Μιχάλης Γκανάς: «Με λίγο φως στους ώμους»

 

Μιχάλης Γκανάς: «Με λίγο φως στους ώμους»

Απομαγνητοφώνηση: Κωνσταντίνος Σύρμος

Ως εσωτερικός μετανάστης ένιωθα στην αρχή, πρόσφυγας λίγο-πολύ στην Αθήνα. Εγώ κατέβηκα το ’62 στην Αθήνα. Φοιτούσα στη Νομική αλλά παράλληλα έπρεπε να δουλεύω. Έμενα στο Μοναστηράκι κι έπαιρνα τον ηλεκτρικό, πήγαινα στον Πειραιά και μετά είχα ακόμη αρκετό δρόμο για να πάω στο εργοστάσιο που εργαζόμουνα. Στο Μοναστηράκι, στου Ψυρή, στην Πλάκα ήταν τα στέκια. Εδώ, ανάμεσα στα άλλα, ήτανε η πνευματική μου τροφή διότι κυκλοφορούσαν αυτά τα καροτσάκια με τα βιβλία, οι βιβλιοπώλες του δρόμου. Σε βιβλιοπωλείο – βιβλιοπωλείο, δεν τολμούσα να μπω. Ήταν ένας χώρος που τον σεβόμουν αλλά και τον φοβόμουν ταυτόχρονα. Δεν ένιωθα άνετα να μπω σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Εστίας φερ’ ειπίν ή του Ελευθερουδάκη, περνούσα απ’ έξω. Είχα περάσει κι από τον Ίκαρο, όπου ήταν οι ποιητές όλοι εκεί, οι μετέπειτα νομπελίστες και άλλοι. Αλλά εγώ έπαιρνα τα βιβλία μου εκείνο το διάστημα από τα καροτσάκια, μου ήταν πιο οικεία χειρονομία. Εγώ δούλευα κυρίως στην πρώτη πρωινή βάρδια, που ήταν άγρια διότι έπρεπε να παίρνω απ’ το Μοναστηράκι το πρώτο τρένο που κατέβαινε στις 5:20. Πήγαινα σε συγκεκριμένο βαγόνι κοντά στην πόρτα. Πήγαινα και ήταν οι ίδιοι άνθρωποι, διότι λίγο-πολύ όλοι το ίδιο κάναμε, δεν ξέρω για πιο λόγο πηγαίναμε όλοι στο ίδιο βαγόνι. Ρούφαγα εικόνες, βλέμματα ανθρώπων, χειρονομίες, υποψιαζόμουνα ζωές ανθρώπων. Τι κάνουνε; Γυρίζουν σπίτι τους; Ή τι δουλειά κάνουν, που πηγαίνουν άραγε; Η αίσθηση που είχα τότε ήταν ενός ποιητή ο οποίος είναι ικανός για όλα, μπορεί να γράψει τα πάντα. Έβλεπα τις φυσιογνωμίες των ανθρώπων, τα τοπία γύρω μου, αυτό το αστικό τοπίο και ήμουνα παντοδύναμος. Περισσότερο απ’ ότι τώρα που, μπορεί να πει κανείς, ότι έχω και τη βούλα του ποιητή μια κι έχω βγάλει και βιβλία, τότε δεν είχα εκδώσει τίποτα.

Πάνε χιόνια από τότε. / Έφευγα στη σέλα γνωστών ποιητών. / Καίγανε το γαλόνι στα τριάντα, μ’ αφήνανε στο δρόμο. / Μουσικές, φράσεις ατέλειωτες, ρεφραίν, φρένα νταλίκας. / Η ψυχή μου τρανζίστορ βουβό μια σταλιά, καταπίνοντας μισό μέτρο κεραία. / Η Ελλάδα και πάλι ταινία παλιά που όλο κόβεται, φερμουάρ που δεν κλείνει.

Ένιωθα στην αρχή πρόσφυγας λίγο-πολύ στην Αθήνα, άλλο τοπίο εντελώς, άλλες συνήθειες, άλλος κόσμος, ήταν δύσκολα τα πράγματα. Ξεκινήσαμε απ’ τα χωριά μας. ας πούμε από τον Τσαμαντά εγώ, από διάφορα χωριά της Θεσπρωτίας, όπως λίγο-πολύ φαντάζομαι όλοι όσοι κατεβήκαμε στην Αθήνα. Ξεκινήσαμε και είχαμε μία αλληλεγγύη καταπληκτική γιατί, τι άλλο είχαμε; Εμείς ήμασταν, μεταξύ μας. Και υπήρχε αυτή η πολύ καλή παρέα, όπου δεν ήμασταν όλοι φοιτητές. Κάποιοι, οι πιο ευνοημένοι όπως αποδείχθηκε, αν και όχι απολύτως γιατί κάποια παιδιά έγιναν επαγγελματίες, μια χαρά τα πήγανε και στη ζωή τους και στη δουλειά τους. Οι πιο ευνοημένοι με την έννοια ότι τουλάχιστον αρκετοί από μας είχαν τη δυνατότητα να μην εργάζονται. Εκείνες τις εποχές νέα παιδιά, να ζήσουν αυτό που λέμε φοιτητική ζωή. Στις παρέες λοιπόν, δεν ήμασταν μόνο φοιτητές, ήταν και ο βοηθός γκαρσόν, ήτανε ο χωριανός μας, ήτανε ο φίλος που έφυγε ναυτικός.

Πενηνταράκι, φράγκο, δίφραγκο, πάνω σε κέρματα κυλάει η ζωή. / Μπαχτσίσι, χαρτζιλίκι, φιλοδώρημα. / Γήπεδο, σινεμά, μπορντέλο και μεσοφόρια για την αδερφή.

Έγραφα, πάντα έγραφα κι αυτό ήτανε δύσκολο, όχι τόσο το γράψιμο όσο η σχέση μου με την ποίηση κι αυτό το πράγμα που σε κάνει να απομονώνεσαι, να γυρίζεις προς τα μέσα αντί προς τα έξω με δυσκόλευε πάρα πολύ. Γιατί αυτή η εσωστρέφεια δε με βοηθούσε να πάρω επαφή με την πόλη και με τους ανθρώπους. Απ’ την άλλη μεριά ήταν κι η παρηγοριά μου. Δηλαδή δεν είχα που να καταφύγω, εκτός από την παρέα των συμπατριωτών μου, ήτανε και μία ελευθερία. Έφευγα, χανόμουνα στα δικά μου. Στην οδό Παπαστράτου, αριθμός 48 στον Πειραιά, εδώ ήταν παλιά τη δεκαετία του ’60 το εργοστάσιο των φερμουάρ «ΖΑΜΑ». Πέρασα την πύλη του 22 Νοεμβρίου του 1962, πριν, ούτε λίγο-ούτε πολύ, 43 χρόνια. Δούλευα ανειδίκευτος εργάτης στο εργοστάσιο μέχρι το 1965.

Μέχρι να φτάσει το μαντάτο / κρύωνε το φαΐ στο πιάτο / Απ’ το παλιό του το σακάκι / ένα κουμπάκι τώρα λείπει / και το δεξί του το μανίκι.

Ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο των Φιλιατρών κι ένας καλός φίλος, φοιτητής στη νομική, είχε φέρει τα Μαραμπού και Πούσι του Γαλαξία, που ήτανε σε ένα βιβλίο. Εγώ και δυο-τρεις άλλοι που ‘μασταν των γραμμάτων, να το πω έτσι, είχαμε τρελαθεί γιατί από τα νεοελληνικά αναγνώσματα ένα μέχρι τον Παλαμά είχαμε, άντε να είχαμε και την Ιθάκη του Καβάφη, δεν υπήρχε καμιά αίσθηση για το τι έγινε από εκεί και μετά. Ούτε Σεφέρης βέβαια, ούτε Ελύτης, ούτε τίποτα απ’ όλα αυτά. Οπότε, ο Καββαδίας ήτανε αυτό το πολύ ωραίο πέρασμα ανάμεσα στον παραδοσιακό στίχο ως φόρμα, αλλά και μια αίσθηση πιο ελεύθερη όσο αφορά τα θέματα και τον τρόπο που τα χειριζότανε. Κι ‘χα πάθει μάλιστα το εξής, θεωρούσα ότι είναι τόσο προσωπικός δικός μου ποιητής σαν να τον είχα ανακαλύψει εγώ. Κι όταν κατέβηκα στην Αθήνα και είδα ότι τον ήξεραν και άλλοι άνθρωποι, λίγο-πολύ πειράχτηκα γιατί ήταν σαν να μου πήραν τον ποιητή μου τον προσωπικό. Μου άρεσε κι ο Σεφέρης πάρα πολύ και αυτός είναι ίσως και η πιο ευανάγνωστη επιλογή μου ας πούμε. Μου αρέσει ο τόνος του, μου πάει πάρα πολύ. Μου αρέσει αυτό που οι άλλοι το λένε γκρίνια, εγώ το λέω: ένας ψίθυρος, ένα μουρμουρητό που σου το λέει πολύ οικεία μιλώντας για πολύ μεγάλα πράγματα και πολύ σοβαρά.

Εγώ μιλάω μόνον ολίγα ελληνικά, δε μιλάω ούτε γράφω καμία ξένη γλώσσα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να μην μπορώ να πάρω επαφή με την ξένη ποίηση στο πρωτότυπο. Ακούγονται πολλά γι’ αυτό, δηλαδή, φίλοι που θέλουν να με παρηγορήσουν μου λένε καλύτερα π0υ δεν ξέρεις, είσαι έγκλειστος στη γλώσσα σου, είσαι εκεί, δουλεύεις μ’ αυτήν μόνο κι ‘σαι μια χαρά. Εγώ πρέπει να πω ότι δε νιώθω και τόσο καλά, θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να επικοινωνώ με την ξένη ποίηση απευθείας. Γιατί, κακά τα ψέματα, η μετάφραση της ποίησης, λίγο-πολύ όλοι το ξέρουμε, είναι σχεδόν αδύνατη. Ένας Αμερικάνος ποιητής, ο Ρόμπερτ Φροστ, είχε πει αστειευόμενος αλλά όχι και τόσο αστειευόμενος, ότι ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση. Αυτόν τον ορισμό της ποίησης έδωσε. Είναι υπερβολικό, είναι ακραίο, γιατί αν ήταν έτσι τα πράγματα, εγώ φερ’ ειπίν, δεν θα είχα καμία επαφή με ξένους ποιητές. Ήρθα σε επαφή με τον Έλιοτ, με την
Έρημη Χώρα. Επίσης, πήρα την καλύτερη επαφή που μπορούσα να πάρω με τον Πάουντ απ’ τις Αντιγραφές, σε μετάφραση Σεφέρη από το βιβλίο με τις μεταφράσεις ξένων ποιητών. Μαγιακόφσκι οπωσδήποτε, στη μετάφραση του Ρίτσου. Ιδιαίτερη συγκίνηση απ’ τον Σεργκέι Γεσέλιν, πάλι στη μετάφραση του Ρίτσου, γιατί αυτός συν τοις άλλοις ήτανε κι αγροτόπαιδο, δεν ήτανε αστός, οπότε μ’ έπιανε αυτό το πράγμα. Όπως το ίδιο νιώθω και με τον Σέιμους  Χήνυ.  Αλλά, ο ξένος ποιητής που με σημάδεψε εμένα είναι ένας Αμερικανός, ο Έντγκαρ Λι Μάστερς. Διάβασα σ’ ένα βιβλίο, σε μεταφράσεις που ‘χε κάνει ο Κλήτος Κύρου με τον γενικό τίτλο «Ξένες Φωνές». Είχε ένα πάρα πολύ ωραίο ποίημα που μιλάει για έναν βιολιτζή ο οποίος είναι τυφλός, παίζει σε πανηγύρια και αφού έχει τελειώσει το πανήγυρι, μπαίνουν σε μια άμαξα για να πάνε στο σπίτι τους. Και στο δρόμο ντεραπάρει η άμαξα, αυτός σκοτώνεται και κλείνει το ποίημα με έναν τρόπο που για ‘μένα είναι συγκλονιστικός. Λέει: Τώρα είμαι εδώ πάνω κι έχουμε ένα τυφλό γέρο ο οποίος μας λέει ιστορίες από τον πόλεμο της Τροίας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ήταν με τον Όμηρο. Δηλαδή, αυτός ο τρόπος να πεις μια ιστορία με τρέλανε. Ο Έντγκαρ Λι Μάστερς, πως γίνονται καμιά φορά τα πράγματα, ήρθε ακριβώς εκεί που τον χρειαζόμουνα. Εκεί που ήμουν σε μία φάση που είχε βγει ήδη ο Ακάθιστος Δείπνος,  τα Μαύρα Λιθάρια, η Μητριά Πατρίδα, αυτά βγήκαν κοντά-κοντά, ’78, ’80, ’81. Μετά υπάρχει μια παύση μέχρι το ’89, που βγαίνουν τα Γυάλινα Γιάννενα, προβληματίζομαι, γράφω, αλλά κάτι με τρώει, γιατί μου ‘χει μείνει πίσω αυτό με τη Μητριά Πατρίδα. Μου άρεσε που είπα ιστορίες εκεί, έστω και αν ήταν εντελώς αφηγηματικές. Ήθελα να ξαναπώ ιστορίες, ήθελα δηλαδή λίγο-πολύ, να κάνω αυτό που λέμε αφηγηματική ποίηση.

Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά / κι ανάτελλε τα ζωντανά του / καλούς ανθρώπους και κακούς / νυφίτσες, αλεπούδες / μια λίμνη ως κόρην οφθαλμού / και κάστρα πατημένα. / Θα ’ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα / στο χιόνι και στον άγριο καιρό / γυάλινα και μαλαματένια. / Κι όσο πήγαινε η μέρα / σαν το βαπόρι σε καλά νερά / είδα και μιναρέδες κι άκουσα τα μπακίρια να βελάζουν.
                                                                                                  - Γυάλινα Γιάννενα-

Μια τέτοια νύχτα πριν από χρόνια / Κάποιος περπάτησε μόνος  / Δεν ξέρω πόσα λασπωμένα χιλιόμετρα / Ξημερώματα, μπήκε στα Γιάννενα / Στο πρώτο χάνι έφαγε και κοιμήθηκε τρία μερόνυχτα / Ξύπνησε απ’ το χιόνι που έπεφτε μαλακά / Στάθηκε στο παράθυρο και άκουγε τα κλαρίνα / Πότε θαμπά και πότε δίπλα του / Όπως τα ‘φερνε ο άνεμος / Και άκουσε μετά τη φωνή πεντακάθαρη / Σαν αλύχτημα και σαν να την έσφαζαν τη γυναίκα / Κι ούτε καυγάς, ούτε τίποτα άλλο / Ξημερώματα, πλήρωσε ότι χρωστούσε και γύριζε στο χωριό του / Στα πενήντα του θα ‘τανε / Με γκρίζα μαλλιά και τρεις θυγατέρες, ανύπαντρες / Χήρος τέσσερα χρόνια / Με τη μαύρη κάπα στις πλάτες / Το τι χιόνι σήκωσαν τούτες οι πλάτες / Κανένας δε το ‘μαθε.
                                                                                                     - Γυάλινα Γιάννενα-

Όταν παντρεύτηκα κι απέκτησα τα παιδιά, τη Μυρσίνη, τον Γιάννη, τότε άρχισα λίγο να γλυκαίνω και  να εξοικειώνομαι με την Αθήνα και να μην τη νιώθω ξένη και να μην νιώθω εξόριστος πια. Γιατί; Γιατί τα παιδιά μου, μου δημιουργούσαν οικειότητες με την πόλη αναπόφευκτες και φυσικές αφού ήταν η πόλη τους εδώ, εδώ είχαν γεννηθεί. Πηγαίναμε στις παιδικές χαρές, πηγαίναμε στον Εθνικό κήπο, οπουδήποτε. Και άρχιζε σιγά-σιγά να περνάει η Αθήνα μέσα μου, μέσα από την τρυφερότητα και την αγάπη που είχα για τα παιδιά και ό,τι μοιραζόμουνα μαζί τους κι έτσι την εξημέρωσα που λέει ο Εξυπερύ, με κάποιον τρόπο και την έκανα δική μου πια. Και τώρα πράγματι πια, θεωρώ είμαι διχασμένος λίγο, σαν τους Ελληνοαμερικανούς που αγαπούν εξίσου την Αμερική και την Ελλάδα, δεν μπορούν να τα χωρίσουν αυτά τα πράγματα. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ όταν γυρίζω από την Ήπειρο, δεν νιώθω ότι έρχομαι όπως παλιά. Δενόταν το στομάχι μου κόμπος όταν έφευγα από το χωριό. Ένιωθα σαν να πήγαινα στη Γερμανία, ή στο Σαρλερουά του Βελγίου. Δεν το νιώθω πια και μπορώ να πω ότι έχω δύο πατρίδες, είναι κι η Αθήνα πατρίδα μου πια.

Δούλεψα στο βιβλιοπωλείο Δωδώνη, κάπου κοντά 15 χρόνια, από το ’72 μέχρι το ’86 που άλλαξα δουλειά και κατεύθυνση. Θεωρώ τον εαυτό μου – οτιδήποτε κι αν έκανα μετά – σαν έναν παραστρατημένο βιβλιοπώλη. Έζησα εκεί τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Στη Δωδώνη ας πούμε, θυμάμαι πολύ καλά την επίσκεψη του Σαχτούρη. Είχα βγάλει το πρώτο βιβλίο, τον
Ακάθιστο Δείπνο. Φανταζόμουνα τον Σαχτούρη κοντό και γεμάτο και ξαφνικά μπαίνει στο βιβλιοπωλείο ένας ψηλός άνδρας, με μαύρο παλτό και κόκκινο κασκόλ, πολύ επιβλητικός. Δεξιά απ’ την είσοδο ήτανε το ταμείο και λέει στον ταμία: «Θέλω τον κύριο Μιχάλη Γκανά». Με δείχνει ο ταμίας, έρχεται προς το μέρος μου, με χαιρετάει με θερμή χειραψία. Ήταν πολύ σύντομη  η επίσκεψη, μου λέει: «Συγχαρητήριά, εγώ που υπήρξα κυνηγός μπορώ να εκτιμήσω εκείνον τον στίχο σας “μπεκάτσες εκθρονίζονται με θόρυβο”, χαίρετε κύριε Γκανά» και σηκώνεται και φεύγει, αυτό ήτανε. Δεν είπαμε τίποτε άλλο, ήτανε δηλαδή ένα πέρασμα σαχτουρικό εντελώς, τα είπε κι έφυγε.

Να ‘μουν χαρά να μοιραστώ / και λύπη να σκορπίσω / κι ένα βουνό ψηλό βουνό / τον ουρανό ν’ αγγίξω.

Το να ακούς τα τραγούδια σου, είναι πραγματική ευλογία. Βλέπεις ότι τα λογάκια που έχεις γράψει εσύ στο γραφείο σου, ξαφνικά παίρνουν ζωή, ειδικά όταν βγεις από την κρύπτη της ποίησης όπου είσαι εσύ, τα χαρτιά σου και οι ολίγοι αναγνώστες της ποίησης. Είναι ακριβώς στην άλλη άκρη από αυτή τη δύναμη που έχει το τραγούδι, να ταξιδεύει, να συγκινεί πολύ κόσμο. Ο πιο καλός μου δάσκαλος, ο μεγαλύτερος μου δάσκαλος είναι το δημοτικό τραγούδι. Το οποίο είχα την τύχη να το ακούσω, πριν το διαβάσω και το εκτιμήσω σαν ένα μνημείο του λόγου σημαντικό. Στα πανηγύρια, στους γάμους στο χωριό μου. Μάλιστα σε ‘μας εκεί δεν υπήρχαν όργανα, οι γάμοι γινόντουσαν μόνο με φωνή. Λέγαμε μάλιστα για κάποιον τραγουδιστή: «Αυτός είναι ικανός να βγάλει έναν γάμο μοναχός του!». Το δημοτικό τραγούδι μου ‘δωσε ένα μέτρο, μου ‘δωσε αυτή την ανάσα της ελληνικής γλώσσας που νομίζω ότι στην ποίηση ο δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού βγαίνει εντελώς φυσικός. Και μου ‘δωσε και το σουρεαλιστικό στοιχείο.

Είναι αναπόφευκτό να αναφέρεσαι σε ποιητές, είτε παλαιότερους είτε σύγχρονους. Είναι ένας διάλογος που γίνεται χωρίς να το θέλεις, έχοντας διαβάσει, έχοντας συγκινηθεί από ποιήματα άλλων. Νιώθω καμιά φορά, αυτό που το λέω «δημιουργική ζήλεια». Και οι αναγνώσεις είναι ίδιο πράγμα, χτίζεις απ’ αυτά τα πράγματα. Όλη αυτή η ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος είναι μια τεράστια κιβωτός όπου καθένας διαφυλάσσει εκεί, βάζει τα πιο πολύτιμα είδη για να σωθούν. Δεν είναι βλάσφημο να χαϊδέψεις ένα ζωάκι που έχει μπει εκεί μέσα κι ας φαίνεται αυτό το ζωάκι να το έχει βάλει ο Έλιοτ, αυτούς τους στίχους, ας φανεί.

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος / σε κρεβάτι / - με γυναίκα / - χωρίς γυναίκα / σε καναπέ στο στρώμα στο πάτωμα στο χώμα / κάτω απ’ το χώμα. / Στέκομαι στη σκάλα του πατρικού σπιτιού σαν λυπημένος  / και σαν αναποφάσιστος. Ένα κοτσύφι ακούγεται / στη βατιά κι απότομα νυχτώνει. Νιώθω τη μάνα πίσω μου που πλησιάζει αργά και / μου περνάει μια υποψία ότι κρατάει μαχαίρι. / Ηχώ - Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν. / Πώς πέρασαν δεκαοχτώ χρονάκια; / Σε σκέφτομαι. Άρα υπάρχω. /
Έρχεται ο Χρήστος  σκονισμένος και κάθεται στον καναπέ. / Μιχάλη, λέει, την πατήσαμε. Ανάβει ένα μακρύ λεπτό / τσιγάρο και πιάνει το τραγούδι πολύ σιγά, ψιθυριστά, έχει / μια γλύκα στη φωνή, ένα παράπονο. / Κοντέυουν δεκαέξι χρόνια, Χρήστο μου. / Σε σκέφτομαι. Άρα υπάρχεις; /
Και ποιους εγώ να λυπηθώ και ποιους να πρωτοκλάψω / τους περσινούς τους φετινούς τους αλησμονημένους.

Τώρα, 30 Νοεμβρίου, ήτανε τα 20 χρόνια που πέθανε η μάνα μου, ακριβώς. Είναι ζόρικο πράγμα. Το ’85 η μάνα μου, το ’87 ο Χρήστος, ’89 ο Φίλιππος. Ο θάνατος είναι κυρίαρχο θέμα στην ποίησή μου. Ο θάνατος γενικά ως φιλοσοφική έννοια και μοίρα ανθρώπινη, ξεκινάει από τον θάνατο αγαπημένων ανθρώπων και νομίζω ότι χωρίς να το ξέρω, ασυνείδητα, πρέπει να ‘χει να κάνει με τον τόπο μου και με τα μοιρολόγια της Ηπείρου. Είναι… συγκλονιστικά∙ κι είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος παραμυθίας, παρηγοριάς, όταν το πεις αυτό το πράγμα και δεν το κρατήσεις μέσα σου. Είναι λοιπόν έντονη κι εντελώς φυσική η διάθεσή μου, να μιλήσω για την απώλεια αγαπημένων ανθρώπων. Μου συμβαίνει να συγκινούμαι και πολλά χρόνια μετά. Εμένα με τραβάει σα μαγνήτης αυτό το μαύρο, το σκοτεινό, το οποίο νομίζω ότι έρχεται από ‘κει, απ’ τα δημοτικά τραγούδια, από τη δύσκολή ζωή των πρώτων χρόνων μου στην Ήπειρο, Αλβανία, Ουγγαρία ή κι από τίποτα απ’ όλα αυτά, δεν ξέρω. Μπορεί να είναι ας πούμε στο κύτταρό μου αυτό το πράγμα.

Πόρτα γεμάτη ρόζους / τύψεις της καρυδιάς. / Χαράζεις τ’ αρχικά σου με σουγιά, / πηγαίνεις στο σχολείο αργοπορημένος. / Ας δέρνει ο δάσκαλος, / έχεις στο στόμα σου / γεύση αθανασίας.
                                                                                                       -Μ. Ι. Γ.-


- Εσύ δεν θα πεθάνεις. / - Μάζεψε τη φωτιά. - Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν. / Θα πεθάνεις; / - Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα. / - Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις. / - Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες. / - Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ' ακούς; /
- Σ’ ακούω, ψεύτη. Ούτε αυτά που μου ‘ταξες παιδί δεν κράτησες.

Ήταν πάρα πολύ σκληρή αυτή η εμπειρία που έζησα όταν ήμουν παιδί 3-4ων χρονών, όταν βρεθήκαμε από το χωριό μου ξαφνικά στην Αλβανία και μετά στην Ουγγαρία, από το ’48 μέχρι το ’54, που επιστρέψαμε. Αφήσαμε εκεί δυο νεκρούς, τη γιαγιά μου και τη θεία μου, 20 χρονών κορίτσι. Ήμασταν κρυμμένοι σε μια σπηλιά πάνω στο βουνό, στη Λακκότρυπα. Η οικογένεια κι όσοι απ’ τους χωριανούς ήταν από εδώ, απ’ τον Τσαμαντά, κατεβήκαμε μέσ’ τη νύχτα, εγώ δεν το θυμάμαι αυτό, παρά μόνο απ’ τις αφηγήσεις της γιαγιάς και της μαμάς μου. Εκείνη την ώρα οπισθοχωρούσαν οι αντάρτες, είχε πέσει το βουνό – το  είχε καταλάβει ο Εθνικός στρατός – και οπισθοχωρούσαν, μπαίναν μέσα στην Αλβανία. Οπότε, μας πήρανε κι εμάς μαζί τους. Περάσαμε τα σύνορα το Σεπτέμβριο του 1948, ήμασταν στην αρχή μιας μικρής Οδύσσειας, ενός χρονικού φοβερού, γιατί μπήκαμε μέσα, οι Αλβανοί ήτανε πάμφτωχοι δεν είχαν να μας ταΐσουν οι άνθρωποι. Μείναμε ένα χρόνο εκεί και μετά μπήκαμε σ’ ένα πολωνικό φορτηγό-πλοίο και κάναμε δώδεκα μερόνυχτα, αφού περάσαμε Αδριατική, τη μεσόγειο, φτάσαμε Γιβραλτάρ, περάσαμε τα στενά της Μάγχης και βγήκαμε στο Γκανσκ κι από κει με τρένα κατηφορίσαμε και μας μοιράσανε σε διάφορες Λαϊκές Δημοκρατίες. Εμείς φτάσαμε στην Ουγγαρία.

Στην Ουγγαρία κρύο πολύ. Κουβαλάγαμε ψείρες. Περνούν τα ρούχα μας από κλίβανο, μας βάζουν στα μπάνια. Μια μισοσκότεινη αίθουσα γεμάτη ατμούς και γυναίκες. Εκείνο το μαύρο χαμηλά στην κοιλιά το ‘βλεπα πρώτη φορά. Εγώ πήγαινα σχολείο, είχαμε Έλληνες δασκάλους και Ουγγαρέζους. Ούτε που μ’ άρεσε, ούτε που δε μ’ άρεσε το σχολείο τον πρώτο καιρό. Μετά, το ‘χα σε καμάρι να λέω στους δασκάλους: «Δε ξέρω». Το κάναμε πολλά παιδιά, στους Ουγγαρέζους περισσότερο.

                                                                                                  -Μητριά Πατρίδα-

Ήτανε τόσο συγκλονιστικά τα γεγονότα, τόσο βαθιά εντυπωμένα στη μνήμη μου είτε την προσωπική την δική μου είτε την συνολική όπως άκουγα από τις αφηγήσεις των μεγάλων, που πραγματικά αυτά τα πρόσωπα και αυτή η περιπέτεια στοιχειώσανε μέσα μου και αναδύθηκαν αργότερα, κυρίως με την Μητριά Πατρίδα, που περιγράφει αυτό το χρονικό με τη ματιά ενός παιδιού και σε ποιήματά μου.

Κανείς δε θα ‘ρθει και το ξέρει/ κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι, / σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι / και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι. / Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα / και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια. / Εκείνη πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι, / δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει. / Στην τηλεόραση χιονίζει, / το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι / και στις παλιές φωτογραφίες, / γνώριμα μάτια των νεκρών, / που τον κοιτάζουν απ' το μέλλον. / Εκείνη πεθαμένη. / και μόνο το δικό της βλέμμα / έρχεται από τα περασμένα.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα», / ευχές δε φθάνουν ως εδώ, / δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα, / η σκέψη αρπάζεται απ' το κλαδί της μνήμης, / μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου, / ένας πατέρας που του έτυχε / σιωπηλό και δύστροπο παιδί, / και να του πω μια ιστορία / για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...
Δώσ' του κι ένα καλό σκυλί / και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα / άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά / από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε / στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε / πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά / πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς, / παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας / μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ' τα ματοτσίνορα / ν' ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε, / να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε / που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ / να μοιάσουμε σ' εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε / να παρηγορηθούνε.
                                                                                              -Γυάλινα Γιάννενα-

_______________________ 
Παραγωγή: Περίπλους - Ε.Ρ.Τ. – VIVO film

προτεινόμενοι ιστότοποι: