Θεοφάνης Τάσης: Η διαφορά μεταξύ του βίου και της ζωής



Ελληνικό Κράτος

Πρέπει να τονίσουμε το εξής, το ελληνικό κράτος είναι ένα νεαρό κράτος. Από το 1821, αν θεωρήσουμε τη στιγμή της επανάστασης ως ιδρυτική του στιγμή, μέχρι το 2021 (σε 8 χρόνια), θα είναι μόλις 200 ετών. Είμαστε νεαρότερο κράτος απ’ των Η.Π.Α. Η δε Η.Π.Α, στην γεωγραφική τους απομόνωση και με την απουσία ουσιαστικών, ισχυρών αντιπάλων στην ήπειρό τους, μπόρεσαν να πετύχουν τα όσα πέτυχαν. Εν’ αντιθέσι με την Ελλάδα, η οποία έκτος από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, που κράτησε μέχρι που απελευθερώθηκε η Κρήτη και τα Επτάνησα, είχε Βαλκανικούς πολέμους, Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Εμφύλιο, Χούντα και τρία μεταναστευτικά ρεύματα: Ένα μετά την Μικρασιατική καταστροφή, ένα δεύτερο τη δεκαετία του ’60, ένα τρίτο σήμερα [2012], με διακριτά χαρακτηριστικά. Το πρώτο αφορούσε κυρίως εμποροβιοτέχνες. Το δεύτερο, τα πιο δυναμικά στρώματα της αγροτιάς, όπως τους γεωκτηνοτρόφους. Και το τρίτο, ακαδημαϊκούς και καλλιτέχνες. Μία ακατάσχετη αιμορραγία. Και να σημειωθεί εδώ, ότι αυτοί που φύγαν ήταν οι καλύτεροι, υπό ποία έννοια, ότι ο χωρικός που αποφάσισε να φύγει για μια καλύτερη ζωή, ήταν ο πιο τολμηρός, ο πλέον έτοιμος να διακινδυνεύσει. Αυτός που έμεινε ήταν πιο «φρόνιμος» ή πιο συντηρητικός. Αντίστοιχα, στα πεδία των μαχών, ποιοι χάθηκαν; Οι ήρωες κι αυτοί που αγωνίστηκαν για τον συμπολεμιστή τους, ήταν εκείνοι οι οποίοι εμφορούνταν από υψηλά ιδεώδη. Αυτοί που δεν εμφορούνταν ‘μέναν στα μετόπισθεν. Θέλω να πω ότι χάθηκαν οι καλύτεροι. Υπήρξε μια ακατάσχετη αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού, αν σκεφτεί κανείς και το πεπερασμένο πληθυσμιακά πια της Ελλάδος, δεν είμαστε η Κίνα, ο πληθυσμός ήταν περιορισμένος.

Ιστορικός Χρόνος

Αν λοιπόν λάβει κανείς υπόψιν του όλους αυτούς τους παράγοντες –και δεν έχω εισέλθει καν στη συζήτηση του κατά πόσο είχαμε αστική τάξη, ποια είναι η ελληνική ταυτότητα, πως εισήχθη αυτή, πως αναπτυχθήκαμε, ποια είναι η σχέση μας με το Διαφωτισμό, ποια είναι η σχέση μας με τα ιδεώδη της Γαλλικής επανάστασης, ποια είναι η σχέση μας με τη βιομηχανική επανάστασή κτλ. Δεν έχω θίξει καν αυτά ακόμα. Αλλά, αν βάλει κανείς λοιπόν, ένα ερμηνευτικό σχήμα σ’ όλους αυτούς τους παράγοντες, η διαπίστωση ότι η Ελλάδα αμφιταλαντεύεται σε δίπολα: Δύση – Ανατολή, Εκσυγχρονισμός – Παράδοση, δεν θα ‘πρεπε να μας εκπλήσσει. Γιατί, πολύ απλά, ο ιστορικός χρόνος δεν ήταν αρκετός. Και ήταν τέτοιας ποιότητας, που δεν το επέτρεψε. Δεν επέτρεψε καν, με μία έννοια, την δημιουργία μιας δημόσιας σφαίρας τέτοιου τύπου, η οποία να είναι ικανή να θέσει αυτό το ζήτημα ή τέτοιου τύπου ερωτήματα προς διαβούλευση. Για παράδειγμα, οι Γερμανοί μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πέρασαν μία δεκαπενταετία άρνησης, απόλυτης σιωπής. Μέχρι το ’60 κανείς δε μίλαγε, κανείς δεν ήξερε, αυτό σταμάτησε από κάποιους άλλους. Ξεκινά με τη γενιά του Μάη του ’68 και το περίφημο: «Εσύ τι έκανες στον πόλεμο πατέρα», μια διαρκή διαδικασία αναστοχασμού και διαβούλευσης και αντιμετώπισης του παρελθόντος και των ερωτημάτων: Τι σημαίνει να είσαι Γερμανός; Τι σημαίνει το ολοκαύτωμα; Τι ευθύνη έχουμε; Η οποία συζήτηση εξακολουθεί και συνεχίζεται στην Γερμανία. Η συζήτηση αυτή διαχύθηκε στην κοινωνία. Ξεκίνησε από τους φοιτητές, τους πατεράδες και  τους καθηγητές και σήμερα συνεχίζεται στα σχολεία, στα περιοδικά. Σε κάθε εφημερίδα υπάρχει ένα άρθρο για τ’ ολοκαύτωμα. Αν ανοίξετε την τηλεόραση, θα βρείτε τουλάχιστον έναν τηλεοπτικό σταθμό που να έχει μία εκπομπή αφιερωμένη σ’ αυτό. Αυτή η δημόσια συζήτηση πέρασε προφανώς από χίλια κύματα. Υπήρξε μια περίοδος που οι Γερμανοί είπαν: Μα ήμασταν κι εμείς θύματα, βιάσαν οι Σοβιετικοί τις γυναίκες μας, κάψανε τη Δρέσδη και τη Λειψία. Δηλαδή, θέλω να πω, είναι μία διαρκής συζήτηση ως και σήμερα. Έφτιαξαν και μνημείο του ολοκαυτώματος πριν μερικά χρόνια. Φέτος [2012] εγκαινιάστηκε το μνημείο για τους Χίντι και τους Ρωμά, που θανατώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Βίος

Κάτι αντίστοιχο λοιπόν στην Ελλάδα, για τα ερωτήματα του τύπου: Ποιοι είμαστε; Πως ιδρυθήκαμε; Τι συνέβη στον Εμφύλιο; Δεν έχει γίνει ακόμα, γιατί ο ιστορικός χρόνος δεν το επέτρεψε, ήταν μικρός και η ποιότητά του δεν οδηγούσε σε αυτού του τύπου την ερωτηματοθεσία. Δε θα ‘πρεπε λοιπόν να είμαστε τόσο σκληροί με τους εαυτούς μας, δίχως αυτό να μας απαλλάσσει ασφαλώς από τις ευθύνες μας. Δεν το διατυπώνω αυτό προκειμένου να εκλογικεύσω μια πνευματική αθυρμία και αδράνεια. Το λέω μόνο για να κινηθούμε μεταξύ των συμπληγάδων: από  τη μία ενός ατελείωτου μαζοχιστικού αυτομαστιγώματος, το οποίο μας χαρίζει μία ηδονή, ότι είμαστε οι χειρότεροι όλων και οι άλλοι είναι οι περιούσιοι λαοί. Και, η άλλη όψη αυτού, ενός υπερτροφικού ναρκισσισμού που τοποθετεί την Ελλάδα στο κέντρο του σύμπαντος. Κυριολεκτικώς, αν δει κανείς τις συνωμοσιολογίκες θεωρίες οι οποίες διαχέονται στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, ακόμα και στα μορφωμένα, πράγμα που με εκπλήσσει διαρκώς στην Ελλάδα. Πρέπει να κινηθούμε λοιπόν κάπου ενδιάμεσα και με αυτήν την έννοια ισχύει η ελληνική ιδιαιτερότητα, όχι εθνοκεντρικά, μπορεί να μιλήσει κανείς και για Γαλλική ή Βρετανική ιδιαιτερότητα. Ωστόσο, οι Βρετανοί, που επίσης είναι ιδιαίτεροι λόγω του ότι είναι νησί και νιώθουνε εξίσου κοντά, λόγω του αποικιακού παρελθόντος, με την κοινοπολιτεία, με τον Καναδά, με την Αυστραλία κ.τ.λ. Ακόμα και  αυτοί, είναι πιο κοντά με τους Γερμανο-Γάλλους απ’ ότι είναι οι Έλληνες με την υπόλοιπη Ευρώπη. Με αυτήν την έννοια η «ιδιαιτερότητα».

Διότι η Ελλάδα, δε βρίσκεται μόνο στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης ως σταυροδρόμι μεταξύ δύσης και ανατολής. Είναι συγχρόνως και το άκρο των Βαλκανίων και αυτό είν’ ένα τρίτο στοιχείο της ταυτότητάς μας, η Βαλκανική ταυτότητα. Διότι υπήρχε και μία πρόταση του Ρήγα, ότι η απελευθέρωση θα έπρεπε να  είναι απελευθέρωση χριστιανικών πληθυσμών, όχι εθνικών ομάδων. Τελικώς δεν επικράτησε αυτό, βεβαίως. Δηλαδή, η κοινή αναφορά δεν ήταν η θρησκεία αλλά ήταν το έθνος. Το έθνος όμως, όχι με την έννοια που τέθηκε ως νόημα από μία ανερχόμενη αστική τάξη, λόγου χάρη στη Γαλλία. Αλλά ως εισαγόμενη αυτοεικόνα, την οποία προσεταιρίστηκαν μέσω Ελλήνων εκπατρισμένων διανοουμένων τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα, ούτως ώστε να νοηματοδοτήσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Υπό την έννοια ότι διακινδύνευαν τη ζωή τους για τον βίο. Αυτό είναι το νόημα του «Ελευθερία ή Θάνατος», είναι το δίπολο ζωής και βίου, ότι δε μας ενδιαφέρει η ζωή, μας ενδιαφέρει ο βίος. Κι αν δε μπορούμε να έχουμε βίο δε μπορούμε να έχουμε ούτε ζωή. Προφανώς, εδώ, αφήνω τελείως στην άκρη τις χριστιανικές συνδηλώσεις του όρου «βίου», που επικράτησαν στη συνέχεια.

Αν πάρουμε, λόγου χάρη τη Γαλλία, όπου μέχρι την ενοποίηση επί μέρους βασιλείων, η την Γερμανία, όπου μέχρι την ενοποίηση επί μέρους πόλεων-κρατών, απαιτήθηκαν πάνω από 300 χρόνια και μετά απαιτήθηκαν άλλα 100 χρόνια –σκεφτείτε  πόσες Γαλλικές Δημοκρατίες έχουμε για να φτάσουμε στη σημερινή. Τότε, το χρονικό διάστημα που διήνυσε η Ελλάδα και τα όσα πέτυχε η Ελλάδα σε αυτό το χρονικό διάστημα, είναι εντυπωσιακά. Και υπό ποιες συνθήκες. Γιατί, ναι μεν μπορεί να είχανε και οι Γαλλο-Γερμανοί θρησκευτικούς πολέμους για κάποιους αιώνες, ωστόσο, αυτοί οι θρησκευτικοί πόλεμοι, στην περίπτωσή τους οδήγησαν και σε πάρα πολλές απρόβλεπτες συνέπειες. Οδήγησαν στην αμφισβήτηση των λατινικών, στην εγκαθίδρυση των εθνικών γλωσσών. Οδήγησαν στην αμφισβήτηση των πανεπιστημίων ως θεολογικών σχολών και στην αυτονόμησή τους. Οδήγησαν στην αποδέσμευση της πολιτικής εξουσίας από την εκκλησιαστική εξουσία. Ένα πράγμα που δεν συνέβη ποτέ στην Ελλάδα. Άρα, θέλω να πω, είχαν και περισσότερο ιστορικό χρόνο, αλλά και ενσωμάτωσαν, αφομοίωσαν, επεξεργάστηκαν πιο δημιουργικά τις συνέπειες αυτών.

Χρονικότητες

Υπάρχει μία σύγκρουση ενός βιογραφικού χρόνου και ενός ιστορικού χρόνου. Ο βιογραφικός χρόνος είναι ο δικός μας χρόνος. Το εδώ και τώρα, που ανυπομονούμε ν’ απαλλαγούμε απ’ τα δεινά της κρίσης, από την οδύνη που βιώνουμε (ενδεχομένως,  κάποιοι εξ ημών, νοσταλγώντας το ένδοξο παρελθόν της δεκαετίας του ’90. Ενδεχομένως κάποιοι άλλοι, ευελπιστώντας σ’ ένα μέλλον το οποίο θα ‘ναι πολύ καλύτερο). Ωστόσο, αυτά δυστυχώς, δεν πρόκειται να συμβούν με όρους βιογραφικού χρόνου, δηλαδή, χρόνου δέκα-είκοσι ετών, φαντάζει ως μάλλον απίθανο. Αυτά συντελούνται στον ιστορικό χρόνο. Μπορεί να απαιτηθούνε δύο-τρεις γενιές. Εμείς λοιπόν, βιώνουμε τη δυσφορία της σύγκρουσης δύο διαφορετικών χρονικοτήτων. Και τη βιώνουμε επώδυνα, ακριβώς επειδή η ζωή μας είναι πεπερασμένη, ο βίος μας όμως, όχι. Κι εδώ διακυβεύεται και το πολιτικό παιχνίδι, ότι αναγνωρίζοντας αυτό μπορούμε να αφιερώσουμε τους εαυτούς μας σε κάτι που είναι μεγαλύτερο από μας. Όπως ένας παππούς στο χωριό φυτεύει ελιές κι ας πεθάνει την επόμενη χρονιά, αλλά τη φυτεύει την ελιά. Έτσι κι εμείς μπορούμε να διαρρήξουμε τα δεσμά της χρονικότητας που μας καταδυναστεύει, κάνοντας πράγματα, τους κόπους των οποίων δεν θα δρέψουμε εμείς οι ίδιοι αλλά τα παιδιά μας ή τα παιδιά των παιδιών μας. Κι έτσι, επανερχόμαστε πάλι στο ζήτημα της θνητότητας και του πεπερασμένου και του γιατί: μια πραγματικά δημοκρατική-πολιτική, είναι μια πολιτική του θανάτου.

Όσον αφορά την επίγνωση θνητότητας στο επίπεδο του υποκειμένου, που μας επιτρέπει να επενδύσουμε σε κάτι μεγαλύτερο απ’ τους εαυτούς μας. Σε κάτι το οποίο να υπερβαίνει τον βιογραφικό μας χρόνο και να αφορά τον ιστορικό χρόνο και τα παιδιά των παιδιών μας. Μπορεί, σε μεμονωμένες περιπτώσεις να συμβαίνει. Σε 5-10 φίλους μου το βλέπω, το κρίσιμό είναι αυτό το πράγμα να συναντήσει ένα πολιτικό κίνημα το οποίο θα έχει επίγνωση αυτού του ζητήματος. Ή να γεννηθεί από αυτούς τους ανθρώπους, τους λίγους.

Οικογένεια

Η οικογένεια δεν είναι εξ ορισμού κάτι συντηρητικό και δεν είναι κι εξ ορισμού κάτι προοδευτικό, η οικογένεια είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο. Έχουμε οικογένειες: Το πως αυτές λειτουργούνε στην κοινωνία και πως συνεισφέρουν στην κοινωνική συμβίωση – Το  ποια η σημασία τους για το υποκείμενο κάθε φορά – Το πως καθορίζονται οι σχέσεις μεταξύ των φύλων εντός τους – Το ποια είναι η ενδοοικογενειακή δυναμική, είναι όλα ανοιχτά. Αλλά αν μιλάμε σήμερα για το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας και υπάρχει καταχρηστική χρήση του αρσενικού: «ο Έλληνας είναι έτσι, ο Έλληνας είναι αλλιώς», αυτό που αποσιωπάται είναι και η Ελληνίδα που φέρει αντίστοιχη ευθύνη. Από μία διαστρεβλωμένη εικόνα χειραφέτησης τη δεκαετία του ’70, που απεμπολήθη ο παραδοσιακός ρόλος της γυναίκας ως νοικοκυράς-μητέρας, από την μία στην καριερίστα κι από την άλλη στην life style bimbo που τη συντηρεί ο σύζυγος. Δημιουργήθηκε ένα κενό, που σε συνδυασμό με την αντίστοιχη μεταλλαγή του αντρικού προτύπου οδήγησε σ’ ένα κενό. Αυτό προφανώς, συνέβη και στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην υπόλοιπη Δύση, πλην όμως, εκεί η διεργασία ξεκίνησε από την διεργασία του ’50-’60 και σήμερα έχουν διαμορφωθεί μηχανισμοί, θεσμικά πλαίσια και διαφορετικές προτάσεις συμβίωσης των φύλων, διαφορετικοί τύποι οικογένειας. Στην Ελλάδα αυτά ακόμα δεν έχουν συντελεστεί και αυτό είναι άλλο ένα στοιχείο της κρίσης. Δηλαδή, στο ερώτημα: πώς μπόρεσε να συντελεστεί αυτός ο μετασχηματισμός ανθρωπολογικού τύπου από μια γενιά, η οποία πέρασε την πείνα της κατοχής και της στέρησης, σε μια σημερινή γενιά, η οποία κλαίει και οδύρεται επειδή στην πλειονότητά της έχει απωλέσει βίον τριφυλλόν; Ίσως θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε ένα μέρος της απάντησης στην υπονόμευση της παραδοσιακής οικογένειας –που  δεν είναι προφανώς παράδειγμα και δεν προτείνει ουδείς μια επιστροφή σ’ αυτή, όμως, τα θετικά στοιχεία αυτής δεν αντικατεστάθησαν από νέα θετικά στοιχεία της νέας οικογένειας που διαμορφώθηκε σήμερα.

Φτώχεια

Ως προς το αξιακό σύστημα, δείτε το εξής, στις παλιές ελληνικές ταινίες η φτώχεια ήταν θετικά προσδιορισμένη. Δηλαδή, βλέπει κανείς τους πλούσιους σε αυτές τις ταινίες να είναι αήθεις, ανάλγητοι. Η φτώχεια είχε αξιοπρέπεια, εντιμότητα, αφοσίωση στην οικογένεια, εργατικότητα, ευσυνειδησία, περηφάνια, πνεύμα αυτοθυσίας. Η φτώχεια ήταν θετικά προσδιορισμένη και στο νεοελληνικό τραγούδι, στη συντριπτική του πλειονότητα. Την δεκαετία του ’80, αυτός που όπως  λέμε στην καθομιλουμένη «δεν τα παίρνει», είναι… τον χαρακτηρίζουν με διάφορες αρνητικές λέξεις. Δηλαδή, ξαφνικά, η φτώχεια έγινε στίγμα και αυτός ο οποίος ήταν φτωχός ήτανε ανίκανος, ήταν αποτυχημένος, ήταν  λιγότερο ευφυής. Άλλα νοήματα εδώ. Δεν ευθύνεται η οικογένεια μέχρι ενός σημείου; Η οποία εμφύσησε αυτό το νέο σώμα αξιών ηθελημένα ή αθέλητα στα παιδιά της. Και επίσης, από τη μία η νεοελληνική οικογένεια διαθέτει ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης, όπου οι γονείς φροντίζουν τα παιδιά τους μέχρι αρκετά μεγάλο μέρος του ενήλικου βίου τους και φροντίζουν ακόμα και τους δικούς τους γονείς όταν είναι ηλικιωμένοι. Διστάζουν να τους στείλουνε σε κέντρα ανοιχτής προστασίας υπερηλίκων. Την ίδια στιγμή όμως, εθίζουν τα παιδιά τους σε μια κατάσταση παιδικότητας, που συναντάει την τάση του συστήματος να παιδικοποιεί τους πάντες. Δηλαδή την άρνηση ανάληψης ευθυνών που συνεπάγει η ενήλικη ζωή και δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά την επίγνωση του πεπερασμένου της ζωής μου και ως εκ τούτου την ευθύνη για τη διαμόρφωσή της σε βίο. Το κράτος αναλαμβάνει να λειτουργήσει σαν ένα είδος πατρικού υποκαταστάτου, με τους πολίτες φορείς δικαιωμάτων αλλά όχι υποχρεώσεων και ευθυνών. Οπότε, το κράτος πια, το θεσμικό πλαίσιο του κράτους, ως ένα είδος οικογένειας λειτουργεί σε αγαστή σύμπνοια με την κανονική οικογένεια. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να καταλάβουμε ότι η πολιτική ζωή σ’ αυτόν τον τόπο λειτουργεί κυρίως με όρους συγγένειας. Λόγου χάρη, λέμε για έναν πολιτικό: αυτός είναι προδότης – είναι αποστάτης – πως το έκανε αυτό. Δηλαδή, το λεξιλόγιο αυτό χαρακτηρίζει σχέσεις μεταξύ ατόμων εντός μιας οικογενείας κι όχι ενός πολιτικού κόμματος. Γιατί είναι οι σχέσεις προσωποκεντρκές-οικογενειοκρατικές και οι πολιτικές αναλύσεις δεν είναι τίποτε άλλο στην πλειονότητά τους, παρά περιγραφές του αγώνα για την εξουσία μεταξύ ομάδων ή ατόμων. Ή ακόμα και περιγραφές για το πως κινείται η εύνοια του πατέρα-αρχηγού κόμματος, στους υιούς-μέλη του κόμματος, υπουργούς, βουλευτές κ.ο.κ Και η ακόλουθη κυριαρχία του θυμικού στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα, μπορεί να εξηγηθεί από αυτό το γεγονός. Ότι οι οικογενειακές σχέσεις, ότι το είδος αυτό της σχέσης, διαχέεται σε όλες τις υπόλοιπες εκφάνσεις του κοινωνικού βίου.

Αυτή τη στιγμή βιώνουμε την ένταση της αποδιέγερσης από μία ψηλότερη σε μία χαμηλότερη ενεργειακή στάθμη. Δηλαδή, από μία στάθμη ψηλότερου «βιοτικού» επιπέδου (αν και ο όρος είναι καταχρηστικός, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι μια υψηλότερη υλική ευημερία συνιστά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, για το οποίο εγώ αμφιβάλω. Μπορεί κανείς να είναι βοσκός και να είναι ευτυχής, αλλά βοσκός, όχι απ’ αυτούς με τα 4x4 και τις δορυφορικές, βοσκός όπως στις προηγούμενες γενιές. Και υπάρχουν και πάρα πολλοί εθελούσιοι αναχωρητές ούτως ή άλλως, που στρέφονται σε καλλιέργειες και σε εναλλακτικές μορφές βίου). Αυτή λοιπόν η αποδιέγερση είναι επώδυνη, πόνος κι οδύνη είν’ ακριβώς αυτό το πράγμα. Αλλά αυτός ο πόνος είναι σχετικός, υπό την έννοια ότι αφορά την μετάβαση, το ύψος της πτώσης το οποίο υπήρξε μεγάλο. Αυτό δε σημαίνει ότι στάθμη στην οποία έχουμε περιέλθει είναι χαμηλή, διότι για να πούμε ότι είναι χαμηλή θέλουμε ένα δεύτερο επίπεδο για να τη συγκρίνουμε. Είναι χαμηλή ως προς την προηγούμενη, αλλά δεν είναι χαμηλή ως προς την Αίγυπτο, την Αλγερία, το Βιετνάμ, το Λάος, το Μεξικό, την Κούβα, με όρους διαβίωσης. Και ως προς την Αφρική και με όρους επιβίωσης.

Θέλω να πω, δηλαδή, εάν οι προηγούμενες γενιές μεγαλώνανε μια οικογένεια με επτά μέλη σε δύο δωμάτια και κοιμούνταν κατάχαμα και κουβαλούσαν νερό απ’ την στέρνα και δεν είχαν ρεύμα στο χωρίο, παρόλα αυτά, δεν αισθάνονταν και τόσο δυστυχείς. Δεν θέλω να πω πως ήταν ευτυχείς αλλά δεν αισθάνονταν και δυστυχείς. Έχεις σήμερα μία ελληνική κοινωνία, που και πάλι ασφαλώς δοκιμάζεται αλλά δεν βρίσκεται, αντικειμενικά, στο «βιοτικό» επίπεδο της δεκαετίας του ’50 ή του ’60, χωρίς να θέλω να πω ότι δεν δοκιμάζονται οι άνθρωποι σήμερα. Απλώς, ο επώδυνος τρόπος με τον οποίο το βιώνουμε οφείλεται στην απότομη μετάβαση από την προηγούμενη κατάσταση. Αλλά η προηγούμενη κατάσταση, δεν αντιστοιχούσε αντικειμενικά στις παραγωγικές μας ικανότητες. Δηλαδή, αυτός ο τρόπος ζωής δεν είναι ότι δεν μας άξιζε, αλλά δεν μπορούσαμε να τον συντηρήσουμε με αυτά που είχαμε, για ποικίλους λόγους. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποδεχθούμε ως κοινωνία αλλά και ως άτομα, το γεγονός ότι θα πρέπει τώρα να ζούμε με λιγότερα. Ή, να ζούμε, αν θέλετε, διαφορετικά. Αυτό όμως, δεν συνεπάγει ότι θα ζούμε χειρότερα. Εάν κάποιος θεωρεί την κατάσταση στην Ελλάδα του ’80 και του ’90 ως καλή, σαφώς η κατάσταση σήμερα είναι αρνητική. Για ‘μένα όμως η Ελλάδα του ’80 και του ’90, δεν ήταν πρότυπα. Κι απ’ τη στιγμή που δεν ήταν πρότυπα, δεν διέπομε κι από καμία νοσταλγία ως προς αυτές. Κλείνοντας, θα έλεγα, ότι πέραν της αισιοδοξίας και της απαισιοδοξίας, όλα είναι ανοιχτά, όλα παίζονται, όλα διακυβεύονται εδώ και τώρα και θα συνεχίσουν να διακυβεύονται. Εξαρτάται από μας να τα  διαμορφώσουμε με τον τρόπο που εμείς κρίνουμε και επιθυμούμε.

Παραγωγή: Αντίφωνο
1     2