Τζον Λε Καρέ: Η αφήγηση των ιστοριών δε γεννήθηκε για να ικανοποιήσει τους διανοούμενους


Τζον Λε Καρέ, Άγγλος Μυθιστοριογράφος κατασκοπείας, Γέννηση: 19 Οκτωβρίου 1931

Τζον Λε Καρέ: Η αφήγηση των ιστοριών δε γεννήθηκε για να ικανοποιήσει τους διανοούμενους

Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Πως άρχισα να γράφω

Προέρχομαι από ένα σπίτι όπου δε διάβαζε κανένας βιβλία. Ήμουν ο γιος ενός επιχειρηματία που ήταν εγκληματίας και πήγε φυλακή πολλές φορές. Πήγε φυλακή εδώ στην Αγγλία, στην Τζακάρτα, στην Ινδονησία και στην Ελβετία. Η μάνα μου εξαφανίστηκε από τη ζωή μου όταν ήμουν 5 ετών. Νομίζω ο Γκράχαμ Γκρην είπε, πως τα παιδικά χρόνια, είναι το «πιστωτικό υπόλοιπο» του συγγραφέα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν τόσο απρόσμενα και εξωτικά που με έκαναν «εκατομμυριούχο!». Ήμουν εσωτερικός σε σχολείο από όταν έφυγε η μητέρα μου. Στα δεκαέξι μου έφυγα από την Αγγλία, έγινα πολιτικός πρόσφυγας και αρνήθηκα να επιστρέψω στην αγγλική μου εκπαίδευση. Πήγα στο πανεπιστήμιο της Βέρνης, στην Ελβετία. Μετά, γύρισα στην Αγγλία. Υπηρέτησα τη θητεία μου στο στρατό κι έπειτα πήγα στην Οξφόρδη. Τότε που ο ψυχρός πόλεμος έκανε τα πρώτα του βήματα, ήρθα σε επαφή με τον κόσμο της κατασκοπείας. Αυτή είναι η απάντηση στην ερώτηση: «πως άρχισα να γράφω».

Νομίζω πως έγραψα… γιατί είχα στερηθεί τα συναισθήματα, αλλά και την αγάπη όταν ήμουν μικρός. Έτσι εισήλθα στον κόσμο των φαντασιώσεων και είχα σαν συντροφιά μόνο τον εαυτό μου και τις σκέψεις μου. Αυτό ήταν υπέροχο ερέθισμα για τη δημιουργία. Όταν εισήλθα στον κόσμο της κατασκοπείας, 25-26 ετών, ως νεαρός αξιωματικός της Υπηρεσίας Πληροφοριών, είχα για συγκάτοικο έναν συγγραφέα που ήταν κατάσκοπος όπως κι εγώ. Το όνομά του ήταν Τζον Μπίναμ. Ο Τζον έγραφε την ώρα του φαγητού. Όταν δε χτυπούσε το τηλέφωνο, έγραφε στο γραφείο του. Μου φάνηκε ότι θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ. Κι έτσι άρχισα να γράφω. Όταν εισήλθα στον κόσμο της κατασκοπείας, οι εξωτερικές σχέσεις και η διπλωματία ήταν σαν κρυφές οργανώσεις μιας τεράστιας βιομηχανίας κατασκοπείας και αντικατασκοπείας. Ήταν το πεδίο μάχης του Ψυχρού Πολέμου. Ήμουν πολύ τυχερός που υπήρξα ένα μικροσκοπικό μέλος και είδα τη σύγκρουση των μυστικών υπηρεσιών. Η κατασκοπεία είναι μεταφορά για τα πάντα στη ζωή. Αναφέρεται σε απλούς ανθρώπους, σε όλους εμάς. Στη σχέση που έχουμε με τις χώρες μας, στην ταυτότητά μας και στις ανασφάλειές μας. Κατά κάποιο τρόπο, όσο πιο αδύναμοι είμαστε τόσο λιγότερο είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας. Και η κατασκοπεία γίνεται πιο συναρπαστική. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν όρια στις κατασκοπευτικές ιστορίες. Πράγματι, ήταν μια μεταφορά η κατασκοπεία, ήταν η σκηνή όπου μπορούσα να ανεβάσω οποιοδήποτε δράμα.

Γράφω οπουδήποτε, αν χρειαστεί στο αεροπλάνο ή στο ξενοδοχείο. Όμως, εδώ στο γραφείο μου νιώθω πιο άνετα να γράφω. Είναι κοντά ένα μονοπάτι για την παραλία κάθε απόγευμα, η γυναίκα μου με πηγαίνει με το αυτοκίνητο σε απόσταση 1-2 ωρών με τα πόδια και επιστρέφω από τον γκρεμό. Δεν υπάρχει τίποτε εδώ, το μέρος δεν έχει κατοίκους και μπορώ να εποικήσω τους λόφους με τους χαρακτήρες μου και την φαντασία μου. Το να γράφω κατασκοπευτικές ιστορίες έγινε με φυσικό τρόπο. Θέλω να πω, ότι κάτω από τον κανόνα «γράψε μόνο για αυτά που ξέρεις» η κατασκοπεία ήταν κάτι που ήξερα. Επίσης, την τέχνη της γραφής, την τεχνική της έκφρασης, τις αρχές της ακρίβειας, της παρατηρητικότητας, τις απέκτησα μέσα από τη ζωή του κατάσκοπου. Όταν γράφεις μια μυστική αναφορά, που μπορεί να φτάσει στο Υπουργικό Συμβούλιο, μαθαίνεις να είσαι απίστευτα ακριβής. Παρατηρείς κάθε λέξη και ανακαλύπτεις τη σημασία της. Μαθαίνεις να είσαι λακωνικός. Οι πολιτικοί και οι διπλωμάτες προτιμούν τα λακωνικά μηνύματα. Μπαίνεις στην ουσία του θέματος. Όταν αποκτήσεις τη νοοτροπία της κατασκοπείας, φέρεσαι ως κατάσκοπος και στην κοινωνική σου ζωή, ακόμη και ως συγγραφέας. Η μορφή των άλλων, τα παπούτσια τους, η γλώσσα που μιλάνε, ενστικτωδώς τα «κλέβεις» και τα αναφέρεις. Οπότε, το επάγγελμα του συγγραφέα μοιάζει πολύ με το επάγγελμα του κατασκόπου.

Κατασκοπεία

Η εμπειρία μου από εκείνη την εποχή –έγραψα  τα τρία πρώτα βιβλία όταν ήμουν ακόμη κατάσκοπος, ήταν ότι θεωρούσαμε τους εαυτούς μας ηθικούς για δύο λόγους. Πρώτον, ήμαστε ιερείς της απόλυτης αλήθειας. Δεν είχε σημασία ποιες ήταν οι προκαταλήψεις, ποιες ήταν οι απαιτήσεις των πολιτικών ή των διάφορων υπουργείων. Εμείς λέγαμε την αλήθεια όπως τη βλέπαμε και την ακούγαμε. Κι αυτοί την αποδέχονταν ή την απέρριπταν. Όμως, δουλειά μας ήταν να παραδώσουμε την απόλυτη αλήθεια. Αυτός είναι ένας ηθικός σκοπός από μόνος του. Προσδίδει κύρος στο επάγγελμα του κατασκόπου. Δεν υπήρχε διαφθορά, το αντίθετο μάλιστα. Ο δεύτερος λόγος που μας έκανε να νιώθουμε καλά, ήταν ότι εμείς κάναμε τη βρόμική δουλειά, έτσι ώστε ο πολίτης να κοιμάται ήσυχος στο κρεβάτι του τα βράδια. Εμείς μπαίναμε στους υπονόμους όταν χαλούσαν οι «αποχετεύσεις» και βγαίναμε βρομεροί και καλυμμένοι με λάσπη. Νιώθαμε ότι το κάναμε αυτό για την ισορροπία της αξιοπρεπούς κοινωνίας. Όταν  συλλάμβαναν κάποιον κατάσκοπό μας, κάναμε συμφωνίες. Ακόμη κι αν δεν το ξέραμε παίζαμε με τους κανόνες του παιχνιδιού. Σήμερα η κατάσταση είναι πολύ πιο βρόμικη. Δεν ξέρω αν θα επιζούσα στον σημερινό κόσμο. Δεν μπορείς να έχεις καθαρά χέρια ούτε καν στο μυαλό σου. Φθάνουμε στο σημείο, όπως έκανε η Βρετανία στην Ιρλανδία, όπου ο πληροφοριοδότης έχει την άδεια να σκοτώνει. Πρέπει να μπορεί να επιβάλλεται λαμβάνοντας ενεργό δράση, διαπράττοντας φρικτές πράξεις. Πρέπει να είναι προβοκάτορας, που λέει: «Ας ενωθούμε κι ας τα τινάξουμε όλα στον αέρα!». Το παιχνίδι είναι πολύ πιο βρώμικο τώρα. Δεν είναι τόσο εγκεφαλικό, ούτε τόσο πνευματικό ίσως, και σίγουρα δεν είναι τόσο εκλεπτυσμένο. Και δεν ξέρω αν θα ήμουν ποτέ κατάλληλος γι’ αυτό.

Μυθιστόρημα

Ο κανόνας για ένα καλό κατασκοπευτικό μυθιστόρημα, είναι νομίζω το ίδιο για κάθε είδους ιστορία. Ο Φορντ Μάντοξ Φορντ είπε, ότι πρέπει να πεις μια ιστορία σ’ αυτόν που κάθεται απέναντί σου και να τον κρατήσεις στην καρέκλα του. Ο κανόνας, είναι ότι πρέπει να δημιουργήσεις ένταση, που πρέπει να είναι δύο ειδών: Ένταση που νιώθει ο ίδιος ο χαρακτήρας και ένταση που τον θέτει σε κίνδυνο κι απειλή. Ρώτησαν τον Άλφρεντ Χίτσκοκ: «Πόση ώρα μπορείτε να κρατήσετε ένα φιλί στην οθόνη;» Απάντηση: «Είκοσι λεπτά!». Του είπαν: «Κύριε Χίτσκοκ, αυτό το φιλί κρατά πολύ ώρα!». Απάντηση: «Πρώτα τοποθετώ μια βόμβα κάτω απ’ το κρεβάτι». Πρέπει να τοποθετήσουμε μια βόμβα κάτω απ’ το  κρεβάτι, αν γράφουμε έτσι. Το: «Η γάτα κάθισε στο χαλί», δεν είναι ιστορία, το: «Η γάτα κάθισε στο χαλί του σκύλου» είναι η αρχή μιας ιστορίας. Τα βασικά συστατικά για ‘μένα είναι να τραβήξεις την προσοχή του αναγνώστη, την καρδιά και το ενδιαφέρον του, να τον βάλεις μέσα στην ιστορία, να μη σηκωθεί απ’ την καρέκλα. Στην περίπτωσή μου, να χρησιμοποιήσεις την ιστορία κατασκοπείας ως έναν μικρόκοσμο που ακτινοβολεί από μόνος του. Να μη νιώθει ο αναγνώστης σαν τον Τζέιμς Μποντ και να λέει «Ουάου, αυτός θα μπορούσε να είμαι εγώ!» Αλλά να λέει «Ω Χριστέ μου. Θα μπορούσε πράγματι να είμαι εγώ.»

Εικόνα εξωφύλλου: Ο Επίμονος Κηπουρός
Δεν έχω συνήθως αίσιο τέλος στις ιστορίες μου αλλά υπάρχουν λύσεις. Θα ήθελα να πιστεύω ότι οι πράξεις και τα κίνητρα των χαρακτήρων δεν οδηγούν σε άλλο τέλος. Όμως, είμαι απίστευτα τυχερός στη ζωή μου. Έχω υγεία και η ζωή μου έχει προσφέρει τα πάντα. Όμως, δεν είμαι αισιόδοξος σχετικά με της φύση της ζωής. Οι ήρωες μου είναι ρομαντικοί. Ακόμη και οι πιο κυνικοί, είναι απογοητευμένοι ρομαντικοί. Είναι η επίδραση που δέχθηκα απ’ την γερμανική λογοτεχνία. Η οποία ψάχνει το «γαλάζιο λουλούδι» όπως λένε οι Γερμανοί. Αυτό ισχύει ακόμη και στα πιο κυνικά μου βιβλία. Όπως το βιβλίο: «Ο Κατάσκοπος που Γύρισε από το Κρύο», είναι αρκετά ρομαντικό, οι δύο εραστές πεθαίνουν μαζί. Ο άντρας γυρίζει σ’ εκείνη αφού την έχουν σκοτώσει. Θέλει να πεθάνει στο πλάι της, ενώνονται ξανά με την αγάπη. Ένα θέμα που επαναλαμβάνεται στον «Επίμονο Κηπουρό». Έχω ρομαντική καρδιά από πολλές απόψεις.

Πόλεμος και Πολιτική

Η ζωή μας δεν βελτιώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Δεν υπάρχει ισορροπία, πρέπει όμως, να θυμόμαστε ότι στην μεγαλύτερη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, νιώθαμε τυχεροί που ξυπνούσαμε το πρωί. Η ισορροπία του τρόμου ήταν τρομακτική. Ήμουν νεαρός διπλωμάτης στην Βόννη, την εποχή της κρίσης στην Κούβα και όταν χτίστηκε το τείχος του Βερολίνου, είχα δει κάποια από τα σχέδια έκτακτης ανάγκης. Αν κάνουν αυτό, θα κάνουμε εκείνο. Αν κάνουμε αυτό, θα κάνουν εκείνο. Οι κίνδυνοι αφανισμού ήταν αληθινοί. Στην κρίση της Κούβας, μας έσωσε ένας κατάσκοπος. Ο πόλεμος απετράπη από έναν κατάσκοπο. Ο Ολέγκ Πενκόφσκι ήταν ο Ρώσος συνταγματάρχης που μας έδωσε πληροφορίες πριν τις δώσει στον Χρουστσόφ, σχετικά με την κατάρρευση των ρωσικών πυραύλων και όπλων. Πιθανόν, χωρίς αυτές τις πληροφορίες, ο Κένεντι δε θα είχε παίξει το παιχνίδι που έπαιξε: «Πάρτε τα πλοία σας και γυρίστε πίσω». Τα ρωσικά πλοία αποχώρησαν. Και τότε ήταν άσχημη εποχή. Ζούσαμε με τον τρόμο. Όταν κηρύττεις τον πόλεμο στην τρομοκρατία, δημιουργείς νεύρωση στους ανθρώπους και χάνουν την λογική τους. Τους καθιστάς σκλάβους των φόβων σου. Δεν πιστεύω ότι απειλούμαστε όσο μας λένε καθημερινά.

Η φρίκη θα ήταν να ξαναβλέπαμε το ίδιο έργο. Πίστευα ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή, το 1998-1999, όπου θα μπορούσαμε να αναδημιουργήσουμε τον κόσμο εμείς οι δυτικοί. Οι Η.Π.Α ήταν η μόνη υπερδύναμη. Δεν υπήρχε σχέδιο Μάρσαλ, ούτε έκκληση ειρήνης των Η.Π.Α στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Δεν υπήρχε καλή θέληση, ούτε δημιουργικότητα στον τρόπο που απευθυνθήκαμε στον κόσμο τότε. Θα μπορούσαμε να το πετύχουμε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αντιθέτως, προχωρήσαμε σε μια οικονομική απομόνωση, πλουτίσαμε και αποκτήσαμε μια ασταθή οικονομία που συρρικνώθηκε και πάλι σήμερα, αλλιώς ο κόσμος θα πήγαινε κατά διαόλου. Επί Θάτσερ, που απεχθάνομαι την επιρροή της στη χώρα μου, θεοποιήσαμε την απληστία και τον υλισμό. Αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο επί Μπλερ και γίναμε απόλυτα δυστυχείς. Οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι και πάλι έχουμε μια ασταθή οικονομία. Πολλά ταξίδια, πολλή μόλυνση, δεν έχουμε αυτοέλεγχο. Κι αυτές δεν είναι ζοφερές αντιλήψεις ενός γέρου. Είναι αντικειμενικές αντιλήψεις. Και τα παιδιά μου το ίδιο πιστεύουν.

Εν μέρει, η προσωπική μου απογοήτευση προέρχεται απ’ την αίσθηση ότι χάσαμε το λεωφορείο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και εξοργίζομαι με τη λανθασμένη αντίληψη των Η.Π.Α, που δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς πόλεμο. Η Ευρώπη ξέρει από πόλεμο και δε θέλει άλλον. Μισούμε τον πόλεμο. Οι Η.Π.Α, δυστυχώς ερμηνεύουν την πολιτική με στρατιωτικούς όρους και αυτό είναι καταστροφή. Δεν πιστεύω ότι έπρεπε να γίνουμε σκλάβοι των Η.Π.Α στο βαθμό που έχουμε γίνει. Βλέπω ότι ακόμα και η Μέρκελ συγκλίνει με τους Αμερικανούς. Οι Η.Π.Α ασκούν πίεση στον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό. Μας πιέζουν να αποδεχθούμε τις μαύρες φυλακές. Μεταφέρουν αιχμαλώτους σε μέρη και τους βασανίζουν. Ντρέπομαι βαθύτατα για αυτό. Ένιωσα πολύ άσχημα που ο πρωθυπουργός μου έγινε το φερέφωνό τους και της λανθασμένης, πιστεύω, επίθεσης στο Ιράκ. Ντράπηκα που προσφερθήκαμε να δώσουμε αξία σε μία πράξη που δε θεωρώ καθόλου αξιοσέβαστη. Βέβαια, είναι πολύ περίεργο που σήμερα είναι τόσο δύσκολο να πιστέψεις ή να διαβάσεις κάποια αμερόληπτη άποψη στον τύπο, στην πολιτική, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση. Ο κόσμος φοβάται να προσβάλει την επικρατούσα άποψη. Πάντοτε το θεωρούσα, όχι προνόμιο αλλά χρέος, το να μιλήσω αντίθετα στις Αρχές. Θέλω να πω την αλήθεια στην εξουσία κι επειδή έχω μια μικρή φωνή που δεν εξαρτάται από κανέναν, είναι χρέος μου να μιλάω.

Βιβλία και Ταινίες

Αφίσα: Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύαΠρόσφατα υπογράψαμε το συμβόλαιο για να γίνει ταινία το «Mission Song». Έχω ισχυρή θέση γιατί είμαι καιρό στα πράγματα, έχω άποψη για την επιλογή του σκηνοθέτη, του καστ και του σεναρίου. Όμως, όταν βρεθούν τα χρήματα για να γίνει η ταινία ο λόγος μου δε θα έχει πλέον καμιά σημασία. Έμαθα να το αναγνωρίζω, θέλω να έχω άποψη αρχικά, δε θέλω να επιβάλω την άποψή μου αλλά να συζητάμε και να ανταλλάσσουμε ιδέες. Έπειτα, έμαθα να αποχωρώ από τη στιγμή που η ταινία έχει πάρει πράσινο φως για να γίνει. Για παράδειγμα, δεν πήγα στην Αφρική, στα γυρίσματα του «Επίμονου Κηπουρού». Αν οι ηθοποιοί θέλουν να μου μιλήσουν για το ρόλο τους, αν συμφωνεί ο σκηνοθέτης, το κάνω με μεγάλη χαρά. Πιστεύω ότι έχουν γίνει αξιόλογες προσπάθειες: «Ο Κατάσκοπος που Γύρισε από το Κρύο» και η τηλεοπτική σειρά «Μυστικός Προσκυνητής» και ο «Επίμονος Κηπουρός». Νομίζω ότι ήταν αποτυχία: «Η Μικρή Τυμπανίστρια». Και η ταινία: «The Looking Glass» δεν ήταν καλή. «Η Ρωσική Εστία» με υπέροχο καστ, δεν έκανε τίποτε για ‘μένα. Ήταν η ταινία για το βιβλίο κι όχι η ταινία για την ταινία. Το πιο συναρπαστικό που μου συμβαίνει, και συνέβη με τον «Επίμονο Κηπουρό», είναι όταν βλέπω ότι η ταινία ασκεί τη δική της μαγεία. Δείχνουμε, ό,τι δε χρειάζεται να πούμε. Συμπυκνώνουμε την ιστορία και μετατρέπουμε αυτό που μας παίρνει 16 ώρες να το διαβάσουμε, σε κάτι που θα δούμε σε 100 λεπτά. Αν κάνεις την προσαρμογή διατηρώντας την καρδιά της πρωτότυπης ιστορίας, είσαι απίστευτα τυχερός.

Η αλλαγή

Η κατασκοπεία έχει αλλάξει μέσα στα σαράντα χρόνια. Οι Μυστικές Υπηρεσίες, το βλέπει κανείς και στη Ρωσία, είναι σαν την ηλεκτρολογική εγκατάσταση στο σπίτι. Διάφοροι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται. Όταν ανάβεις τον διακόπτη έχεις το ίδιο αποτέλεσμα. Η μετάβαση από την K.G.B στην F.S.B, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Από τότε που εγκατέλειψα την κατασκοπεία, εδώ και 40 έτη, έχουμε διανύσει έναν κύκλο. Τα πάντα έχουν να κάνουν τώρα με την ηλεκτρονική παρακολούθηση. Μικρόφωνα, σκοτεινοί και έξυπνοι μέθοδοι, δορυφόροι, φροντίζουν για τα πάντα εκτός από τον πράκτορα. Ο μυστικός πράκτορας άρχισε να εξαφανίζεται όπως η χειροτεχνία πριν τη βιομηχανική επανάσταση. Εγκαταλείψαμε την ανθρώπινη ευφυία προς όφελος της τεχνολογίας. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της κατασκοπείας. Σήμερα όλοι ζητούμε την οικονομία των ιδιωτών που ξέρουν για ποιο πράγμα μιλούν.

Ας πούμε ότι είμαστε δύο-τρεις ώρες στο δωμάτιο. Αν φανταστούμε ότι τέσσερα άτομα είναι πάνω με ακουστικά και καταγράφουν ό,τι κάνουμε, το κόστος είναι τεράστιο, είναι πολλές μέρες δουλειάς. Πολλαπλασιάστε το αυτό επί εκατομμύρια. Μπορούμε να παρακολ0υθούμε συζητήσεις από απόσταση, να ακούμε ταξιτζήδες και οδηγούς ασθενοφόρων. Ποιο είναι το νόημα όλων αυτών; Ενώ ο πράκτορας είναι πιο οικονομικός, πιο αποτελεσματικός, απαντάει σε ερωτήσεις και δέχεται οδηγίες. Τώρα, μετά από όλο αυτό το ταξίδι στην τεχνολογία, το μεγαλύτερο κέρδος δεν είναι να μπει μικρόφωνο στην κρεβατοκάμαρα του Πούτιν αλλά να δουλεύει για ‘σένα η ερωμένη του, αν έχει. Ή η γραμματέας του. Οπότε, το παιχνίδι έχει διανύσει έναν πλήρη κύκλο και φαίνεται πως φτάνουμε στο τέλος αυτής της φρικαλέας ιστορίας με το Ιράκ. Τι πηγές έχουμε; Σε ποιον μπορούμε να μιλήσουμε; Ποιον θα αγοράσουμε; Όταν δεν ξέρεις τίποτε, όταν πεθαίνεις για να επιβεβαιώσεις τις προκαταλήψεις σου, θα υποκύψεις στο να αγοράσεις κάθε ψεύτική πληροφορία και θα δράσεις βάσει αυτής. Όπως η λανθασμένη πληροφορία, ότι ο Σαντάμ είχε αγοράσει ουράνιο. Ανοησίες! Κάποιος πληρώθηκε εκατομμύρια για την πληροφορία!

Λογοτεχνία

Η άποψη μου για τη λογοτεχνία με το Λάμδα κεφαλαίο, σχηματίζεται όταν το τελευταίο μου βιβλίο δεν αρέσει στον ταξιτζή μου. Η αφήγηση των ιστοριών δε γεννήθηκε για να ικανοποιήσει τους διανοούμενους, προήλθε από τους μύθους. Είμαι σίγουρος ότι ο Όμηρος αφηγούνταν προφορικά τους μύθους και συνέλεγε προφορικές, όχι γραπτές ιστορίες. Αρνούμαι κατηγορηματικά να υποταχθώ στα κριτήρια μιας λογοτεχνικής γραφειοκρατίας. Αυτή είναι μια αυτάρεσκη ελίτ. Χαίρομαι αν κάποιος με διαβάζει επειδή του αρέσουν τα κατασκοπευτικά ή αν με διαβάζει επειδή του αρέσουν οι ιστορίες αγάπης, ελπίζω να τον ικανοποιώ κι αυτόν. Όλοι οι συγγραφείς προσδοκούμε το ίδιο πράγμα, θέλουμε να μας αγαπούν και να μας κατανοούν και να βρούμε τον μαγικό σπόρο της παγκοσμιότητας. Θέλουμε να μας μεταφράζουν. Φυσικά, είναι μεγάλο προνόμιο να γράφεις στ’ αγγλικά. Αν Ο Κατάσκοπος που Γύρισε από το Κρύο γραφόταν στα ελληνικά, δε θα ξέραμε αν ήταν επιτυχία. Ακόμη ένα προνόμιο που έχω απολαύσει στη ζωή μου!

Οι τόποι

Η Κένυα πάντα με συγκινούσε, λόγω της μεταποικιοκρατικής πολιτικής της Βρετανίας. Η αποικιοκρατία αντικαταστάθηκε από την παγκοσμιοποίηση κι αυτό με ενδιέφερε. Έτσι, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, δεν είπα: «Τι θα γράψω τώρα;» Πιστεύω ότι με παρέσυρε το ρεύμα και με πήγε προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή στις πρώην αποικίες. Έχω επιλέξει μέρη στο παρελθόν και ελπίζω να το κάνω και στο μέλλον, που με μορφώνουν. Δεν ήξερα για τη Μέση Ανατολή μέχρι που μελέτησα γι’ αυτή. Πήγα στους Ισραηλινούς που με καλοδέχτηκαν, συνάντησα τις Ειδικές Δυνάμεις και είδα όποιον ήθελα. Πήγα στον Λίβανο και γνώρισα τον Αραφάτ, πέρασα μέρες μαζί του. Έμεινα με τον αρχηγό των μαχητών στον Νότιο Λίβανο. Απ’ αυτό κατάφερα να δημιουργήσω μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας. Έτσι, με την φαντασία μου ένιωθα ελεύθερος να κινηθώ όπως ήθελα, αφού ήμουν ενημερωμένος. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα στη Μόσχα, το 1988. Η υπηρεσία μου και οι Ρώσοι δε μ’ άφηναν να πάω νωρίτερα. Η Περεστρόικα ήταν σε εξέλιξη και ο πρέσβης μας μίλησε στη Ραΐσα Γκορμπατσόφ και πήγα. Ό,τι είδα τις πρώτες μέρες, ήταν πράγματα που περιέλαβα στο βιβλίο μου αργότερα. Η μυρωδιά των ανθρώπων, του Ρωσικού πετρελαίου, ο τρόπος που ο κόσμος σε κοιτάζει και δε σε κοιτάζει. Τα μυστήρια βλέμματα σε ένα κράτος με ένα κόμμα και έντονη αστυνομική παρουσία. Και μόνο από την εμφάνιση δεν εμπιστεύεται ο ένας τον άλλο. Τα κτίρια… τα κοιτάς και λες: τι είναι αυτό; Υπουργείο; Ξενοδοχείο; Πολυκατοικία; Δεν ξέρεις τίποτε. Αυτές οι εντυπώσεις είναι ζωντανές τις πρώτες ημέρες. Μετά εξαφανίζονται σταδιακά και συνηθίζεις τα πάντα. Τις μυρωδιές, το ύφος του κόσμου, τα καχύποπτα πρόσωπα. Ήταν μια υπέροχη στιγμή για να γράψω μια ιστορία.

Στην περίπτωση του The Mission Song, του τελευταίου βιβλίου μου, μελέτησα πολύ το θέμα πριν πάω στο Κονγκό. Η αρχή κάθε ταξιδιού όταν κάνω έρευνα για ένα βιβλίο, είναι να πάρω μαζί μου τη μυστική μου άμαξα. Αν ήταν ο Τζορτζ Σμάιλι, ή οποίος ήταν εκείνον τον καιρό ο ήρωας που καταπιανόμουν, θα ήξερα τι παιχνίδι παίζει. Αν μπαίναμε σε ένα δωμάτιο και μιλούσαμε σε κόσμο, οι σημειώσεις μου θα ήταν οι σημειώσεις του Σμάιλι. Αν ήταν ένας άλλος χαρακτήρας, όπως στο τωρινό μου βιβλίο ο Σάλβο, για κάθε συνάντηση που σχετίζεται με την ιστορία του όλες μου οι σημειώσεις θα ήταν από την οπτική του. Δεν κρατούσα ημερολόγιο. Κάθε βράδυ, είχα στις τσέπες χαρτάκια και δύο στυλό. Όσο κουρασμένος ή πιωμένος κι αν ήμουν, έγραφα το βιβλίο. Ακόμη δε γράφω σε γραφομηχανή, γράφω χειρόγραφα.

Κίνδυνοι

Είμαι το ίδιο φοβιτσιάρης όσο κάθε άλλος. Δε μου αρέσει ο κίνδυνος, ούτε να με απειλούν και η στάση που κρατάω στις ιστορίες μου θυμίζει τον φωτογράφο. Όσο κοιτάζω μέσα απ’ το φακό νιώθω προστατευμένος. Υπάρχει μια απομόνωση. Όσο έχω κάποιο σκοπό ως συγγραφέας δε με τρομάζει η περίσταση στην οποία βρίσκομαι. Νομίζω πως έχω λόγους να φοβάμαι μετά τον Επίμονο Κηπουρό. Η βιομηχανία φαρμάκων έχει παρελθόν στις δολοφονίες. Στην Ισπανία, έχουν υπάρξει περιπτώσεις με ανθρώπους που ήθελαν να μιλήσουν για τη βιομηχανία και τους δολοφόνησαν. Κάποιος έδωσε πληροφορίες κι ενώ είχε αστυνομική προστασία, δολοφονήθηκε. Αυτό δεν είναι διαταγή που δόθηκε από τη Γενεύη. Ένας τοπικός διευθυντής ή αντιπρόσωπος θα κάνει κατάχρηση των καθηκόντων του χωρίς να συμβουλευτεί κανέναν. Πιστεύω ότι μπορούσε να μου συμβεί σε μία περίσταση. Μπορούσε να μου συμβεί στην Κένυα. Αλλά δεν έχω ξαναπάει εκεί από όταν έγραψα το βιβλίο.

Ψευδώνυμο

Για το ψευδώνυμο Τζον Λε Καρέ, λέω πολλά ψέματα, θα σας πω και τώρα ένα! Όχι-όχι, θα πω την αλήθεια, δεν έχει πια σημασία. Ήμουν στο Υπουργείο Εξωτερικών εκείνη την εποχή και ο προϊστάμενός μου, είπε ότι μπορώ να γράφω αρκεί να τα βλέπουν πρώτα και να υπογράφω με ψευδώνυμο. Δέχτηκα. Μετά, πήγα στον εκδότη μου, ήταν ο Βίκτορ Γκόλανξ. Ο Βίκτορ ήταν Εβραίος πρόσφυγας από την Πολωνία. Είχε διαφύγει από τους Ναζί και είχε εκδοτικό οίκο. Μου είπε: «Διάλεξε δύο ωραία, μονοσύλλαβα ονόματα». Είπα ότι το όνομά του ήταν δύσκολο αλλά ήταν πασίγνωστος! Σκέφτηκα να φτιάξω ένα όνομα με τρεις λέξεις, όχι δύο. Θα το έκανα λιγάκι ξενικό και δύσκολο να προφερθεί γιατί τραβάει το μάτι. Πήγα σε βιβλιοπωλεία και διάβασα ονόματα. Κάποια ονόματα τα συγκρατούμε και δεν τα ξεχνάμε ποτέ. Έφτιαξα αυτό το όνομα σαν άσκηση τακτικής. Συχνά, οι δημοσιογράφοι δεν θέλουν ν’ ακούσουν την αλήθεια. Έτσι, όταν αναγκάστηκα να το εξηγήσω, είπα ότι ήμουν σε λεωφορείο στο Λονδίνο και είδα ένα ραφείο με αυτό το όνομα! Τρομερές ιστορίες! Ξεχνούσα ποιο ψέμα είχα πει τελευταία! Πάντως, δεν ήταν το κωδικό μου όνομα. Είπαν απίστευτα πράγματα, οι Γάλλοι το βρήκαν φανταστικό! Το «Καρέ» είναι αριθμός στη ρουλέτα. Βάζεις μια μάρκα σε κάθε γωνιά του αριθμού. Στο «Μπαλ Καρέ», η κοπέλα ζητάει τον άντρα σε χορό. Δεν είχα ιδέα τι ανοησία είχα δημιουργήσει!

Παραγωγή: Ε.Ρ.Τ  Α.Ε
Εκπομπή: Οι Κεραίες Της Εποχής Μας
Υποτιτλισμός: VIDEOPRESS