Η πλάτη μιας φωτογραφίας: Επανάσταση στη Νικαράγουα

Μία γυναίκα Monimbó, μεταφέρει τον νεκρό σύζυγό της στο σπίτι, για να ταφεί στην πίσω αυλή τους, το 1979. (φωτογραφία: Susan Meiselas, πηγή: icp.org

Η Επανάσταση της Νικαράγουα

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Σύρμος

Η Επανάσταση της Νικαράγουα, χαρακτηρίστηκε από την αυξανόμενη αντίσταση στην δικτατορία του Σομόζα, την δεκαετία του 1960 και του 1970. Από την βίαιη εκστρατεία εναντίον του Σομόζα, καθοδηγούμενη από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο των Σαντινίστας (FSLN) σε μια προσπάθεια να διώξουν τη δικτατορία του 1978-79. Από τις επόμενες προσπάθειες του FSLN να κυβερνήσουν τη Νικαράγουα, από το 1979 έως το 1990. Και, από τον πόλεμο των Κόντρας, που διεξήχθη μεταξύ του FSLN, ως ηγεσίας της κυβέρνησης της Νικαράγουας και των Ηνωμένων Πολιτειών, ως της δύναμης που υποστήριζε τους Κόντρας, 1981-1990. Η επανάσταση σηματοδότησε μια σημαντική περίοδο στην ιστορία της Νικαράγουα και έχρισε τη χώρα ως ένα από τα σημαντικότερα πεδία μάχης του Ψυχρού Πολέμου, προσελκύοντας μεγάλη διεθνή προσοχή.

Η αρχική ανατροπή του καθεστώτος Σομόζα το 1978-79, ήταν μια αιματηρή υπόθεση και ο πόλεμος της δεκαετίας του 1980 στέρησε τη ζωή δεκάδων χιλιάδων Νικαραγουανών και αποτέλεσε αντικείμενο έντονων διεθνών συζητήσεων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, τόσο το FSLN (μια αριστερή κολεκτίβα πολιτικών κομμάτων), όσο και οι Κόντρας (μια δεξιά συμμαχία αντεπαναστατικών ομάδων) έλαβαν μεγάλα ποσά βοήθειας από τις υπερδυνάμεις του Ψυχρού Πολέμου (τη Σοβιετική Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίστοιχα).

Ο πόλεμος των Κόντρας, έληξε μετά την υπογραφή της συμφωνίας Tela το 1989 και την αποστράτευση των στρατών FSLN και Κόντρας. Μια δεύτερη εκλογική διαδικασία το 1990, είχε ως αποτέλεσμα την εκλογή της πλειοψηφίας των αντι-Σαντινιστών κομμάτων και την παράδοση της εξουσίας από το FSLN.

Το υπόβαθρο

Μετά την κατοχή της Νικαράγουας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1912, κατά τη διάρκεια των πολέμων Μπανάνας, η πολιτική δυναστεία της οικογένειας Σομόζα ήρθε στην εξουσία και θα κυβερνούσε τη Νικαράγουα από το 1937 μέχρι την ανατροπή της το 1979, κατά τη διάρκεια της επανάστασης της Νικαράγουας. Η Δυναστεία Σομόζα, αποτελούνταν από τον Anastasio Somoza García, τον μεγαλύτερο γιο του Luis Somoza Debayle και τον Anastasio Somoza Debayle. Η εποχή της κυριαρχίας της οικογένειας Σομόζα χαρακτηρίστηκε από την αύξηση της ανισότητας και της πολιτικής διαφθοράς, την ισχυρή υποστήριξη των Η.Π.Α., στην διοίκηση και τον στρατό των Σομόζα. Καθώς και την εξάρτηση από τις πολυεθνικές εταιρείες με έδρα τις Η.Π.Α.

Η ανέλιξη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου των Σαντινίστας (FSLN).

Το 1961 ο Carlos Fonseca Amador, ο Silvio Mayorga και ο Tomás Borge Martínez σχημάτισαν το FSLN (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Σαντινίστας) μαζί με άλλους ακτιβιστές φοιτητές, στο Universidad Nacional Autonoma de Nicaragua (UNAN) στη Μανάγκουα. Για τα ιδρυτικά μέλη του FSLN, αυτή δεν ήταν η πρώτη τους εμπειρία με τον πολιτικό ακτιβισμό. Ο Amador, πρώτος Γενικός Γραμματέας της Οργάνωσης, είχε συνεργαστεί με άλλους σε μια εφημερίδα «ευρέως επικριτική» επί της Βασιλείας του Somoza, με τίτλο Segovia.

Αποτελούμενη από περίπου 20 μέλη, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, με τη βοήθεια φοιτητών, η οργάνωση συγκέντρωσε υποστήριξη από αγρότες και «αντι-Σομόζα» πυρήνες, στην κοινωνία της Νικαράγουας, καθώς και από την κομμουνιστική κυβέρνηση της Κούβας, αλλά και τη σοσιαλιστική Παναμαϊκή κυβέρνηση του Omar Torrijos και τη σοσιαλιστική κυβέρνηση της Βενεζουέλας του Carlos Andrés Pérez.

Η αποκαθήλωση του Σομόζα

Μέχρι τη δεκαετία του 1970, ο συνασπισμός φοιτητών, αγροτών, επιχειρήσεων, εκκλησιών και ένα μικρό ποσοστό μαρξιστών, ήταν αρκετά ισχυρός για να ξεκινήσει μια στρατιωτική προσπάθεια εναντίον του καθεστώτος του μακροημερεύοντα δικτάτορα Anastasio Somoza Debayle. Το FSLN επικεντρώθηκε στην τακτική των ανταρτών σχεδόν αμέσως, εμπνευσμένη από τις εκστρατείες του Φιντέλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα. Διεισδύοντας στη βόρεια ακτή της Νικαράγουας, η εκστρατεία Río Coco/Bocay-Raití, στέφθηκε σε μεγάλο βαθμό από αποτυχία: «όταν οι αντάρτες αντιμετώπισαν την Εθνική Φρουρά, έπρεπε να υποχωρήσουν... με μεγάλες απώλειες». Περαιτέρω επιχειρήσεις επέφεραν μία καταστροφική απώλεια κοντά στην πόλη Matagalpa, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Mayorga, γεγονός που οδήγησε τον Amador σε μια «παρατεταμένη περίοδο προβληματισμού, αυτοκριτικής και ιδεολογικής συζήτησης». Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το FSLN μείωσε τις επιθέσεις, εστιάζοντας αντ’ αυτού στην εδραίωση του οργανισμού στο σύνολό του.

Στη δεκαετία του 1970 το FSLN ξεκίνησε μια εκστρατεία απαγωγών, που οδήγησε στην εθνική αναγνώριση της ομάδας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Νικαράγουας και στην εδραίωση της ομάδας ως αντιστασιακής δύναμης απέναντι στο καθεστώς Σομόζα. Το καθεστώς Σομόζα, το οποίο υποστηριζόταν από την Εθνική Φρουρά της Νικαράγουας -μια δύναμη άρτια εκπαιδευμένη από τον αμερικανικό στρατό- κήρυξε σε «κατάσταση πολιορκίας» τη χώρα και προχώρησε στη χρήση βασανιστηρίων, εξωδικαστικών δολοφονιών, εκφοβισμού και λογοκρισίας του τύπου για την καταπολέμηση των επιθέσεων του FSLN. Αυτό οδήγησε σε διεθνή καταδίκη του καθεστώτος και το 1978, ο πρόεδρος των Η.Π.Α., Τζίμι Κάρτερ, διέκοψε τη βοήθεια προς το καθεστώς Σομόζα λόγω των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (τροπολογία Boland). Σε απάντηση, ο Σομόζα έπαυσε την κατάσταση πολιορκίας ώστε να συνεχίσει να λαμβάνει βοήθεια.

Στις 10 Ιανουαρίου 1978, ο εκδότης της εφημερίδας Managua La Prensa και ιδρυτής της Ένωσης Δημοκρατικής Απελευθέρωσης (UDEL), Pedro Joaquín Chamorro Cardenal, δολοφονήθηκε από συνεργάτες του καθεστώτος Σομόζα, προκαλώντας το ξέσπασμα ταραχών στην πρωτεύουσα Μανάγκουα, με στόχο το καθεστώς Σομόζα. Μετά τις ταραχές, μια γενική απεργία στις 23-24 Ιανουαρίου έφερε το τέλος του καθεστώτος Σομόζα και ήταν, σύμφωνα με το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ στην Πρεσβεία των Η.Π.Α, επιτυχημένη, καθώς κατάφερε το κλείσιμο περίπου του 80% των επιχειρήσεων, όχι μόνο στη Μανάγκουα αλλά και στις επαρχιακές πρωτεύουσες Λεόν, Γρανάδα, Τσιναντέγκα και Ματαγκάλπα.

Σύμφωνα με τα λόγια του William Dewy, ενός υπαλλήλου της Citi Bank που είδε τις ταραχές στη Μανάγκουα:

«Τα γραφεία μας εκείνη την εποχή ήταν ακριβώς απέναντι από το La Prensa και στις μάχες που ακολούθησαν, μέρος του υποκαταστήματός μας κάηκε, αλλά όχι σκόπιμα. Στόχευαν την Τράπεζα του Σομόζα και πάνω στην αναταραχή, καίγοντας την τράπεζα [Σομόζα], έκαψαν και το κτίριό μας. Ήταν σαφές -στην αμερικανική επιχειρηματική κοινότητα- ότι η δολοφονία Chamorro είχε αλλάξει τα πράγματα δραματικά και μόνιμα προς το χειρότερο». - Συνέντευξη με τον Morris h. Morley, 17 Οκτωβρίου 1988.

Στις 22 Αυγούστου 1978, το FSLN οργάνωσε μια μαζική επιχείρηση απαγωγών. Με επικεφαλής τον Éden Pastora, οι δυνάμεις των Σαντινίστας κατέλαβαν το Εθνικό Παλάτι ενώ ο Σομόζα ήταν σε σύνοδο του επιτελείου του, παίρνοντας 2.000 ομήρους. Ο Pastora απαίτησε χρήματα, την απελευθέρωση των κρατουμένων Σαντινίστας και «ένα μέσο, ώστε να δημοσιοποιηθεί ο σκοπός των Σαντινίστας». Μετά από δύο ημέρες, η κυβέρνηση συμφώνησε να πληρώσει 500.000 δολάρια και να απελευθερώσει ορισμένους κρατούμενους, σηματοδοτώντας μια σημαντική νίκη για το FSLN. Οι εξεγέρσεις εναντίον του κράτους συνεχίστηκαν καθώς οι Σαντινίστας, έλαβαν υλική υποστήριξη από τη Βενεζουέλα και τον Παναμά. Περαιτέρω υποστήριξη προήλθε και από την Κούβα με τη μορφή «όπλων και στρατιωτικών συμβουλών». Στις αρχές του 1979, ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών, επέβλεπε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της FSLN και της κυβέρνησης. Ωστόσο, αυτές κατέρρευσαν όταν κατέστη σαφές ότι το καθεστώς Σομόζα, δεν είχε καμία πρόθεση να επιτρέψει τη διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών.

Μέχρι τον Ιούνιο του 1979, το FSLN έλεγχε όλη τη χώρα εκτός από την πρωτεύουσα και στις 17 Ιουλίου, ο Πρόεδρος Somoza παραιτήθηκε και το FSLN εισήλθε στη Μανάγκουα, δίνοντας τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης στα επαναστατικά κινήματα.

Η κυβέρνηση των Σαντινίστας

Αμέσως μετά την πτώση του καθεστώτος Σομόζα, η Νικαράγουα ήταν σε μεγάλο βαθμό γεμάτη ερείπια. Η χώρα είχε πληγεί τόσο από τον πόλεμο όσο και, νωρίτερα, από την φυσική καταστροφή στον μεγάλο σεισμό της Νικαράγουας του 1972. Το 1979, περίπου 600.000 Νικαραγουανοί ήταν άστεγοι και 150.000 ήταν είτε πρόσφυγες, είτε εξόριστοι, από έναν συνολικό πληθυσμό μόλις 2,8 εκατομμυρίων.

Ως μέτρο απέναντι σε αυτά τα ζητήματα, η χώρα δηλώθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο Πρόεδρος Κάρτερ έστειλε 99 εκατομμύρια δολάρια για την παροχή βοήθειας. Οι εκτάσεις και οι επιχειρήσεις του καθεστώτος Σομόζα απαλλοτριώθηκαν, τα παλιά δικαστήρια καταργήθηκαν και οι εργαζόμενοι οργανώθηκαν σε επιτροπές πολιτικής άμυνας. Το νέο καθεστώς δήλωσε επίσης ότι «οι εκλογές είναι περιττές», γεγονός που οδήγησε σε κριτική από την Καθολική Εκκλησία, μεταξύ άλλων.

Οικονομική Διαμόρφωση

Η επανάσταση τερμάτισε το δυσβάσταχτο βάρος που είχε επιβάλει το καθεστώς Σομόζα στην οικονομία της Νικαράγουας και το οποίο είχε παραμορφώσει σοβαρά τη χώρα. Δημιούργησε ένα μεγάλο και σύγχρονο κέντρο, τη Μανάγκουα, απ' όπου η εξουσία του Σομόζα είχε επεκταθει σε όλες τις γωνιές της επικράτειας. Ο Σομόζα είχε αναπτύξει μια σχεδόν ημιτελής αγροτική οικονομία με λίγα παραγωγικά αγαθά, όπως το βαμβάκι, τη ζάχαρη και άλλα τροπικά γεωργικά προϊόντα. Όλοι οι τομείς της οικονομίας της Νικαράγουας καθορίστηκαν, σε μεγάλο βαθμό αν όχι εξ ολοκλήρου, από τους Σομόζικούς ή τους αξιωματούχους, αλλά και άλλους που περιέβαλλαν το καθεστώς, είτε με την άμεση ιδιοκτησία γεωργικών εμπορικών σημάτων και καταπιστευμάτων, είτε με την ενεργή τοποθέτησή τους σε τοπικά ή ξένα χέρια. Είναι γνωστό ότι ο ίδιος ο Σομόζα κατείχε το 1/5 όλων των κερδοφόρων εκτάσεων στη Νικαράγουα. Αυτό, όμως, δεν ίσχυε στην πραγματικότητα, ο Σομόζα ή οι βοηθοί του κατείχαν ή πουλούσαν τράπεζες, λιμάνια, επικοινωνίες, υπηρεσίες και τεράστιες ποσότητες γης.

Η επανάσταση της Νικαράγουας έφερε τεράστιες αναδιαρθρώσεις και μεταρρυθμίσεις και στους τρεις τομείς της οικονομίας, κατευθύνοντάς την προς ένα σύστημα μικτής οικονομίας. Ο μεγαλύτερος οικονομικός αντίκτυπος ήταν στον πρωτογενή τομέα, τη γεωργία, με τη μορφή της αγροτικής μεταρρύθμισης η οποία δεν προτάθηκε ως κάτι που θα μπορούσε να προγραμματιστεί σε προχωρημένο στάδιο από την αρχή της επανάστασης, αλλά ως μια διαδικασία που θα εξελισσόταν ρεαλιστικά μαζί με τις άλλες αλλαγές (οικονομικές, πολιτικές κ. λπ.), που θα προκύπταν κατά την περίοδο της Επανάστασης.

Οικονομικές μεταρρυθμίσεις απαιτούνταν συνολικά για τη διάσωση από το κενό της αναποτελεσματικής και αβοήθητης οικονομίας της Νικαράγουας. Ως χώρα «τρίτου κόσμου», η Νικαράγουα είχε και έχει μια οικονομία βασισμένη στη γεωργία, ανεπτυγμένη και ευαίσθητη στη ροή των τιμών της αγοράς για τα γεωργικά της προϊόντα, όπως ο καφές και το βαμβάκι. Η επανάσταση αντιμετώπισε μια αγροτική οικονομία πολύ πίσω στην τεχνολογία και, ταυτόχρονα, κατεστραμμένη από τον ανταρτοπόλεμο και τον σύντομα επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο εναντίον των Κόντρας.

Το 1985, η αγροτική μεταρρύθμιση διένειμε 950 τετραγωνικά χιλιόμετρα (235.000 στρέμματα) γης στην αγροτιά. Αυτό αντιπροσώπευε περίπου το 75% του συνόλου της γης, που διανεμήθηκε στους αγρότες από το 1980. Σύμφωνα με το σχέδιο, η αγροτική μεταρρύθμιση είχε διπλό σκοπό: να αυξήσει την υποστήριξη της κυβέρνησης μεταξύ των καμπεσίνων και να εγγυηθεί την άφθονη παράδοση τροφίμων στις πόλεις. Κατά τη διάρκεια του 1985, πραγματοποιήθηκαν τελετές σε όλη την ύπαιθρο, στις οποίες ο Ντάνιελ Ορτέγκα θα έδινε σε κάθε αγρότη έναν τίτλο στη γη και ένα τουφέκι για να την υπερασπιστεί.

Πολιτισμική Επανάσταση

Η Νικαραγουανή Επανάσταση, έφερε πολλές πολιτιστικές βελτιώσεις και εξελίξεις. Αναμφισβήτητα, η σημαντικότερη ήταν ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της εκστρατείας αλφαβητισμού της Νικαράγουας (Cruzada Nacional de Alfabetización). Η εκστρατεία αλφαβητισμού χρησιμοποίησε μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, φοιτητές πανεπιστημίου καθώς και καθηγητές, ως εθελοντές εκπαιδευτικούς. Μέσα σε πέντε μήνες μείωσαν το συνολικό ποσοστό αναλφαβητισμού από 50, 3% σε 12, 9%, ως αποτέλεσμα, τον Σεπτέμβριο του 1980, η UNESCO να απονείμει στη Νικαράγουα το βραβείο "Nadezhda K. Krupskaya" για την επιτυχημένη εκστρατεία αλφαβητισμού τους. Ακολούθησαν οι εκστρατείες αλφαβητισμού του 1982, 1986, 1987, 1995 και 2000, στις οποίες απονεμήθηκαν βραβεία επίσης από την UNESCO. Η επανάσταση ίδρυσε Υπουργείο Πολιτισμού, ένα από τα μόλις τρία στη Λατινική Αμερική εκείνη την εποχή και καθιέρωσε ένα νέο συντακτικό brand, που ονομάστηκε: Συντακτική Nueva Νικαράγουα και, με βάση αυτό, άρχισε να εκτυπώνει φθηνές εκδόσεις βασικών βιβλίων που σπάνια έβλεπαν οι Νικαραγουανοί, έως καθόλου. Ίδρυσε επίσης το Instituto de Estudios del Sandinismo (Ινστιτούτο Μελετών του Σαντινισμού), όπου εκτύπωσε όλες τις εργασίες και τα έγγραφα του Augusto C. Ο Sandino και εκείνων που εδραίωσαν τις ιδεολογίες του FSLN, όπως ο Carlos Fonseca, ο Ricardo Morales Avilés και άλλοι. Τα βασικά προγράμματα μεγάλης κλίμακας των Σαντινίστας, έλαβαν διεθνή αναγνώριση για τα οφέλη τους στην παιδεία, την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση, τη φροντίδα των παιδιών, τα συνδικάτα και τη μεταρρύθμιση της γης.

Παραβίαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Το Ίδρυμα Κληρονομιάς, μια συντηρητική αμερικανική δεξαμενή σκέψης, με στενούς δεσμούς με τη διοίκηση Ρέιγκαν, χρέωσε στην κυβέρνηση των Σαντινίστας πολλές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της λογοκρισίας του τύπου και της καταστολής των Μισκίτο και του Εβραϊκού πληθυσμού της χώρας.

Το Ίδρυμα Κληρονομιάς ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση λογοκρίνει την Ανεξάρτητη εφημερίδα La Prensa παρά την προηγούμενη της έντονη αντίθεσή προς το καθεστώς Σομόζα. Επίσης, ότι καμία πληροφορία που θεωρείτο αρνητική προς τους Σαντινίστας, δε μπορούσε να δημοσιευθεί και ότι όλα τα άρθρα έπρεπε να υποβληθούν στην λογοκριτή κυβέρνηση επτά ώρες πριν από την εκτύπωση. Το Ίδρυμα Κληρονομιάς, ισχυρίστηκε ότι οι Σαντινίστας καθιέρωσαν ένα σύστημα «κατασκοπείας στον γείτονά σας», που ενθάρρυνε τους πολίτες να αναφέρουν οποιαδήποτε δραστηριότητα θεωρούσαν αντεπαναστατική. Όσοι αναφέρθηκαν, αντιμετώπισαν παρενόχληση από εκπροσώπους ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης και της καταστροφής της περιουσίας τους.

Ο Γάλλος δημοσιογράφος Viktor Dedaj, ο οποίος έζησε στη Μανάγκουα τη δεκαετία του 1980, υποστήριξε ότι η La Prensa διακινούνταν ελεύθερα και ότι η πλειοψηφία των ραδιοφωνικών σταθμών ήταν αντι-Σαντινιστική.

Το Ίδρυμα Κληρονομιάς επέκρινε επίσης την κυβέρνηση για τη συμπεριφορά της προς τον λαό Μισκίτο, δηλώνοντας ότι πάνω από 15.000 Μισκίτος αναγκάστηκαν να μετεγκατασταθούν, ότι τα χωριά τους καταστράφηκαν και οι δολοφόνοι τους προήχθησαν αντί να τιμωρηθούν. Οι Los Angeles Times σημείωναν επίσης ότι «...οι Μισκίτος άρχισαν να αντιτίθενται ενεργά στους Σαντινίστας το 1982, όταν οι αρχές σκότωσαν περισσότερους από δώδεκα Ινδούς, έκαψαν χωριά, στρατολόγησαν βίαια νέους άνδρες στο στρατό και προσπάθησαν να μετεγκατασταθούν άλλοι στα χωριά τους. Χιλιάδες Μισκίτος μεταβήκαν στην Ονδούρα και πολλοί πήραν τα όπλα που παρείχαν οι Η.Π.Α., για να αντιταχθούν στην κυβέρνηση της Νικαράγουας».

Το Ίδρυμα Κληρονομιάς, ισχυρίστηκε ότι μετά την άνοδο του FSLN στην εξουσία, οι Εβραίοι της Νικαράγουας στοχοποιήθηκαν με ρατσιστικές διακρίσεις και αντιμετώπισαν σωματικές επιθέσεις, δήμευση περιουσίας και αυθαίρετες συλλήψεις. Ωστόσο, οι έρευνες που διεξήχθησαν από τα Ηνωμένα Έθνη, τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών και τον Pax Christi, μεταξύ 1979 και 1983, αντέκρουσαν τους ισχυρισμούς για αντισημιτισμό. Κάποιοι Εβραίοι υπέστησαν την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους με αφορμή τη συνεργασία τους με το καθεστώς Σομόζα, αλλά όχι επειδή ήταν Εβραίοι. Ο εξέχων Sandinista Herty Lewites, ο οποίος υπηρέτησε ως Υπουργός Τουρισμού στη δεκαετία του 1980 και θήτευσε ως δήμαρχος της Μανάγκουα στη δεκαετία του 2000, ήταν εβραϊκής καταγωγής.

Η Διεθνής Αμνηστία, σημείωσε επίσης, πολλές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την κυβέρνηση των Σαντινίστας. Μεταξύ άλλων, υποστήριξαν ότι άμαχοι «εξαφανίστηκαν» μετά τη σύλληψή τους και ότι «αστικά και πολιτικά δικαιώματα» ανεστάλησαν. Η νομική υπηρεσία των Σαντινίστας, αρνήθηκε τους κρατούμενους, τα βασανιστήρια των κρατουμένων και τις «αναφορές για τη δολοφονία  εκείνων που είναι ύποπτοι ότι υποστηρίζουν τους Κόντρας, από κυβερνητικές δυνάμεις».

Ο Πόλεμος με τους Κόντρας

Αν και η κυβέρνηση Κάρτερ είχε προσπαθήσει να συνεργαστεί με το FSLN, το 1979 και το 1980 η δεξιά κυβέρνηση Ρέιγκαν, υποστήριξε μια ισχυρή αντικομουνιστική στρατηγική για την αντιμετώπιση της Λατινικής Αμερικής και έτσι προσπάθησε να απομονώσει το καθεστώς των Σαντινίστας. Ήδη από το 1980-1981, ένα αντι-Σαντινιστικό κίνημα, το Contrarrevolución (Αντεπανάσταση) ή απλά Κόντρας, σχηματιζόταν κατά μήκος των συνόρων με την Ονδούρα. Πολλοί από τους αρχικούς Κόντρας, ήταν πρώην μέλη της μονάδας Εθνικής Φρουράς του καθεστώτος Σομόζα και πολλοί ήταν ακόμα πιστοί στον Σομόζα, ο οποίος ζούσε εξόριστος στην Ονδούρα.

Εκτός από τις μονάδες Κόντρας, που συνέχισαν να είναι πιστοί στον Σομόζα, το FSLN άρχισε επίσης να αντιμετωπίζει την αντίθεση των μελών των εθνοτικών μειονοτικών ομάδων, που κατοικούσαν στην απομακρυσμένη περιοχή των ακτών της Νικαράγουας κατά μήκος της Καραϊβικής Θάλασσας. Αυτές οι ομάδες απαιτούσαν μεγαλύτερο μερίδιο αυτοδιάθεσης ή/και αυτονομίας, αλλά το FSLN αρνήθηκε να το χορηγήσει και άρχισε να χρησιμοποιεί αναγκαστικές μετεγκαταστάσεις και ένοπλη δύναμη ως απάντηση σε αυτά τα αιτήματα.

Με την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 1981, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν ακύρωσε τη διασπορά της οικονομικής βοήθειας στη Νικαράγουα και στις 6 Αυγούστου 1981 υπέγραψε την «Οδηγία 7» της απόφασης της Εθνικής Ασφάλειας, η οποία εξουσιοδότησε την παραγωγή και την αποστολή όπλων στην περιοχή αλλά όχι και την ανάπτυξή στρατιωτικής δύναμης. Στις 17 Νοεμβρίου 1981, ο Πρόεδρος Ρέιγκαν υπέγραψε την «Οδηγία Εθνικής Ασφάλειας 17», επιτρέποντας συγκεκαλυμμένη υποστήριξη στις δυνάμεις κατά των Σαντινίστας.

Μια ένοπλη σύγκρουση σύντομα έλαβε χώρα, προσθέτοντας καύσιμο στην αποσταθεροποίηση της περιοχής, που είχε ήδη ξεκινήσει να εκτυλίσσεται μέσα από τους εμφύλιους πολέμους της Κεντρικής Αμερικής στο Ελ Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα. Οι Κόντρας, υποστηριζόμενοι σε μεγάλο βαθμό από τη C.I.A., άνοιξαν κρυφά ένα «δεύτερο μέτωπο» στις ακτές του Ατλαντικού της Νικαράγουας και στα σύνορα με την Κόστα Ρίκα. Με τον εμφύλιο πόλεμο να ανοίγει ρωγμές στο εθνικό επαναστατικό σχέδιο, ο στρατιωτικός προϋπολογισμός του FSLN αυξήθηκε σε περισσότερο από το ήμισυ του ετήσιου προϋπολογισμού. Ιδρύθηκε επίσης το Servicio Militar Patriótico (πατριωτική στρατιωτική θητεία), ένα υποχρεωτικό σχέδιο επιστράτευσης.

Μέχρι το 1982, οι δυνάμεις των Κόντρας είχαν αρχίσει να διεξάγουν δολοφονίες μελών της κυβέρνησης της Νικαράγουας και μέχρι το 1983, οι Κόντρας είχαν ξεκινήσει μια μεγάλη επίθεση ενώ η C.I.A. τους βοηθούσε να τοποθετήσουν νάρκες στα λιμάνια της Νικαράγουας, για να αποτρέψουν την άφιξη ξένων αποστολών όπλων. Η υπόθεση Ιράν–Κόντρας, του 1987 έθεσε και πάλι τη διοίκηση του Ρέιγκαν στο επίκεντρο της μυστικής υποστήριξης των Κόντρας.

Γενικές Εκλογές 1984

Οι εκλογές του 1984 πραγματοποιήθηκαν στις 4 Νοεμβρίου. Από τους 1.551.597 πολίτες που καταχωρήθηκαν τον Ιούλιο, οι 1.170.142 (75,41%) ψήφισαν. Οι μηδενικές ψήφοι ήταν 6% του συνόλου. Διεθνείς παρατηρητές κήρυξαν τις εκλογές ελεύθερες και δίκαιες, παρά την αντίρρηση της κυβέρνησης Ρέιγκαν, οι οποία τις κατήγγειλε ως «Εκλογές σε στυλ Σοβιετικής απάτης». Οι εθνικοί μέσοι όροι έγκυρων ψήφων για πρόεδρο ήταν:

Daniel Ortega, Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Sandinista – FSLN) - 66.97%

Clemente Guido, Δημοκρατικό Συντηρητικό Κόμμα (PCD) – 14.04%

Virgilio Godoy, Ανεξάρτητο Φιλελεύθερο Κόμμα – PLI) - 9.60%

Mauricio Diaz, Λαϊκό κοινωνικό Χριστιανικό Κόμμα – PPSC) - 5.56%

Allan Zambrana, Κομμουνιστικό Κόμμα Νικαράγουα (PCdeN) - 1.45%

Domingo Sánchez Sancho, Νικαραγουανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα – PSN) - 1.31%

Isidro Téllez, Μαρξιστικό-Λενινιστικό κίνημα λαϊκής δράσης (MAP-ML) – 1.03%

______________________
πηγή: wikipedia


προτεινόμενοι ιστότοποι: