μια εξάρτηση, αλλά από αυτές τις διεθνικές εταιρείες, που ιδιοποιούνται τις επιστημονικές εξελίξεις και μερικές φορές τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις μετατρέπουν σε προϊόντα.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Μπους, που σήμερα είναι 60-90 ημερών, αποφάσισε ότι η χρήση τεχνολογικών καινοτομιών για τη διατήρηση οικονομικής ανάπτυξης, υπερτερεί έναντι της ευαισθησίας για το περιβάλλον. Κι αυτό σημαίνει ότι ο Μπους, αρνήθηκε να υλοποιήσει το τελευταίο διάταγμα του Κλίντον, που θα παρείχε τη μείωση του ποσοστού του αρσενικού στο νερό. Θα παρείχε περιορισμούς στη ρύπανση του αέρα και του νερού, ενάντια στην ανάπτυξη της πετρελαϊκής εξόρυξης στην Αλάσκα και τον Κόλπο του Μεξικό. Και έτσι, έχουμε την απαρχή ενός νέου πολιτικού ερωτήματος που εξελίσσεται στις Η.Π.Α και πιθανώς ενός νέου πολιτικού αγώνα, όχι μόνο μεταξύ περιβαλλοντολόγων και της κυβέρνησης Μπους, αλλά και μεταξύ κάποιων μορφών των διεθνικών εταιρειών και του εθνικού κράτους. Η συμμαχία των οποίων αρχίζει τώρα να εκφράζεται με πολύ εθνικιστικό τρόπο. Και ο τρόπος αυτός λέει: «Δεν μας ενδιαφέρει η γνώμη της Ευρώπης, ούτε τι λέει ο υπόλοιπος κόσμος, ούτε καν ο ίδιος ο λαός μας. Στόχος μας είναι η οικονομική ανάπτυξη και γι’ αυτό το λόγο χρειαζόμαστε αυτή την τεχνολογική πρόοδο».

Εκπομπή: «ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ».
Παραγωγη: ΝΕΤ, © 2001, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς