Τζον Μπάτλερ: Ανακαλύπτοντας το ακίνητο ποτάμι της ζωής


Τζον Μπάτλερ, Συγγραφέας, Διαλογιστής


Τζον Μπάτλερ: Ανακαλύπτοντας το ακίνητο ποτάμι της ζωής

 Απομαγνητοφώνηση/Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Σύρμος

Οικογένεια

Ο πατέρας μου ήταν ήσυχος άνθρωπος, καλλιτέχνης και τεχνίτης. Είχε έντονη την αίσθηση όσων τον περιέβαλλαν. Ζωγράφιζε τοπία κυρίως, εκείνον τον καιρό. Λοιπόν, μου έμαθε να παρατηρώ τη φύση, να βλέπω την ομορφιά αυτού που ήταν μπροστά μου. Όχι κάτι εξεζητημένο, απλά τους φράχτες, τα δέντρα, το γρασίδι, να παρατηρώ τον ουρανό. Είχε επίσης αισθητήριο της ποιοτικής δουλειάς. Αγαπούσε τη ξυλουργική. Μου έμαθε να χρησιμοποιώ εργαλεία και θυμάμαι να μου λέει: «Πρόσεχε, έχε το βλέμμα σου σε ό,τι κάνεις. Όταν πριονίζεις ένα κομμάτι ξύλο, άκου και κοίτα την κίνηση του πριονιού. Πρόσεχε το σφυρί για να καρφώσεις το σφυρί ευθεία». Κι αυτά τα μαθήματα, του να δίνω 100% προσοχή και να παρατηρώ ό,τι ήταν γύρω μου, τα κράτησα όλη μου τη ζωή.

Η μητέρα μου ήταν Ρωσίδα. Ε, ήταν κι αυτή καλλιτέχνης με τον τρόπο της. Ήταν σπιτονοικοκυρά φυσικά. Αυτό ήταν οι γυναίκες τότε κι ήταν περήφανες γι’ αυτό. Από τη μητέρα μου πήρα μια ρωσική καρδιά. Κι οι ρωσικές καρδιές απλώνονται παντού. Πάντα μου ‘λέγαν όταν ήμουν παιδί, ότι εκφράζω αφειδώς τα συναισθήματά μου. Οι άνθρωποι γελούσαν μαζί μου, αλλά είναι από τα καλύτερα πράγματα το να έχεις μεγάλη καρδιά. Το να λειτουργείς από την καρδιά, να αναγνωρίζεις την ύπαρξή της. Κι όλο το σπιτικό έλαμπε από την τρυφερή αγαπητική φροντίδα, που εκπέμπεται από κάποιον που αγαπά τη δουλειά του και αφιερώνεται σε αυτήν. Ο τρόπος που στρωνόταν το τραπέζι, που έραβε και μπάλωνε τα ρούχα μας κι έπλενε η μητέρα, όλα γίνονταν σαν έργο τέχνης και με αγάπη.

Στα 7 μου χρόνια με έστειλαν σε οικοτροφείο. Ήταν σοκ, γιατί μέχρι τότε ζούσαμε σε απομονωμένη επαρχία και δεν ήξερα καλά-καλά τι ήταν ένα άλλο αγοράκι. Οι σύντροφοί μου ήταν η φύση και τα ζώα και ξαφνικά με πέταξαν σ’ έναν κόσμο με άλλα αγοράκια κι ήμουν εντελώς χαμένος. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα απομονωμένος και μόνος. Δόξα τω Θεώ, το σχολείο βρισκόταν σε αγροτική τοποθεσία, οπότε υπήρχαν μεγάλοι κήποι που μπορούσα να πάω. Και θυμάμαι, με τον παιδιάστικό μου τρόπο, να θάβω το κεφαλάκι μου στα χέρια μου, να κλείνω τα μάτια μου και να λέω: «Θεέ μου, ευλόγησε τη μαμά, τον μπαμπά, την αδελφή μου και τον σκύλο μας». Τι καταφύγιο και ασφάλεια που ήταν αυτό για ‘μένα. Έβρισκα το «καταφύγιο», αν όχι στρεφόμενος εσωτερικά, τουλάχιστον στην ακινησία και την ησυχία. Στη φύση, αυτά, είναι έξω, έτσι δεν είναι; Βλέπεις ένα δέντρο και το αγκαλιάζεις και κρατιέσαι σε αυτήν την ακινησία, την ησυχία, στην διαβεβαίωση της ύπαρξης καθαυτής. Και τι αντίθεση αποτελεί αυτό, με τον θόρυβο και την ταραχή που εισπράττεις από τους περισσότερους ανθρώπους.

Περού

Στην Νότια Αμερική, πήγα γιατί ήθελα να κάνω τον κόσμο καλύτερο. Ήμουν αγρότης, αγαπούσα την αγροτιά από την πρώτη μου αναπνοή. Ήθελα να είμαι αγρότης, ήταν το όνειρό μου. Κι είχα ξοδέψει χρόνο μελετώντας το αντικείμενο. Ήταν η εποχή που φιλανθρωπικές οργανώσεις όπως η Ο.Ξ.Φ.Α.Μ, ήταν στο ξεκίνημά τους, οπότε ήταν της μόδας, υποθέτω. Είχα έναν κολλητό και θα πηγαίναμε στη Βολιβία. Παραχωρούσαν 1.000 εκτάρια σε νέους αποίκους, που θα καλλιεργούσαν τροφή για τους πεινασμένους. Οπότε σκεφτήκαμε να κάνουμε αυτό. Ήμασταν νέοι και δυνατοί, μα ο κολλητός μου δεν ήρθε. Γνώρισε μια κοπέλα κι έμεινε στην Αγγλία. Κι εγώ γνώρισα μια Περουβιανή κοπέλα κι ο πατέρας της με κάλεσε να δουλέψω γι’ αυτόν στο Περού, οπότε έκανα αυτό, σ’ ένα ράντζο με πρόβατα.

Αυτή ήταν η σοσιαλιστική περίοδος της ζωής μου κι ήθελα να κάνω το καλό, οπότε βρέθηκα να δουλεύω ως εθελοντής γεωργός στα βουνά του Περού. Δεν θα ‘λεγα ότι ήταν εύκολα, αλλά υπήρχε άπλετος χώρος και το αγαπούσα αυτό, αγαπούσα τα γαϊδούρια και τα βόδια κι ήταν καλά ξοδεμένος χρόνος. Αλλά νομίζω (όπως συμβαίνει στους περισσότερους εθελοντές), μου έδωσε πολλά περισσότερα απ’ όσα του έδωσα. Κι έμαθα το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής μου. Θυμάμαι μια μέρα, είχα φυτέψει δέντρα σε διαβρωμένες βουνοπλαγιές. Φυσικά τα πρόβατα κι οι κατσίκες τα έφαγαν όλα, οπότε, καθόμουν στη βουνοπλαγιά θλιμμένος και σα μια φωνούλα να μου είπε: «Για να προσφέρεις πληρότητα, γίνε πλήρης». Δεν πολυκαταλάβαινα τι σήμαινε αυτό τότε, αλλά είχα διαβάσει για τον διαλογισμό –όχι ότι τον καταλάβαινα, μα είδα πως ήμουν ένας μπερδεμένος νέος άντρας, που προσπαθούσε να βοηθήσει τους ιθαγενείς Ινδιάνους, που ήταν μεγαλύτεροι, σοφότεροι και ικανότεροι από ‘μένα. Συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσω τον εαυτό μου πριν μπορέσω να είμαι χρήσιμος σε άλλους. Οπότε, έχοντας διαβάσει για τον διαλογισμό, όταν γύρισα στην Αγγλία, έψαξα και βρήκα μια σχολή διαλογισμού.

Στο Περού, είχα έναν κολλητό και βρήκαμε έναν Ινδιάνο που θα μας πήγαινε κάπου. Περπατούσαμε αρκετές μέρες στη ζούγκλα. Ήταν φανταστική εμπειρία, απολύτως υπέροχη. Η ζούγκλα είναι πολύ πυκνή και δύσβατη, με πελώρια δέντρα από πάνω μας, ελάχιστο ηλιακό φως φτάνει κατευθείαν στο έδαφος. Σέρνεσαι πάνω από πεσμένα φύλλα, πλάι σε κάτι πελώρια ερπετά, σαλιγκάρια και φίδια, βλέπεις μαϊμούδες στα δέντρα. Και κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα ρυάκι με αμμώδη ακτή. Υπήρχε μια μεγάλη αυλάκωση πάνω στην άμμο, λες και κάποιος έσυρε ένα βαρέλι. Κοιτάξαμε τον οδηγό και μας είπε πως ήταν ένα πελώριο φίδι. Ένα ανακόντα. Ήθελα να ακολουθήσω τα ίχνη να το βρω, μα δε με άφηνε. Μου ‘πε ότι θα παραμόνευε έτοιμο να μας αρπάξει. Κι άρχισε να βρέχει και κατασκηνώσαμε εκεί, δίπλα στα ίχνη. Ανάψαμε μια μικρή φωτιά, για να κοιμηθούμε στο χώμα. Δεν κοιμήθηκα καλά. Ξύπνησα τη νύχτα, όταν η βροχή είχε κοπάσει. Στη ζούγκλα ακούς κραυγές, περίεργους ήχους και θροΐσματα όλη τη νύχτα. Βγαίνουν τα ζώα και κινούνται γύρω σου. Κάθισα δίπλα στη φωτιά, σ’ αυτόν τον μικρό κύκλο φωτός και σκεφτόμουν το πελώριο φίδι, που ίσως τ’ ακουμπούσα αν άπλωνα το χέρι μου. Κι άρχισα να φοβάμαι. Ήμασταν μόνοι στη ζούγκλα κι αν μας εγκατέλειπε ο Ινδιάνος, ο Θεός ξέρει τι θα κάναμε… Και τότε, για έναν ανεξήγητο λόγο, σταμάτησα να παλεύω και παραδόθηκα. Απλά αφέθηκα στην κατάσταση, στο άγνωστο και ξαφνικά ένιωσα μια ειρήνη που δεν είχα ξανανιώσει. Μια απόλυτη ειρήνη, μέσα στην οποία περιέχονταν κι ήταν εντάξει όλες οι απειλές που μας περιέβαλλαν.

Θεωρώ πως αυτή ήταν μία από τις πρώτες μεγάλες πνευματικές μου εμπειρίες. Εναπόθεσα την εμπιστοσύνη μου σε μεγαλύτερες δυνάμεις από μένα. Αυτό κάνω όλη μου τη ζωή. Αυτή είναι η ουσία. Πάντα νιώθω αυτήν την ειρήνη μέσα μου. Αν είμαι αγχωμένος πριν από μια συνέντευξη, τι κάνω; Βρίσκω την ακινησία και νιώθω σίγουρος. Είναι σα να σε κρατάει ένα αόρατο χέρι, ένας βράχος. Πως βρίσκω την ακινησία δεν περιγράφεται. Έχω εξασκηθεί πολλά χρόνια, είναι η δεύτερη φύση μου πλέον. Ή μάλλον, η πρώτη μου φύση. Είναι καταφανής. Στεκόμαστε μέσα της σαν ψάρια στη θάλασσα. Δεν μπορεί παρά να είσαι ακίνητος, μα δεν το συνειδητοποιούμε. Κοιτάμε κάτω και ζούμε σ’ ένα κουκούλι νοητικής αναταραχής, χαμένοι στη σκέψη. Αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση, ή μάλλον, αυτό ονομάζουμε ανθρώπινη κατάσταση. Μα στην πραγματικότητα είναι χαμένη. Δεν είναι η πραγματικότητα, δεν είμαστε αυτό. Κι αυτή είναι η αιτία όλων των προβλημάτων μας. Είμαστε απόντες από την παρουσία του Θεού. Το παρόν είναι τόσο σημαντική λέξη, η παρούσα στιγμή, εδώ και τώρα. Ακούς το ρολόι της εκκλησίας να χτυπά, ακούγεται μέσα στην ακινησία, στην ακινησία και την αχρονικότητα. Ο χρόνος κυλά μέσα σε μια αιώνια Παρουσία. Στην ειρήνη του Θεού, που υπερβαίνει την κατανόηση, εδώ και τώρα. Δεν μπορείς να είσαι κοντύτερα στον Θεό από το εδώ και τώρα.

Διαλογισμός

Για τον διαλογισμό, έπρεπε να πάω στο Λονδίνο για να μάθω κι έμαθα. Η πρώτη μου πρακτική ήταν σε μια φάρμα στο Μπέικγουελ, οπότε, έπαιρνα το νυχτερινό τρένο επιστρέφοντας απ’ το Λονδίνο για να φροντίσω τα ζώα μου το επόμενο πρωί. Καθόμουν στην αίθουσα αναμονής του σταθμού Σεντ Πάτκρας, ανάμεσα στα σκουπίδια και τους άμοιρους μεθυσμένους κι άστεγους που έμεναν εκεί. Κάθισα μια νύχτα κι έκλεισα τα μάτια μου και διαλογιζόμουν όπως μου ‘χαν πει. Και τότε, σ’ αυτήν την φαινομενικά δυσμενή κατάσταση, άνοιξε κάτι μέσα μου διάπλατα. Συνειδητοποίησα ότι όλος ο χώρος κι η ελευθερία που αναζητούσα στις ερήμους και τα βουνά αυτού του κόσμου, βρισκόταν μέσα μου. Κι αυτή η ανακάλυψη εξελίσσεται από τότε. Όλο και μεγαλύτερη, όλο και πιο μεγαλειώδης, όλο και καλύτερη. Αυτή ήταν η αφετηρία της συνειδητοποίησης, φυσικά γνώριζα τη θεωρία.

Μεγάλωσα σε χριστιανικό σχολείο, με 10 χρόνια μαθήματα των Γραφών. Ήξερα μεγάλο μέρος της Βίβλου απ’ έξω καθώς και το προσευχητάρι. «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σου»: το ‘χα μάθει αυτό, αλλά τι σήμαινε; Στην πραγματικότητα δεν ήξερα. Μα πολύ σύντομα σ’ αυτές τις πρώτες περιόδους διαλογισμού, είχα συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει μια διάσταση, που είναι πέρα απ’ αυτό που ονομάζουμε «αυτού του κόσμου». Υπήρχε ακόμη μια διάσταση που μπορούσε να γίνει αντιληπτή. Αυτή είναι η λέξη: αντίληψη. Ξέρεις, η βιβλική φράση ζωντανεύει: Η Βασιλεία του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Δεν ξέρω, είναι δύσκολο ακόμη και τώρα να πω. Αλλά είναι μέσα σου. Πραγματικά μέσα σου. Και η ειρήνη του Θεού, που υπερβαίνει την κατανόηση, ξεπερνά το σκεπτόμενο μυαλό. Δεν τη φτάνεις αντικαθιστώντας μια σκέψη με άλλη, αλλά ανοιγόμενος σε αυτή τη διάσταση του Πνεύματος. Αυτό είναι. Αόρατο. Δεν περιγράφεται. Όλοι ξέρουν τι είναι η ησυχία μα κανείς δε μπορεί να την περιγράψει.

Οι λέξεις Ιησούς και Χριστός, χρησιμοποιούνται συχνά με πολύ ομιχλώδη νοηματοδότηση και διάφοροι άνθρωποι, φυσικά, τις χρησιμοποιούν με διάφορους τρόπους. Χρησιμοποίησα κι εγώ αυτή τη λέξη για το περιστατικό στο μετρό, ότι τους είδα όλους με την μορφή του Ιησού. Αλλά τώρα θα το περιέγραφα ως: η βίωση της ακινησίας. Αυτό το υπόγειο βαγόνι ήταν γεμάτο μ’ αυτήν την ακινησία. Και μέσα σε αυτήν την ακινησία, υπήρχαν τα σώματα, οι προσωπικότητες, οι ήχοι. Η ακινησία τους διαπότιζε όλους. Είτε το καταλάβαιναν, είτε όχι. Τα μάτια όλων των ανθρώπων λάμπουν με περισσότερο ή λιγότερο φως. Ακόμη κι ένα μουντό βλέμμα έχει το φως, το ίδιο φως. Πόσα φώτα υπάρχουν; Υπάρχει μόνο ένα φως, έτσι δεν είναι; Υπάρχει μόνο μια ακινησία, υπάρχει μόνο ένα πνεύμα. Και νομίζω πως αυτές οι πρώτες μου εμπειρίες ήταν έτσι. Μια άλλη στιγμή στο Λονδίνο, είδα τα σκουπίδια σαν ήταν πανέμορφα και όλα φωτισμένα. Εξαρτάται από το που εστιάζεις. Υπάρχουν επίπεδα συνειδητότητας. Αν η καρδιά σου είναι φως, αν είναι γεμάτη φως, τότε βλέπεις φως. Κι όλα που είναι μέσα της, είναι φως. Η ομορφιά είναι στα μάτια του παρατηρητή, έτσι δεν είναι; Αν το μάτι σου είναι γεμάτο ομορφιά, αυτό βλέπεις.

Αστός

Όντας παιδί της επαρχίας, ήμουν πολύ αρνητικός απέναντι στην αστική ζωή. Τη θεωρούσα χειρότερη όλων. Χρησιμοποιούσαμε λέξεις όπως «πρωτευουσιανάκια», για να περιγράψουμε όσους είχαν την ατυχία να μη ζουν στην επαρχία. Κι ο πολιτισμός ήταν το αντίθετο της φύσης. Αυτό ήταν από τα σημαντικά μαθήματα που χρειαζόμουν. Ο διαλογισμός με βοήθησε να ξεκαθαρίσω μερικές από εκείνες τις αρνητικές σκέψεις. Αλλά δυστυχώς υπήρχε πληθώρα ακόμη, βαθιά θαμμένες μέσα μου. Είναι μακρά η διαδικασία. Νομίζω πως, από αντίδραση, σκεφτόμουν στα 30 μου να γίνω μοναχός. Δεν ήθελα να είμαι αυτό που ήταν οι περισσότεροι της εποχής μου. Δεν ήθελα να ανοίξω επιχείρηση ή να γίνω επαγγελματίας. Η μοναστική ζωή έμοιαζε να προσφέρει μία εναλλακτική. Αλλά την ίδια εποχή έμαθα να διαλογίζομαι και τέθηκε το ερώτημα: αν θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο ή το δρόμο διαλογισμού. Δεν βλέπω καμιά αντίθεση μεταξύ τους τώρα, αλλά τότε έμοιαζαν αλληλοαποκλειόμενα. Έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα αυτά τα τελευταία 50-60 χρόνια. Τότε η εκκλησία ήταν ιδιαίτερα καχύποπτη απέναντι στον διαλογισμό, τον θεωρούσε κάτι ανατολικό. Το οποίο είναι πολύ παράξενο. Υποθέτω πως είχα κολλήσει σ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης.

Αποφάσισα να παραμείνω στον διαλογισμό γιατί, ακόμη και σ’ αυτούς τους πρώτους μήνες, ένιωσα πως ήταν (για μένα, τουλάχιστον) ένας πιο αποτελεσματικός τρόπος πνευματικής εργασίας. Συχνά κατηγορούν τον διαλογισμό, ότι είναι απόσυρση από τον κόσμο. Αλλά είναι απολύτως το αντίθετο. Η θεμελιώδης αρχή της μεθόδου που έμαθα εγώ, ήταν ότι τον ασκείς ζώντας μέσα στον κόσμο. Η ζωή του μοναχού μπορεί, πιθανώς, να θεωρηθεί απόσυρση από την εγκόσμια ζωή αλλά ο διαλογισμός απολύτως όχι. Είναι η τέχνη του να βρίσκεις το αιώνιο εν μέσω της αγοράς. Την ακινησία μέσα στην κίνηση. Να είσαι «Εν τω κόσμω, αλλά όχι εκ του κόσμου.» Δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια απόσυρση, μια αποχώρηση. Είναι μία εντελώς διαφορετική κατανόηση. Η ακινησία ανακαλύπτεται μέσα στην πιο χαώδη κατάσταση που μπορείς να φανταστείς. Ο Θεός είναι μαζί μας.

Το κριάρι

Ένα από τα υπέροχα περιστατικά για τα οποία δεν έχω εξήγηση συνέβη κάποτε. Μία από τις μεγάλες αγάπες της ζωής μου είναι τα πρόβατα. Θα μπορούσα να πω πολλά για το πώς αντιλαμβάνομαι τον «αμνό του Θεού». Εκείνη την εποχή είχα ένα αξιοσημείωτο κοπάδι προβάτων, περίπου 150 πρόβατα και 5 κριάρια. Ένα από τα κριάρια ήταν ένας γέρικος παλαιστής, που από την πολλή πάλη έσπαγε το κρανίο του και ήταν βετεράνος. Και, λίγο πριν, είχαν συμβεί διάφορα κι έπρεπε να φύγω από την πρώτη μου φάρμα. Καθόμουν στην άκρη του αγρού. Δεν είμαι σίγουρος αν έκλαιγα, αλλά ήμουν πολύ θλιμμένος που έχανα τα αγαπημένα μου ζώα. Τα κριάρια κάθονταν κάτω από ένα φράχτη, στην άλλη πλευρά του αγρού, περίπου 100 μέτρα μακριά. Προς έκπληξή μου, ένα από τα κριάρια, αυτός ο βετεράνος, σηκώθηκε, άφησε τους άλλους, διέσχισε αργά κι αποφασιστικά τον αγρό και ήρθε κι έγειρε το κεφάλι του στην αγκαλιά μου και απλά κάθισε εκεί για κάνα-δυο λεπτά ή τρία. Και μετά γύρισε πίσω και ξανακάθισε με τους συντρόφους του. Δακρύζω καθώς σου το περιγράφω. Θεωρώ το περιστατικό σαν μια από τις μεγαλύτερες τιμές της ζωής μου. Τι παραπάνω να ζητήσει κανείς; Η ρωσική καρδιά φέρνει δάκρυα στα μάτια μου.

Οράσεις

Στα 40 μου, είχα μια δεύτερη φάρμα τότε, πολύ όμορφη (κι αυτό είναι μια άλλη ιστορία) ήμουν ευτυχής ως αγρότης, είχα παντρευτεί πια κι είχα μια καλή σύζυγο. Είχαμε πολλούς μαθητές διαλογισμού που έρχονταν στη φάρμα εκείνο τον καιρό. Ήμουν αρκετά γνωστός, ως ένας από τους πρώτους βιολογικούς αγρότες. Υπήρχε μια γυναίκα που ερχόταν να διαλογιστεί και σε κάποια περίσταση διαλογιζόμασταν μαζί με κλειστά μάτια κι είχαμε φτάσει στην ακινησία. Και είδα τις δύο ψυχές μας να σηκώνονται από τα σώματά μας και να ενώνονται ως ένα. Ήταν μια γυναίκα με πολύ διαυγές βλέμμα κι όταν την κοίταζα, έβλεπα κατευθείαν μέσα στο απέραντο υπερπέραν. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχουν δύο ειδών όρασης. Υπάρχουν τα μάτια της σάρκας και υπάρχει αυτό που ονομάζεται ενόραση… η όραση με τα μάτια της καρδιάς. Η όραση της σάρκας έχει πάντα περιορισμούς. Έχει ένα όριο, η σάρκα βλέπει σάρκα. Μα όλοι έχουμε, σε κάποιο βαθμό, μια αίσθηση απερίγραπτης ομορφιάς ή απερίγραπτης ειρήνης… κάτι τέτοιο. Τι είδα… Είδα το απερίγραπτο, ακριβώς εκεί. Το άπειρο απερίγραπτο. Αλλά είναι το πιο αληθινό πράγμα όταν το δεις. Κι αυτό που μ’ έριξε στην κατάθλιψη, ήταν που ήμουν ακόμη ένας νέος, θερμόαιμος άντρας και ζούσα ακόμα στο φυσικό μου σώμα και το ανθρώπινο συναίσθημα. Πώς να συμβιβάσεις αυτά τα δύο; Υπήρχε αυτή η πνευματική ένωση, ο μυστικός (mystical) γάμος, εν αντιθέσει με δυο ανθρώπους που ζούσαν χωριστά. Κι οι δύο με τους γάμους τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους. πώς να συμφιλιώσεις την ενότητα με τον χωρισμό; Δε μπορούσα εκείνη την περίοδο. Ήταν πέρα από τις δυνατότητές και την εμπειρία μου. Δε μπορούσα να γυρίσω στην παλιά ζωή. Φυσικά, δε μπορούσα ούτε να της ξεφύγω. Ήμουν φυλακισμένος σ’ αυτήν. Γύρισα σπίτι κι ήταν η αγαπημένη μου γυναίκα, αλλά ήταν πολύ μικρό αυτό, δε μπορούσα… Μου ‘χε φανερωθεί κάτι. Τέλος πάντων, μ’ έριξε σε μια θύελλα συναισθημάτων κι έφυγα. Έπρεπε να ξεφύγω.

Άφησα τη φάρμα μου, άφησα το σπίτι μου. Είχα ένα μικρό τροχόσπιτο και περιπλανιόμουν για κάποια χρόνια, άστεγος, άνεργος, χωρίς αγάπη και μόνος. Και ήταν μία άθλια περίοδος. Την πέρασα όπως μπορούσα. Ο διαλογισμός όμως, δίνει μια διέξοδο. Γιατί ο διαλογισμός, είναι ένα άνοιγμα. Είναι το να αφεθείς. Εμείς ζούμε έτσι: σαν μια κλειστή παλάμη, ξεχνώντας τον Ένα. Προσπαθώντας να κρατηθούμε. Κρατιόμαστε στην προσωπική μας ζωή κι έτσι φυλακιζόμαστε στο εγώ μας, που είναι η αίσθηση του διαχωρισμού. Ο διαλογισμός –ξεκινά  πολύ απαλά στην αρχή, οπότε δεν είναι τρομαχτικό- σε βοηθά να κάνεις αυτό το άνοιγμα της παλάμης. Όταν αφεθείς λοιπόν, ανακαλύπτεις ότι δεν είσαι διαχωρισμένος. Είσαι ενωμένος. Βρίσκεσαι σε αυτό που είναι αδιαίρετο. Απερίγραπτο αλλά αδιαίρετο. Δεν υπάρχουν δύο, υπάρχει μόνο το Ένα. Μια αγάπη. Ένα πρόσωπο. Μοναδικό. Ο Αδάμ στον παράδεισο ήταν ένας, ένα: «Εγώ είμαι». Αυτό μου είχε φανερωθεί σε αυτό το δραματικό επεισόδιο με τη γυναίκα, το να είναι κανείς Ένα. Τότε, ίσως, άρχισε η πραγματική εργασία, γιατί είχα αναγνωρίσει τους δύο πόλους ξεκάθαρα. Τότε ήμουν πολύ μπερδεμένος για να το θέσω τόσο ξεκάθαρα, αλλά σταδιακά αυτό συνειδητοποίησα.

Κάποια στιγμή στο τροχόσπιτο, πήγα να περάσω το χειμώνα στην Ισπανία. Μόνος, φυσικά. Πέρασα ώρες ολόκληρες απλά διαλογιζόμενος. Δεν έγινε πια μόνο το πρωινό και βραδινό μισάωρο. Κι ο διαλογισμός έγινε… σωτηρία. Γιατί όταν σώζεσαι, οδηγείσαι έξω από αυτή τη φυλακή και σου φανερώνεται το αληθινό. Σώζεσαι από τον πνιγμό σ’ αυτόν τον κόσμο, όπως ο άγιος Πέτρος που περπατούσε στο νερό. Πνιγόταν μέσα στον κόσμο κι ήταν ο Ιησούς ελεύθερος δίπλα του. Ο Πέτρος πνιγόταν, έτεινε το χέρι του, είπε «βοήθησέ με». Ο Ιησούς του ‘πε «Τι φοβάσαι; Γιατί πνίγεσαι; Έχε πίστη».  Έχε πίστη. Αυτή είναι η ουσία. Είχα αυτήν την υπέροχη άσκηση του διαλογισμού. Έτσι, δυο φορές τη μέρα, συστηματικά και για όλο και μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, παραδινόμουν σ’ αυτήν την απόλυτη παρουσία και στην αγάπη που δεν έχει τέλος. Στην αγάπη που δε λέει πότε όχι. Στην αγνή, ολική αγάπη που ‘χα δει στα μάτια της. Κι ωστόσο, το σώμα, φυσικά είπε όχι. Εκείνη ήταν μια διόπτρα. Το σώμα ήταν διόπτρα γιατί στην πραγματικότητα δεν είμαστε αυτό. Κι αυτή είναι η μεγάλη ανακάλυψη: ο άνθρωπος δεν περιορίζεται στη σάρκα. Η σάρκα, όπως μας λέει το Ευαγγέλιο, δεν ωφελεί τίποτα. Το οτιδήποτε πεθαίνει (κι όλος ο κόσμος που έχει ένα τέλος), δεν είναι αυτό που είμαστε. Ο άνθρωπος είναι αιώνιος.

Η πειθαρχία σε κρατάει, πρέπει να συνεχίσεις να εξασκείσαι. Κατά κάποιο τρόπο δεν είναι δύσκολο. Το ‘χουν περιγράψει σα μονοπάτι με κόκκους ζάχαρης. Το ακολουθείς γιατί σ΄ οδηγεί πάντα από το καλό στο καλύτερο, στο ακόμη καλύτερο. Περιγράφεται σαν ζαχαρένιο μονοπάτι που οδηγεί στο ζαχαρένιο βουνό, που είναι φυσικά, η Βασιλεία του Θεού. Ένα απ’ τα εμπόδια στο να ξεκινήσουμε το ταξίδι της πνευματικής ζωής είναι πως δεν είμαστε επαρκώς ανικανοποίητοι. Συμβιβαζόμαστε με τις μικρές λιχουδιές και τα στολιδάκια που μας προσφέρει η ζωή, με την αγκαλιά από ένα λούτρινο αρκουδάκι… Για κάποιους ανθρώπους δεν αρκεί αυτό. Θέλεις περισσότερα, θέλεις το αληθινό. Κι υποθέτω ήμουν απ’ αυτούς τους ανθρώπους. Πιστεύω πως έχω ευλογηθεί. Το Ευαγγέλιό μας λέει πως σωζόμαστε από τη Χάρη. Τι είναι η Χάρη; Έρχεται αόρατη, άγνωστη. Είναι σαν την ανάμνηση. Από πού προέρχεται η ανάμνηση; Απλά έρχεται…

1     2