Γεράσιμος Βώκος: Ο Λαός



Γεράσιμος Βώκος: «Ο Λαός»

Απομαγνητοφώνηση: Κωνσταντίνος Σύρμος

Λαός

Δεν θα ήταν εύκολο αλλά ούτε πρακτικό να επιχειρήσει κανείς να ορίσει τον λαό. Με τον λαό τα πράγματα είναι περίεργα, θυμίζουν πολύ αυτό που λέει ο Αυγουστίνος για τον χρόνο: «Αν κανείς δε με ρωτήσει, ξέρω τι είμαι. Αν κάποιος με ρωτήσει δεν ξέρω τι να του πω», το ίδιο συμβαίνει και με τον λαό. Η έννοια, όπως ξέρετε, είναι πολυσήμαντη και μόλις πιστέψεις ότι βρήκες μια άκρη, παρουσιάζονται αμέσως άλλες που την ακυρώνουν. Ίσως μια καλή στιγμή είναι να σταματήσει κανείς στη Γαλλική επανάσταση, εκεί δηλαδή που ο λαός, περίπου όπως τον φανταζόμαστε σήμερα, κάνει την επίσημη εμφάνισή του γιατί παίζει ένα ρόλο καθώς επιδρά, πολλές φορές αποφασιστικά, στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Ο λαός γκρεμίζει την Βαστίλη, ο λαός μεταφέρει το βασιλιά από τις Βερσαλλίες στο Παρίσι, ο λαός δίνει τις νικηφόρες μάχες της επανάστασης. Σε εκφράσεις όπως οι προηγούμενες ο λαός λειτουργεί περισσότερο σαν σύμβολο και σαν αρχή παρά σαν συγκεκριμένη πραγματικότητα. Αρκεί να αναφερθεί κάνεις στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα η οποία χρησιμοποιεί συνεχώς εκφράσεις που επινόησε, τις περισσότερες φορές η ίδια, για να δηλώσει το λαό ως συλλογική δύναμη. Μεγάλος λαός, πλήθος λαού, κύμα λαού, λαοθάλασσα∙ μερικές από τις διατυπώσεις που βρίσκονται πολύ συχνά στις σελίδες του Ουγκώ, για παράδειγμα. Μόλις, όμως, εγκαταλείψουμε την λογοτεχνία και τη ρητορική της, μόλις προσπαθήσουμε να ορίσουμε κάπως αυστηρότερα την έννοια του λαού οι δυσκολίες που παρουσιάζονται είναι ανυπέρβλητες, όμως, όπως θα το δείτε, και διδακτικές.

Ήδη στην εγκυκλοπαίδεια, το άρθρο «Λαός» επισημαίνει: «Συλλογικό όνομα, δύσκολο στον ορισμό του γιατί δημιουργήθηκαν γι’ αυτό διαφορετικές ιδέες ανάλογα με τους τόπους, τους χρόνους και τη φύση των κυβερνήσεων». Η αμηχανία του συντάκτη είναι δικαιολογημένη καθώς Λαός μπορεί να αναφέρεται: στην τάξη των εργαζόμενων (με την οικονομική έννοια), στην ιδέα του μεγάλου αριθμού των φτωχών (τον λαουτζίκο, όπως θα λέγαμε εμείς, έννοια ταυτοχρόνως κοινωνική και ηθική), αλλά και στην ιδέα του έθνους ως σύνολο του πληθυσμού (έννοια, τώρα πια, σαφώς πολιτική). Η πολυσημία αυτή θα δείξει την πρακτική, θεωρητική αλλά και πολιτική της σημασία πολύ συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 1789, όταν θα τεθεί το πρόβλημα του ονόματος της συνέλευσης και θα αποκλειστεί η ονομασία: «Συνέλευση του γαλλικού λαού» και στην θέση της θα προκριθεί το όνομα «Εθνική Συνέλευση». Στης 16 Ιουνίου 1789, ο Μιραμπώ, ως προς το θέμα εξηγείται και εξηγεί: «Η λέξη “Λαός”», λέει, «σημαίνει αναγκαστικά, ή πάρα πολύ, ή πολύ λίγο. Είναι μια λέξη που προσφέρεται για τα πάντα». Δυο χρόνια αργότερα, όταν η παρουσία του λαού γίνεται όλο και εντονότερη στο δρόμο, ο Ντιγκενουά, γνωστός τότε δημοσιογράφος και, κατά κάποιο τρόπο δημοσιολόγος, θα γράψει: «Αν η ψευδεπίγραφη χρήση της λέξης “Λαός” ήταν για τους κακούς πρόσχημα και τρόπος, για τους απλοϊκούς και τους εύπιστους ήταν μια συγνώμη. Είναι καιρός η Εθνική Συνέλευση να απαλείψει αυτήν την αιτία των ταραχών και θα ήταν απαραίτητο να ανακαλέσουμε αυστηρά στην τάξη, όποιον χρησιμοποιεί την λέξη “Λαός” με σημασία διαφορετική απ’ αυτήν που πρέπει να έχει». Αυτά είναι τα ίδια τα λόγια του Ντιγκενουά ο οποίος, όμως, δυστυχώς, παρέλειψε να αναφέρει τη σημασία που πρέπει να έχει ο λαός. Αλλά, το άρθρο της εγκυκλοπαίδειας προδίδει τουλάχιστον την αιτία της δυσκολίας.

Η δυσκολία στον ορισμό του λαού είναι κάπως, κατά κάποιο τρόπο, σύμφυτη με την έννοια, γιατί οφείλεται και στη φύση των κυβερνήσεων ή, με άλλα λόγια, η δυσκολία είναι πολιτική. Κατά συνέπεια, καθολικά αποδεκτός, δηλαδή ουδέτερος ορισμός του λαού είναι μάλλον δύσκολο να υπάρξει. Από τον προβληματικό ορισμό του λαού θα προκύψει και η διπλή του, κατά κάποιο τρόπο, φύση. Ευχή και κατάρα, δαίμονας και θεός, ο λαός μπορεί να είναι ταυτοχρόνως θεμέλιο και δυναμίτης για την κοινωνική συνοχή. Ο λαός είναι κίνδυνος για την πολιτεία αλλά πολιτεία χωρίς λαό δεν υπάρχει. Ο προβληματικός χαρακτήρας του λαού κάνει απειλητικά την εμφάνισή του κατά τη διάρκεια της επανάστασης, η απειλή όμως θα υποχωρήσει, κυρίως γιατί τότε ο λαός τείνει να ταυτιστεί με το έθνος, σ’ ένα κράμα που ακόμα δεν είναι εκρηκτικό. Αν η αυτοκρατορία πέτυχε, έστω προσωρινά, να ελέγξει το λαϊκό κίνδυνο, ο λαός θα εμφανιστεί ως πρόβλημα ταυτοχρόνως με την πτώσης της αυτοκρατορίας, από την παλινόρθωση και εξής και θα απλωθεί σε όλο το 19ο αιώνα υπό δύο μορφές. Τι είναι ο λαός; Αυτή η ανεξέλεγκτη δύναμη που τώρα έχει ξετυλιχτεί μπροστά στα μάτια μας; Και, ακόμη −και τούτη εδώ η ερώτηση είναι ίσως η θεμελιώδης− τι είναι αλήθεια η κοινωνία; Δηλαδή, όπως ήδη την περιγράφουνε στην εποχή, αυτή η σκοτεινή και απύθμενη πραγματικότητα που δε μπορούμε να ξεχωρίσουμε από τη ζωή μας;

Τα δύο ερωτήματα πάνε μαζί και δεν μπορούν να απαντηθούν ξεχωριστά. Λαός είναι το σύνολο της κοινωνίας ή μέρος της; Και μάλιστα το υποδεέστερο, το κατώτερο μέρος της. Αν η διαίρεση αυτή έχει νόημα, ποιο είναι το ανώτερο μέρος της κοινωνίας και ποιο αυτό που βρίσκεται ανάμεσά τους; Ακόμη, γενικότερα, τι σημαίνουν οι διακρίσεις αυτές, σε τι διαφέρουν από τις διακρίσεις του παλαιού καθεστώτος; Τι είναι τελικά αυτή η κοινωνία των ατόμων, τούτη ‘δω η πρωτόγνωρη πραγματικότητα η οποία προέκυψε από την επανάσταση; Αυτό είναι το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει ο 19ος αιώνας στην εκκίνησή του. Το ερώτημα δεν είναι μόνο−δεν είναι κυρίως, θεωρητικό. Αντίθετα, πρόκειται για το εξόχως πρακτικό πρόβλημα της διακυβέρνησης των μαζών που απελευθερώθηκαν από την έκρηξη της επανάστασης και την πτώση της αυτοκρατορίας. Τι σόι πραγματικότητα είναι όλο αυτό που ονομάσαμε, σχεδόν αυθόρμητα σχεδόν ενστικτωδώς, κοινωνία; Τι είναι αυτή η πραγματικότητα σε κατάσταση κονιορτού, που οι θεωρητικοί των αρχών του αιώνα ονομάζουν κοινωνία; Αν ο Ρεμουζά, ένας σημαντικός θεωρητικός τότε, διαπιστώνει ότι η γαλλική κοινωνία είναι αίνιγμα για την υπόλοιπη Ευρώπη, ο ίδιος ο Γκιζό το 1837, κάνει λόγο για τη σκοτεινή όψη της δημοκρατικής κοινωνίας.

Φρανσουα Γκιζό

Οι δύο αυτοί στοχαστές ανήκουν στην περίφημη «Ομάδα των Θεωρητικών», δεν βρήκα καλύτερο όρο για να μεταφράσω τον γαλλικό όρο: Doctrinaires, με τον οποίο έμειναν στην ιστορία. Οι οποίοι για τους αντιπάλους των όταν συναντιόνταν, αυτοί οι θεωρητικοί δηλαδή «χωρούσαν όλοι σε έναν καναπέ», αυτή ήταν η έκφραση που κυκλοφορεί την εποχή αυτή. Ο αριθμός τους ήταν όντως μικρός, ο ρόλος τους όμως ήταν μεγάλος, τόσο στη θεωρία όσο και στην άσκηση της εξουσίας. Ο Γκιζό, για παράδειγμα, εκτός απ’ το σημαντικό ιστορικό του έργο ως καθηγητής ιστορίας στη Σορβόννη, έχει γράψει βιβλία που έχουν άμεσο στόχο την πολιτική θεωρία αλλά, από την πρακτική σκοπιά της διακυβέρνησης της χώρας. Ήδη, μετά την πτώση του Ναπολέοντα συμμετέχει στην κυβέρνηση, αλλά ο πραγματικός πολιτικός του ρόλος θα ξεκινήσει με την επανάσταση του Ιουλίου του 1830. Πολλές φορές υπουργός, είναι ο υπεύθυνος ενός εξαιρετικά σημαντικού νόμου για το σύνολο της παιδείας στην Γαλλία. Και, το 1840, θα γίνει υπουργός εξωτερικών ενώ το 1848 λίγο πριν η κυβέρνησή του ανατραπεί από την επανάσταση του ’48, την οποία ούτε περίμενε, ούτε κατάλαβε, έγινε πρωθυπουργός. Το έργο του Γκιζό έχει ιδιαίτερη σημασία στο μέτρο που άσκησε πολιτική ο ίδιος και, συνεπώς, οι απόψεις του στη θεωρία ελέγχονταν αμέσως από την πράξη. Είναι προφανές ότι η κοινωνία είναι πρόβλημα και ότι η πολιτική ως θεωρία αλλά και ως πράξη πρέπει να αποκτήσει τη μορφή και το περιεχόμενο που ταιριάζουν στην πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την επανάσταση. Η δυσκολία βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι η εν λόγω πραγματικότητα παρουσιάζεται άγνωστη και σκοτεινή, αλλά, ταυτοχρόνως, αιχμηρά υπαρκτή. Ήδη απ’ το 1816, ο Γκιζό έχει πλήρη συνείδηση της δυσκολίας. Στο αξιοσημείωτο κείμενο με το οποίο προλογίζει μια μετάφραση που έκανε ο ίδιος ενός σημαντικού βιβλίου του Ανσιγιόν, περί της κυριαρχίας και των μορφών της διακυβέρνησης, επισημαίνει ότι: «Η επανάσταση γέμισε τα πνεύματα και τα πράγματα με τόσο τρομακτική σύγχυση, συγκέντρωσε ανακατεμένα τόσο ευγενή και τόσο ωραία συναισθήματα, τόσες χρήσιμες αλήθειες και τόσο βλαβερές θεωρίες, τόση δόξα και τόσες αποτυχίες ώστε, θα περάσουν ίσως αιώνες πριν καταφέρουν οι λαοί να ξεμπλέξουν τούτο δω το πολιτικό χάος». Ακριβώς τους ανθρώπους που ανέλαβαν το δύσκολο αυτό καθήκον επαινεί ο Γκιζό και τους καλεί να μην απογοητευτούν από την ενδεχόμενη αδιαφορία του κοινού στις προσπάθειές τους, γιατί θα έρθει η εποχή που το έργο τους θα αναγνωριστεί και η αλήθεια θα ξεχωρίσει από την πλάνη. Τα σημεία των καιρών είναι ενθαρρυντικά και επιτρέπουν στον Γκιζό να κρίνει ότι η Γαλλία έχει βγει από την επαναστατική άβυσσο.

Ποια είναι όμως τα βήματα που πρέπει να γίνουν στο εξής; Ή, αλλιώς, τι να κάνουμε; (Γνωστό το ερώτημα, τέθηκε και πολύ αργότερα όπως το ξέρετε όλοι). Ε λοιπόν, το γνωστό αυτό ερώτημα που προφανώς αφορά όλους εκείνους που αντιμετωπίζουν μία άγνωστη πραγματικότητα με την οποία είναι υποχρεωμένοι να συνυπάρξουν, τίθεται με τον ίδιο τρόπο και τότε. Το πρώτο βήμα για τον Γκιζό, είναι ο ακριβής συσχετισμός θεωρίας και πράξης καθώς και η σαφή οριοθέτησή του. «Η θεωρία δεν είναι», υποστηρίζει ο Γκιζό, «σε καμία περίπτωση, ένας απριόρι συνδυασμός μερικών αρχών με μερικές φόρμες, που συνδέονται με αυστηρή λογική μεταξύ τους αλλά χωρίς να συσχετίζονται με την πραγματικότητα, στην οποία ισχυριζόμαστε ότι τις εφαρμόζουμε. Παρόμοιοι συνδυασμοί είναι μόνο πνευματικές ονειροπολήσεις. Αυτό που χρειαζόμαστε στην πολιτική είναι μια πραγματική θεωρία, δηλαδή, το σύνολο των γενικών αρχών που προκύπτουν από την παρατήρηση και τη σύγκριση όλων των δεδομένων. Στην προοπτική αυτή, η καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που ταιριάζει καλύτερα στην κοινωνία την οποία πρέπει να κυβερνήσει. Δηλαδή, η καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή, της οποίας η θεωρία θεμελιώνεται στα γεγονότα, των οποίων το σύνολο συνιστά αυτήν ή την άλλη καθορισμένη κοινωνία». Με άλλα λόγια −κι αυτή είν’ η σημασία του Γκιζό ως θεωρητικού− η πολιτική θεωρία, χωρίς να παραμελεί την νόμιμη γενίκευση, είναι χρήσιμη μόνο όταν μπορεί να εφαρμόσει σε μια συγκεκριμένη κοινωνία.

Ποια είν’ η κοινωνία που προέκυψε από την επανάσταση; Για να δούμε ποια είναι η θεωρία που μπορούμε να της εφαρμόσουμε. Ποια είναι η εξουσία που μπορεί να κυβερνήσει αυτήν την κοινωνία; Είναι απαραίτητο να απαντήσουμε στις ερωτήσεις αυτές για ν’ αποφύγουμε ένα συνηθισμένο αλλά μοιραίο λάθος εξουσίας:  − Την πεποίθησή της ότι είναι αυτάρκης − Την πεποίθησή της ότι είναι αυτοδύναμη και, γιατί όχι, παντοδύναμη − Ότι έχει τη δική της ζωή, όχι μόνο διακριτή αλλά ανεξάρτητη από την κοινωνία στην οποία κυριαρχεί. Και, στο σημείο αυτό, κατά την δική μου τουλάχιστον γνώμη, βρίσκεται η πρωτοτυπία του Γκιζό. Γιατί, ο Γκιζό αντιμετωπίζει τα ερωτήματα κατά μέτωπο, στη σημαντική μελέτη που δημοσιεύει το 1821, με τίτλο: « Τα Μέσα της Κυβέρνησης και της Αντιπολίτευσης στη σημερινή κατάσταση της Γαλλίας». Με άλλα λόγια «ο ταύρος απ’ τα κέρατα». «Στην κοινωνία που προέκυψε από την επανάσταση, η εξουσία καθεαυτή», θα πει ο Γκιζό, «δεν έχει νόημα, αν είχε ποτέ νόημα στο παρελθόν, γιατί απλούστατα η εξουσία δεν υπάρχει από μόνη της. Η εξουσία δεν είναι μόνη της δεδομένου ότι δεν φτιάχνει την κοινωνία αλλά την βρίσκει μπροστά της». Από τη σκοπιά αυτή, η σχέση της εξουσίας με την κοινωνία είναι σχέση εσωτερική και αναγκαία. Σε τέτοιο βαθμό, που, αν η κοινωνία είναι ανίκανη να συμπαρασταθεί στην εξουσία, αν διακατέχεται από αναρχικές πεποιθήσεις, αν περιέχει στο εσωτερικό της αιτίες διάλυσης, η εξουσία είναι ανίκανη να εκτελέσει το έργο της. Οι ψευδαισθήσεις που τρέφει η εξουσία για την αυτονομία της, ενισχύονται από τις αυτάρεσκες εικόνες τις οποίες έχει εγκατασταθεί.  Και, μια απ’ αυτές μας προσφέρει ο Γκιζό, επιμένει σε αυτήν. Πρόκειται για την εικόνα του καλλιεργητή που εκμεταλλεύεται το χωράφι που τον τρέφει. «Τι χρειάζεται τον καλλιεργητή;», αναρωτιέται ο Γκιζό, «Υπηρέτες, άλογα, άροτρα, όλα αυτά τα θέτει σε κίνηση πάνω στη γη και η γη υποτάσσεται. Η εξουσία νομίζει το ίδιο πράγμα για τον εαυτό της. Υπουργούς, νομάρχες, δημάρχους, φοροεισπράκτορες, στρατιώτες, τους θεωρεί όλους μέσα που έχει στη διάθεσή της για να κυβερνήσει. Η κοινωνία είναι το υποζύγιο της εξουσίας −έτσι πιστεύει η εξουσία τουλάχιστον− η οποία απλώνει έτσι ένα δίχτυ πάνω στη χώρα και λέει ότι κυβερνάει. Και μάλιστα, εκπλήσσεται επειδή συναντά εμπόδια καθώς δεν έχεις στη διάθεσή της ακριβώς το λαό». Μα δεν τον έχει στην διάθεσή της γιατί απλούστατα, για τον Γκιζό, ο λαός δεν είναι μέσο. «Τα πραγματικά μέσα που έχει στη διάθεσή της η εξουσία για να κυβερνήσει την κοινωνία», θα υποστηρίξει ο Γκιζό, «δε βρίσκονται έξω από την κοινωνία αλλά στο εσωτερικό της, στους κόλπους της. Και δεν μπορούν, συνεπώς, να ξεχωριστούν απ’ αυτήν. Εκεί πρέπει να τα αναζητήσεις κανείς για να τα βρει και μάλιστα, για να τα χρησιμοποιήσει, πρέπει επίσης να τα αφήσει εκεί που τα βρήκε. Η κοινωνία, κατά συνέπεια, δεν είναι χωράφι που το εκμεταλλεύεται ένα αφεντικό. Η ζωή της κοινωνίας είναι διαφορετική από τη ζωή της ύλης, κατέχει και παράγει η ίδια τα πιο σίγουρα μέσα για την κυβέρνησή της. τα δανείζει ευχαρίστως σε όποιον ξέρει να τα χειριστεί αλλά, για να τα αποκτήσεις πρέπει να απευθυνθείς στην ίδια».

Μπορούμε τώρα, μαζί με τον Γκιζό, να περάσουμε στην εξέταση των πραγματικών μέσων κυβέρνησης. Να αναλύσουμε δηλαδή την εξουσία στην εσωτερική και αναγκαία της σχέση με την κοινωνία. Στην προοπτική αυτή, η δράση της εξουσίας είναι διπλή. Αφενός, πρέπει να διαπραγματευτεί με αυτή τη γενική μάζα των πολιτών την οποία δεν βλέπει καθόλου, δεν συναντά καθόλου. Αλλά, οι οποίοι πολίτες, την υφίστανται, την αισθάνονται και την κρίνουν. Αφετέρου, έχει να διαπραγματευτεί με άτομα τα οποία, με αυτήν ή την άλλη αιτία, την πλησιάζουν και βρίσκονται μαζί της σε θέση προσωπική και άμεση. Είτε γιατί την υπηρετούν με τις λειτουργίες τους, είτε γιατί η ίδια η εξουσία αισθάνεται την ανάγκη να χρησιμοποιήσει την επίδρασή τους. Η διπλή αυτή δράση πάνω στις μάζες και δράση μέσω των ατόμων, ονομάζεται για τον Γκιζό, απλούστατα: «Κυβέρνηση». Δύο, λοιπόν, είναι τα μέρη που απαρτίζουν την κυβέρνηση και η εξουσία συνήθως τείνει να παραμελεί τον ένα απ’ αυτά. «Αδύναμη ή βιαστική, φροντίζει μόνο τη διαπραγμάτευση με τα άτομα και ξεχνά ότι υπάρχει ένας λαός» κι ο Γκιζό επισημαίνει: «Αυτό είναι το μοιραίο λάθος της εξουσίας, γιατί πρέπει μέσα στις μάζες, στον ίδιο το λαό, να αντλήσει τη βασική της δύναμη, τα πρώτα μέσα της κυβέρνησης». Και, για να πείσει ότι έχει δίκιο, ο Γκιζό διαλέγει ένα παράδειγμα από την πολύ πρόσφατη ιστορία της επανάστασης: «Από το ’95 [το 1795] ως το 1799, το διευθυντήριο», λέει ο Γκιζό, «δοκίμασε να κυβερνήσει τη Γαλλία». Όπως είναι γνωστό, το διευθυντήριο κατέρρευσε και μία από τις αιτίες −έτσι όπως τουλάχιστον διαβάζει ο ιστορικός την ιστορία− είναι ακριβώς αυτή η κυβέρνηση. Είναι ακριβώς το ότι η κυβέρνηση τότε αφιερώθηκε στα ατομικά συμφέροντα, παραμελώντας τα συμφέροντα του έθνους. Άλλους τους χάιδευε άλλους τους απειλούσε. Αναζητούσε συνενόχους στο παρελθόν, συμμάχους στο παρόν, προστάτες στο μέλλον. Δεν είναι τυχαίο που η κυβέρνηση έπεσε μέσα στην περιφρόνηση και την εγκατάλειψη από τη Γαλλία, την οποία δεν είχε φροντίσει ποτέ. Αμέσως μετά, βεβαίως, ήρθε ο Ναπολέων. Στην αρχή, χωρίς παραμελήσει τα άτομα ασχολήθηκε κυρίως με τις μάζες, ικανοποιώντας πολλά από τα αιτήματά τους. Η τακτική ήταν αποτελεσματική γιατί του επέτρεψε να επιβληθεί ταυτοχρόνως στους βασιλόφρονες και τους Ιακωβίνους. Παραταύτα, ο Ναπολέων έπεσε κι αυτός. Η πτώση του προκλήθηκε, ακριβώς γιατί ξέχασε τη Γαλλία, γιατί έχασε από τα μάτια του τις μάζες, γιατί δεν αντλούσε πια τα μέσα της κυβέρνησης από τα δημόσια συναισθήματα και τα δημόσια συμφέροντα. Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστο για τον Γκιζό: «Το κοινό, το έθνος, η χώρα, εκεί είναι η δύναμη, εκεί μπορεί να την πάρει κανείς. Η διαπραγμάτευση με τις μάζες είναι το μεγάλο ελατήριο της εξουσίας. Ύστερα έρχεται η τέχνη της διαπραγμάτευσης με τα άτομα, τέχνη αναγκαία, αλλά η οποία από μόνη της έχει μικρή αξία και παράγει λίγα αποτελέσματα».

Είναι χρήσιμο να καθυστερήσουμε για μια στιγμή στις πρωτοφανείς, με την ετυμολογική σημασία του όρου, εκφράσεις του Γκιζό, οι οποίες, όπως καταλαβαίνετε, μόνο τυχαίες δεν είναι: Γενική μάζα των πολιτών, μάζες, λαός, άτομα, αλλά ακόμη: το κοινό, το έθνος, η χώρα. Δηλώνουν όλες την αμηχανία μπροστά στην καινούρια πραγματικότητα, που είναι η κοινωνία της επανάστασης χωρίς, για την ώρα, καμία αξιολογική κρίση να τις διακρίνει μεταξύ τους. Οι όροι στην προκειμένη περίπτωση, δεν μοιάζουν εξειδικευμένοι και φαίνεται να σημαδεύουν όλοι την ίδια πραγματικότητα που βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τα άτομα. Ο κόσμος κι ο μεγάλος αριθμός, αφενός, τα άτομα όχι ως σύνολο αλλά το καθένα ξεχωριστά, αφετέρου, αυτά είναι ταυτοχρόνως τα μέσα και τα εμπόδια που συναντά κάθε κυβέρνηση στην άσκηση της εξουσίας. Μεθοδικώς ο Γκιζό, εξετάζει το κάθε μέσο ξεχωριστά, ξεκινώντας από τις μάζες και αυτή είναι η ανάλυση που μας ενδιαφέρει εδώ περισσότερο. Το κεντρικό του ερώτημα είναι το ακόλουθο: «Πώς μπορεί να κυβερνηθούν οι μάζες;». η απάντησή του είναι σαφής: «Κάθε λαός, κάθε κόμμα, γενικά έχει απόψεις ή ακόμα, κυρίαρχες προκαταλήψεις, συμφέροντα που το κατευθύνουν, πάθη που σιγοβράζουν στα σπλάχνα του. Αυτές είναι οι λαβές που προσφέρει στη κυβέρνηση, από τις οποίες μπορεί να το πιάσει κανείς αφού πρώτα τις εντοπίσει. Ποιες είναι σήμερα στη Γαλλία της επανάστασης, οι κυρίαρχες απόψεις, τα γενικά συμφέροντα, τα δημόσια πάθη; Πώς διαπλέκονται μεταξύ τους ώστε να υφάνουν αυτό το σύνολο που είναι η κοινωνία; Οι ιδέες που κυριαρχούν και που έχουν διαχυθεί στη νέα γαλλική κοινωνία∙ και τις οποίες η γαλλική εξουσία τρέμει όταν τις ονομάζει θεωρίες, είναι τρεις και συνιστούν για μια μεγάλη τάξη ανθρώπων, ένα είδος λαϊκού credo, ένα είδος λαϊκού πιστεύω. Πρώτον, η λαϊκή κυριαρχία. Δεύτερον, καμία αριστοκρατία, κανένα προνόμιο, καμία νόμιμη και σταθερή ταξινόμηση της κοινωνίας. Και, τρίτον, η κυβέρνηση είναι ένας υπηρέτης που πρέπει να τον προσλάβεις υπό δύο όρους: ότι θα ενεργεί λίγο και θα είναι ταπεινός».

Ο Γκιζό γνωρίζει πολύ καλά και το αναφέρει, ότι η διεξοδική συζήτηση των σημείων αυτών έχει απασχολήσει, από τότε που υπάρχει ιστορία, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Συνεπώς, θα περιορίσει και το κάνει, τις φιλοδοξίες του μόνο στο πρόβλημα της λαϊκής κυριαρχίας. Αν συγκρατήσουμε τα κεντρικά σημεία της ανάλυσης, όχι μόνο του Γκιζό αλλά και όλων των ομοϊδεατών του, αυτό που τους ανησυχεί είναι η λαϊκή κυριαρχία, την οποία θεωρούν υπεύθυνη για όλες τις ακρότητες  κατά την περίοδο της επανάστασης. Ακόμη, αυτό που τους τρομάζει, είναι η εισβολή του μεγάλου αριθμού όχι μόνο στη ζωή της κοινωνίας αλλά και στην άσκηση της πολιτικής. Κι ο μεγάλος αριθμός, είναι ακριβώς, ο λαός. Ως αριθμός, ο λαός, είναι γι’ αυτούς πάντα βάρβαρη δύναμη και το μόνο που φαίνεται να έχει στο νου του είναι η καταστροφή. Καίριος θεωρητικός τους αντίπαλους, όπως μπορούμε να το φανταστούμε εύκολα, είναι ο Ρουσσώ και το «Κοινωνικό Συμβόλαιο». Αυτό που θα επιχειρήσουν είναι, κατά συνέπεια, να σκεφτούν και να ορίσουν τον κοινωνικό δεσμό χωρίς την έννοια του κοινωνικού συμβολαίου. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι αρνούνται να αντιμετωπίσουν σε όλο τους το εύρος, τα προβλήματα που θέτει η μετεπαναστατική κοινωνία. Απλούστερα και ίσως περιεκτικότερα, πώς παραμένει κανείς πιστός στα θεμελιώδη αποτελέσματα της επανάστασης χωρίς να είναι επαναστάτης; Πώς συμφωνεί κανείς με τη μεγάλη αλλαγή που συντελέστηκε στη διάταξη της κοινωνίας, απορρίπτοντας το μικρόβιο της αναρχίας, που εμπεριέχει ακριβώς η κοινωνία που προέκυψε από την επανάσταση; Τα προβλήματα αυτά θα κυριαρχήσουν σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Θα προχωρήσουν, θα φτάσουν και στον 20ο.

Για να δούμε επίσης τι συμβαίνει και στις μέρες μας, όπου η διατύπωσή τους δεν έχει αλλάξει και τόσο. Θα προχωρήσουν τα προβλήματα αυτά, θα κυριαρχήσουν τον 19ο αιώνα με πρωταγωνιστή τη συγκεχυμένη, ασαφή, ενίοτε μυθική αλλά εμπειρικά υπαρκτή δύναμη που είναι ο λαός. Αυτός, όπως το υπαινίχθηκα προηγουμένως, αυτός ο Ιανός, ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Ταυτ0χρόνως −και εδώ είναι η δυσκολία- η πηγή της νομιμότητας αλλά και η αιτία της ανομίας.

Βίκτωρ Ουγκώ

Τελειώνοντας, θα κλείσω με ένα μικρό κείμενο του Ουγκώ. Ο Ουγκώ λοιπόν γράφει: «Το καλύτερο σύμβολο του λαού είναι το καλντερίμι, το πατάς ώσπου να σου ‘ρθει στο κεφάλι». Υπάρχει μία άλλη εικόνα, η οποία παίζει κυρίαρχο ρόλο όχι μόνο στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα αλλά και στα θεωρητικά κείμενα, είναι η εικόνα της θάλασσας. Ήδη πριν από τον Ουγκώ, ο οποίος κάνει χρήση αυτής της εικόνας, στους «Αθλίους» κυρίως, συνεχώς. Υπάρχει ο Ευγένιος Σύη με «Τα Μυστήρια των Παρισίων» −έχει ασχοληθεί μ’ αυτόν ο Μαρξ χωρίς νομίζω να τον καταλάβει− που χρησιμοποιεί την εικόνα της θάλασσας για να περιγράψει τον λαό ως πλήθος. Χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά φαίνεται, την ευρηματική έκφραση «υδάτινη σκόνη» για το κύμα όταν καταλαγιάζει στην επιφάνεια της θάλασσας, αυτό είναι ο λαός, είναι σκόνη υδάτινη. «Ακούστε», γράφει ο Σύη, «το υπόκωφο και μελαγχολικό μουρμουρητό του ωκεανού. Θα έλεγε κανείς, ότι ο συγκεχυμένος θόρυβος μιας μεγάλης πόλης που ξυπνάει, αυτό είναι αυτός ο θόρυβος. Κοιτάξτε πως τα κύματα ανυψώνονται με απλωτά διαστήματα μεταξύ τους και ξετυλίγουν με ηρεμία τους τεράστιους κρίκους τους, που και που ένας άσπρος αφρός ξεπηδάει από την κορυφή δύο κυμάτων που συναντιούνται. Σκουντάει το ένα το άλλο, ανυψώνονται μαζί και ξαναπέφτουν σαν υδάτινη σκόνη». Αυτή την έκφραση θα τη σημειώσει ο Ουγκώ και θα τη χρησιμοποιήσει, αλλά θα τη χρησιμοποιήσει μ’ ένα περίεργο τρόπο για να δείξει για πρώτη φορά, κατά τη γνώμη μου, έτσι έντονα τουλάχιστον, ότι ο καθένας από μας είναι ένας κόκκος σκόνης, αλλά αυτός ο κόκκος σκόνης είναι ένας ολόκληρος κόσμος. «Πολλοί άνθρωποι έχουν», γράφει ο Ουγκώ, «έτσι, ένα μυστικό τέρας, ένα κακό που τρέφουν, ένα δράκο που τους τρώει, μια απελπισία που κατοικεί τη νύχτα τους. Ένας άνθρωπος μοιάζει στους άλλους, πάει, έρχεται, δε γνωρίζουμε ότι έχει μέσα του ένα τρομακτικό παράσιτο πόνο με χίλια δόντια, που ζει στον δυστυχισμένο και τον πεθαίνει. Δε γνωρίζουμε ότι έχει μέσα του ένα γκρεμό, είναι στάσιμος αλλά βαθύς. Που και που, κάτι που δεν καταλαβαίνουμε, ανεβαίνει και ταράζει την επιφάνεια. Μια μυστηριώδης ρυτίδα διπλώνεται, ύστερα εξαφανίζεται, ύστερα εμφανίζεται, μια φυσαλίδα ανεβαίνει και σπάει. Δεν είναι τίποτα. Είναι τρομακτικό. Είναι η αναπνοή του άγνωστου κτήνους». Ελπίζω ότι η περιγραφή αυτή δεν ανταποκρίνεται εντελώς, αλλά νομίζω ανταποκρίνεται κάπως σ’ αυτό που πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι από μας, ζούνε σήμερα.

Από το συνέδριο Populismus