Ιζαμπέλ Αλιέντε: «…η εκπλήρωση όλων των επιθυμιών φέρνει μεγάλη δυστυχία»

 Η Ιζαμπέλ Αλιέντε, είναι Χιλιανή μυθιστοριογράφος. Έργα της έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες και έχουν πουλήσει περισσότερα από 51 εκατομμύρια αντίτυπα.

Ιζαμπέλ Αλιέντε: «…η εκπλήρωση όλων των επιθυμιών φέρνει μεγάλη δυστυχία»

 Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

«Εργάτες της πατρίδας μου, θέλω να σας ευχαριστήσω για τη διαρκή αφοσίωση και για την εμπιστοσύνη που μου δείξατε. Δεν ήμουν παρά αυτός που εξέφρασε τη μακρά αναμονή σας για δικαιοσύνη. Ζήτω η Χιλή! Ζήτω ο λαός! Ζητώ οι εργάτες!».

Όταν κυκλοφόρησε το «Σπίτι των Πνευμάτων», το 1982, ο κόσμος είχε στραμμένο το βλέμμα στη Χιλή. Λόγω του πραξικοπήματος, λόγω του Σαλβαντόρ Αλιέντε, υπήρχε ενδιαφέρον για τη Λατινική Αμερική. Αν το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει δέκα χρόνια νωρίτερα ή δέκα χρόνια αργότερα, δε θα είχε γνωρίσει την ίδια επιτυχία. Χτύπησε στόχο στην κατάλληλη στιγμή από συγκυρίες που δεν ελέγχω η ίδια. Γιατί ζω σήμερα σε αυτό το υπέροχο μέρος; Επειδή διώχθηκα απ’ τη χώρα μου. Μπορούσα να το ελέγξω; Απλώς συνέβη. Το ότι γεννήθηκα γυναίκα, στη συγκεκριμένη οικογένεια, το ότι γεννήθηκα υγιής, το ότι έλαβα μόρφωση, έγινε χωρίς εγώ να μπορώ να το ελέγξω. Αυτό είναι τύχη, συγκυρίες και αυτά δεν ελέγχονται. Μόνο την αντίδραση απέναντι στις συγκύριες ελέγχουμε όχι όσα μας συμβαίνουν. Δεν είχα κανέναν έλεγχο στο γεγονός του θανάτου της κόρης μου. Δεν μπορούσα να τη σώσω. Αντί να αυτοκτονήσω, όμως, έγραψα ένα βιβλίο.

επιθυμία για ανεξαρτησία

Στη δική μου ζωή, πρωταρχικό στοιχείο υπήρξε η έντονη επιθυμία για ανεξαρτησία και ελευθερία. Γεννήθηκα σε μια κοινωνία με πολλούς περιορισμούς στη δεκαετία του ’40 στη Χιλή, μέσα σε ένα άκρως συντηρητικό Καθολικό περιβάλλον και πάντα ήθελα να ξεφύγω. Πότε δε μπόρεσα να δεχθώ την εξουσία του παππού μου, του πατριού μου, όλης αυτής της αρσενικής δομής που με περιέβαλε. Όταν ήμουν κοριτσάκι η λέξη φεμινισμός δεν υπήρχε, νομίζω, όμως, ότι εγώ ήμουν ήδη φεμινίστρια κι ας μην ήξερα τη λέξη. Η μητέρα μου είχε παντρευτεί τον λάθος άντρα, τον πατέρα μου. Ο γάμος δεν πήγε καλά. Χώρισαν. Δεν υπήρχε διαζύγιο τότε στη Χιλή, ο γάμος ακυρώθηκε και η μητέρα μου έγινε μια ανύπαντρη γυναίκα με τρία νόθα παιδιά. Το σπίτι μας ήταν θλιμμένο. Η γιαγιά μου είχε πεθάνει κι ο παππούς μου έβαψε τα έπιπλα μαύρα, ντυνόταν στα μαύρα, κατήργησε τα λουλούδια, τη μουσική, τα γλυκά, τα πάρτι. Επικρατούσε θλίψη στο σπίτι διότι η μητέρα μου ήταν σχεδόν πάντα άρρωστη. Πατέρα δεν είχα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Υπήρχαν όμως βιβλία. Και υπήρχαν ιστορίες. Οι άνθρωποι αφηγούνταν ιστορίες και ζούσα με ιστορίες. Ευγνωμονώ που είχα τόσα προβλήματα στα παιδικά μου χρόνια διότι αναγκάστηκα να αντιδράσω ενάντια σε αυτά. Λέω πάντα στα εγγόνια μου ότι με ευτυχισμένα παιδικά χρόνια δεν κάνεις τίποτα στη ζωή. Προσπαθώ λοιπόν, να προκαλώ δυστυχία. Οι γονείς τους δεν το εκτιμούν ιδιαίτερα!

να τροφοδοτείς τη φαντασία σου

Υπάρχει ξέρετε, μια θεωρία, δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει, ότι όλοι γεννιόμαστε με την ίδια ή σχεδόν την ίδια δημιουργική ικανότητα και φαντασία. Σε ορισμένους ανθρώπους κόβεται απ’ τη ρίζα όταν είναι παιδιά. Σε ορισμένους πολιτισμούς, σε ορισμένες οικογένειες, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν κόβεται κι αρχίζει να μεγαλώνει. Μερικές φορές τροφοδοτείται και μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Αυτό συνέβη κα με ‘μένα, νομίζω. Δε θεωρώ ότι έχω περισσότερη φαντασία απ’ τα αδέρφια μου, ήμουν κορίτσι όμως και δεν ενδιαφερόταν κανείς για το τι σκεφτόμουν ή έκανα. Τα αδέρφια μου είχαν μπει στο κουτάκι του καλού μαθητή, του επαγγελματία, όλα αυτά που απαιτούνται από έναν αρσενικό. Για το θηλυκό δε νοιαζόταν κανείς κι έτσι ήμουν μόνη. Μόνη με βιβλία. Δημιούργησα τον δικό μου κόσμο, τα δικά μου παιχνίδια, χωρίς καμιά παρέμβαση. Κανείς δε νοιαζόταν για το τι σκεφτόμουν κι αυτό ήταν καλό. Αντιλαμβάνομαι ότι η ζωή μου, όπως τη ζω εδώ, είναι μια μόνο πτυχή της πραγματικότητας. Υπάρχει όμως κι η πραγματικότητα των ονείρων, η πραγματικότητα των συναισθημάτων, των παθών, της μνήμης, του φόβου και όλων όσων συμβαίνουν χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.

από καθαρή τύχη

Ήμουν 39 ετών και ξεκίνησα να γράφω ένα γράμμα στον παππού μου που πέθαινε στη Χιλή. Το γράμμα όλο και μεγάλωνε και στο τέλος της χρονιάς είχα γράψει 500 σελίδες. Αυτό ήταν το πρώτο μου βιβλίο. Δεν ήξερα όμως ότι ήμουν συγγραφέας και συνέχιζα να μην το ξέρω μέχρι το τρίτο μου βιβλίο, το «Εύα Λούνα». Τότε ήξερα ότι μπορούσα να βιοποριστώ γράφοντας, δεν ήξερα όμως, ότι είχα ταλέντο. Όχι, πάντα νόμιζα ότι από εύνοια της τύχης είχα μπορέσει να βρω αυτή την ιστορία και να την γράψω. Ότι δε θα ξαναγινόταν όμως. Κάθε φορά που καθόμουν λοιπόν, να γράψω ένα καινούριο βιβλίο, ένιωθα ότι ήταν ένα δώρο που δεν θα επαναληφθεί. 

η ιστορία σε επιλέγει

Στη δική μου περίπτωση είναι ανάγκη να αφηγηθώ την ιστορία. Έχω πολύ κακή μνήμη. Δεν θυμάμαι ανθρώπους, ονόματα, τοποθεσίες, ημερομηνίες. Θυμάμαι όμως μια καλή ιστορία. Και η καλή ιστορία μένει μέσα μου, γυρίζει μέσα μου και αλλάζει. Σαν εγκυμοσύνη ή σαν ένα ζώο. Κι έρχεται μια στιγμή που πρέπει να τη βγάλω. Ο τρόπος μου να γεννήσω την ιστορία είναι γράφοντάς την. Δεν διαλέγω εγώ, η ιστορία διαλέγει εμένα. Υπάρχουν ιστορίες που σε στοιχειώνουν, μένουν μέσα σου και σε απασχολούν διότι συνδέονται με κάτι που συνέβη στη ζωή σου, κάτι που έχει κάποια σημασία για ‘σένα ή κάτι που επιθυμείς. Και έπειτα πρέπει να γράψω αυτήν την ιστορία. Παίρνω πολλά γράμματα από ανθρώπους που θέλουν να γράψω την ιστορία τους. Δεν μπορώ. Διότι είναι πολύ ωραία ιστορία, αλλά δεν με συνδέει κάτι μαζί της.

να θυμάσαι αυτά που οι άλλοι έχουν ξεχάσει

Η δουλειά του συγγραφέα, τις περισσότερες φορές, είναι να αντισταθεί στη λήθη, να κατανικήσει το γεγονός ότι ξεχνάμε τα πάντα. Αυτό είναι όλο το θέμα: Να δεις αυτό που δε βλέπουν οι άλλοι, να θυμάσαι αυτό που οι άλλοι έχουν ξεχάσει, να μιλήσεις για αυτούς που δεν έχουν φωνή. Αν δείτε τη δουλειά των περισσότερων συγγραφέων, θα δείτε διαρκώς επαναλαμβανόμενα θέματα. Είναι η ίδια εμμονή που την αντιστρέφεις. Η δική μου εμμονή είναι οι δυνατές γυναίκες, η ελευθερία. Στα βιβλία μου υπάρχει πάντα πολιτική, κοινωνικά στοιχεία. Υπάρχει αγάπη και βία και σεξ. Νομίζω ότι αυτές είναι οι εμμονές μου και γι’ αυτό γράφω γι’ αυτά. Διαρκώς. Ακόμη κι αν η ιστορία διαφέρει εντελώς από την προηγούμενη.

η ιστορία χτίζεται μόνη της

Ξεκινάω να γράφω με μια ιδέα, κάποιους χαρακτήρες. Και πάντα φοβάμαι ότι δεν θα μου βγει. Μετά όμως, έρχεται μια στιγμή, έναν-δυο μήνες αφότου έχω ξεκινήσει να γράφω, όπου οι χαρακτήρες κάνουν κάτι απρόσμενο. Δεν το είχα σκεφτεί και συνέβη και τότε ξέρω ότι το βιβλίο έχει τη δική του υπόσταση∙ κι ότι είναι να γίνει θα γίνει. Τώρα πρέπει να κάθομαι στον υπολογιστή μου κάθε μέρα και να του αφήσω το χρόνο για να συμβεί. Έγραψα μια ιστορία με τίτλο «Δυο Λέξεις». Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που ψιθυρίζει στο αφτί ενός άντρα δύο μυστικές λέξεις κι αυτός παθαίνει μια εμμονή και τη σκέφτεται διαρκώς, μέχρι που νιώθει την ανάγκη να την ψάξει. Τον πιάνει στο αγκίστρι της με αυτές τις δύο μυστικές λέξεις. Ο κόσμος με ρωτάει διαρκώς ποιες ήταν αυτές οι λέξεις. Ο Γερμανός μεταφραστής του βιβλίου θεώρησε ότι ήταν οι λέξεις «Σ’ αγαπώ», που στα γερμανικά είναι τρεις λέξεις. Άλλαξαν λοιπόν τον τίτλο του βιβλίου σε «Τρεις Λέξεις», αντί «Δυο Λέξεις». Και είπα «όχι, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, διότι δεν ξέρετε αν είναι αυτές οι λέξεις!». Αυτό είναι το καταπληκτικό με μια ιστορία που χτίζεται μόνη της. Αποφασίζει πως και πότε θα τελειώσει.

ένα μάτσο σελίδες γίνεται βιβλίο

Το ερώτημά μου είναι πάντοτε, «Γιατί;». Γιατί έγινε αυτό; Γιατί αυτός ο άνθρωπος κάνει εκείνο; Γιατί αγαπάμε ή φοβόμαστε ή βασανίζουμε ή σκοτώνουμε ή κάνουμε πόλεμο, καταστρέφουμε, κατασκευάζουμε ή χτίζουμε. Είναι το «γιατί». Όταν δημοσιογραφούσα, ρωτούσα διαρκώς τι έγινε;». Η ερώτηση ήταν το «τι». Τώρα ρωτάω «γιατί». Επαναλαμβάνοντας λοιπόν τις ερωτήσεις, εκφράζοντάς τις, ζητάω από τον αναγνώστη να με βοηθήσει να βρω την απάντηση. Και μέσα από αυτήν την ανταλλαγή είναι που ο αναγνώστης κι εγώ δημιουργούμε το βιβλίο. Για ‘μένα το βιβλίο γίνεται βιβλίο όταν κάποιος το διαβάσει. Πριν είναι ένα μάτσο σελίδες χωρίς σημασία. Όταν όμως υπάρχει αναγνώστης, τότε εκείνος κι εγώ πλάθουμε ένα νέο κόσμο. Δεν ξέρω τι κόσμος είναι. Σε αυτόν τον κόσμο το μισό βιβλίο το έχει γράψει ο αναγνώστης. Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι στην ευχή διαβάζετε στην Ελλάδα; Διότι δεν ξέρω πως είναι η μετάφραση, δεν ξέρω τι βλέπει η ελληνική κουλτούρα στα βιβλία μου. Τι διαβάζετε λοιπόν; Ίσως κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ τη δική μου πρόθεση.

ταλέντο ή ιδιοφυΐα

Το ταλέντο είναι μια εξαιρετική ικανότητα να κάνεις κάτι. Υπάρχει διαφορά μεταξύ ταλέντου ή ιδιοφυΐας. Νομίζω ότι το ταλέντο είναι προϊόν ικανότητας και δουλειάς. Η ιδιοφυΐα είναι φυσικό χάρισμα. Κοιτάς το έργο του Μότσαρτ και δεν υπάρχει τίποτα για να διορθωθεί. Έγραφε ατελείωτες παρτιτούρες κι ήταν τέλειες εξαρχής. Αυτό είναι ιδιοφυΐα. Για να μπορέσει κάποιος να δημιουργήσει μεγάλη τέχνη, την Γκερνίκα ας πούμε, για να υπάρξει ο Πικάσο και να δημιουργήσει την Γκερνίκα, έπρεπε να προϋπάρξουν εκατομμύρια ζωγράφοι και εκατομμύρια πίνακες, να δημιουργηθούν και να εξαφανιστούν. Η τέχνη πρέπει να ξοδευτεί για να δημιουργηθεί ΕΝΑ έργο τέχνης.

επανάσταση και εξουσία

Υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να σώσουν τη φύση, άνθρωποι που προσπαθούν να σταματήσουν τον πόλεμο, που προσπαθούν να εμποδίσουν την καταστροφή στην Αφρική. Υπάρχουν γυναίκες που προσπαθούν να αλλάξουν τον πολιτισμό. Ο μισός πλανήτης επαναστατεί ενάντια σε κάτι. Χωρίς το φυσικό ένστικτο της επανάστασης θα ήμασταν στη Λίθινη Εποχή. Κάθε αλλαγή προέρχεται από ένα σύνολο ανθρώπων ή έναν άνθρωπο που βλέπει κάτι και λέει: «Όχι, δε μ’ αρέσει αυτό, πρέπει να το αλλάξουμε».

Όταν αποκτάς εξουσία και δεν λογοδοτείς γι’ αυτήν, υπάρχει ατιμωρησία για τις πράξεις σου, γίνεσαι πολύ διεφθαρμένος. Άκουγα κάποιον να μιλά για τους ανθρώπους που δημιούργησαν το σύνταγμα των Η.Π.Α. Ένας τους είναι ο Μάντισον νομίζω, είχε πει ότι ήταν πολύ καλό σύνταγμα για λίγα χρόνια, μέχρι να αναλάβουν άνθρωποι της εξουσίας και να το διαφθείρουν. «Να αναλάβουν οι άνθρωποι της εξουσίας και να το διαφθείρουν!». Ούτε το πιο τέλειο σύνταγμα, λοιπόν, δε θα γλιτώσει από την διαφθορά της εξουσίας. Ήταν ήδη στους σπόρους του συντάγματος ότι οι πλούσιοι μακροπρόθεσμα θα έπαιρναν την εξουσία και δεν θα εκπροσωπούσαν στ’ αλήθεια τη φωνή του λαού.

επιτυχία - αποτυχία

Οι άνθρωποι είναι το μέσον, θεωρώ. Η τέχνη συμβαίνει ερήμην μας και απλώς τη διοχετεύουμε με ανεξήγητους τρόπους. Έχει τύχει πολλές φορές να γνωρίσω ποιητές που έχουν γράψει υπέροχη ποίηση κι από κοντά να είναι κακοί, εγωιστές, όχι γενναιόδωροι. Έγραψα προσφάτως ένα βιβλίο: «Η Ονειρεμένη Πατρίδα μου» και συνειδητοποίησα γράφοντάς το, ότι στη ζωή μου υπάρχει συνέπεια μεταξύ των ιδεών μου, του τρόπου που έχω ζήσει και των γραπτών μου. Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση στη συνειδητοποίηση αυτής της συνέπειας. Δεν υπάρχει απόσταση, διαχωρισμός, ανάμεσα στο μυαλό και στην καρδιά μου. Το κέρδος είναι πως κάνεις ό,τι θέλεις, με τους δικούς σου όρους. Δεν χρειάζεται να δουλεύεις για κάποιον άλλον. Έχεις απωλέσει την ησυχία σου όμως και υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσεις να πιστεύεις στην ίδια σου την επιτυχία και να γίνεις αλαζόνας. Ο καλύτερος τρόπος για να καταστρέψεις τις δάφνες σου είναι να καθίσεις επάνω τους. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει σε πολλούς πετυχημένους ανθρώπους. Θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους κατά κάποιον τρόπο και τις περισσότερες φορές οφείλεται στην εύνοια της τύχης. Η στιγμή, η ευκαιρία δημιουργεί αυτήν την επιτυχία. Δεν σημαίνει ότι το έργο θα αντέξει στο χρόνο κι ότι θα διαβάζεται από την επόμενη γενιά. Όχι. Είναι θέμα στιγμής και πρέπει να το ξέρουμε. Προσωπικώς, έχω μεγάλη συναίσθηση του γεγονότος ότι η επιτυχία μου οφείλεται στην τύχη.
 
Όταν πετύχεις σε κάτι δεν σταματάς να σκεφτείς γιατί έγινε. Αν αποτύχεις, τότε σκέφτεσαι. Όση γνώση έχω την απέκτησα από απώλειες, χωρισμούς και αποτυχίες. Μεγαλώνοντας κάποιος κερδίζει σε εμπειρία και γνώση∙ και χάνει σε αθωότητα, πάθος, τη δυνατότητα να ρισκάρει, θάρρος. Μερικές φορές το θάρρος είναι απλώς τρέλα, τρέλα της νιότης. Και μεγαλώνοντας σκέφτεσαι τις συνέπειες και γίνεσαι πιο προσεκτικός. Στη ζωή μου προσπαθώ, ξέρω ότι την ηλικία τη μαρτυρά το σώμα, δεν υπάρχει τρόπος να το κρύψεις. Θέλω, όμως, να κρατήσω την καρδιά και το μυαλό μου νέα όσο περισσότερο μπορώ, να παίρνω ρίσκα, να παθιάζομαι, να είμαι παρορμητική, να έχω τη ζωντάνια της νιότης. Δεν θέλω να εκπληρωθούν οι επιθυμίες μου. Θέλω λιγότερες επιθυμίες. Θεωρώ ότι η εκπλήρωση όλων των επιθυμιών φέρνει μεγάλη δυστυχία. Η εκπλήρωση μιας επιθυμίας δημιουργεί μια νέα επιθυμία.

ζωή και θάνατος

Υπήρξα πολύ τυχερή. Έχω ζήσει γεμάτη ζωή με σκαμπανεβάσματα, πάνω-κάτω και σκόρπια. Μια πολύ ενδιαφέρουσα ζωή. Δεν έχω παράπονο. Όπως σε κάθε στιγμή της ζωής πρέπει να κάνουμε επιλογές και επιλέγοντας κάτι έχουμε απορρίψει κάτι άλλο, έτσι και κάθε επόμενο λεπτό τερματίζει το προηγούμενο και την ελπίδα του μετά. Σκέφτομαι, λοιπόν, τη ζωή, σαν έναν δρόμο χωρίς γυρισμό που τον ταξιδεύω και προσπαθώ να έχω πλήρη συναίσθηση, αφού θα τον ταξιδέψω μόνο μια φορά. Η κόρη μου ήταν άρρωστη για έναν χρόνο, σε κώμα, σε κατάσταση φυτού. Την φρόντιζα στο σπίτι κι έτσι μπορούσα να δω από πολύ κοντά τη διαδικασία του θανάτου, του να αφήνεις αργά-αργά το σώμα και τον κόσμο. Ήταν λυπηρό, όχι τρομακτικό όμως. Μερικούς μήνες αφότου πέθανε η κόρη μου, στο ίδιο δωμάτιο γεννήθηκε η εγγονή μου. Όταν πέθανε η κόρη μου, την κρατούσα. Όταν γεννήθηκε η εγγονή μου εγώ την τράβηξα απ’ το σώμα της μητέρας της. Και στις δύο στιγμές, είχα την ίδια αίσθηση μυστηρίου, ενός πολύ έντονου συναισθήματος που δε με τρόμαζε όμως. Και οι δύο στιγμές έμοιαζαν πολύ. Υπήρχε ακινησία και σιωπή. Και προσπάθεια. Μεγάλη προσπάθεια. Και πόνος. Με πολύ φυσικό τρόπο όμως. Εξοικειώθηκα, λοιπόν, με την ιδέα ότι η ζωή και ο θάνατος βαδίζουν χέρι-χέρι. Αυτό που κάνει την ζωή ωραία είναι το ότι είναι προσωρινή. Όλα στη φύση αλλάζουν. Όλη η ουσία της ζωής είναι η αλλαγή κι αυτό την κάνει ωραία. Φαντάζεστε να ζούσαμε σε μια φωτογραφία; Ακίνητοι για πάντα, χωρίς να αλλάζουμε; Φρίκη!
 
_____________________
Παραγωγή: Θανάσης Λάλας, ΕΤ.1 2008
Εκπομπή: «Ο χορός των απαντήσεων»

προτεινόμενοι ιστότοποι: